ΠΡΟΣΦΑΤΕΣ ΑΝΑΡΤΗΣΕΙΣ

Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ΧΡΙΣΤΟΥΓΕΝΝΑ. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ΧΡΙΣΤΟΥΓΕΝΝΑ. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Τα Αγια Θεοφανεια (6 Ιανουαριου)

12:13:00 π.μ.



Τα Αγία Θεοφάνεια είναι μία από τις αρχαιότερες εορτές της εκκλησίας μας η οποία θεσπίσθηκε το 2ο αιώνα μ.Χ. και αναφέρεται στη φανέρωση της Αγίας Τριάδας κατά τη βάπτιση του Ιησού Χριστού. Η ιστορία της βάπτισης έχει ως εξής: Μετά από θεία εντολή ο Ιωάννης ο Πρόδρομος εγκατέλειψε την ερημική ζωή και ήλθε στον Ιορδάνη ποταμό όπου κήρυττε και βάπτιζε. Εκεί παρουσιάσθηκε κάποια ημέρα ο Ιησούς και ζήτησε να βαπτισθεί. Ο Ιωάννης, αν και το Άγιο Πνεύμα τον είχε πληροφορήσει ποιος ήταν εκείνος που του ζητούσε να βαπτισθεί, στην αρχή αρνείται να τον βαπτίσει ισχυριζόμενος ότι ο ίδιος έχει ανάγκη να βαπτισθεί από Εκείνον. Ο Ιησούς όμως του εξήγησε ότι αυτό ήταν το θέλημα του Θεού και τον έπεισε να τον βαπτίσει. Και τότε μπροστά στα έκπληκτα μάτια των θεατών διαδραματίσθηκε μία μοναδική και μεγαλειώδης σκηνή, όταν με την μορφή ενός περιστεριού κατήλθε το Άγιο Πνεύμα και κάθισε επάνω στο βαπτιζόμενο Ιησού, ενώ συγχρόνως ακούσθηκε από τον ουρανό η φωνή του Θεού η οποία έλεγε: «Ούτος εστίν ο Υιός μου ο αγαπητός, εν ω ευδόκησα» («Αυτός είναι ο αγαπημένος μου Υιός, αυτός είναι ο εκλεκτός μου»).

Από τότε και το Βάπτισμα των χριστιανών, δεν είναι «εν ύδατι», όπως το βάπτισμα «μετανοίας» του Ιωάννη, αλλά «εν Πνεύματι Αγίω». Ο Κύριος με το να βαπτιστεί αγίασε το νερό, το έκανε νερό αγιασμού και συμφιλίωσης με το Θεό. Έτσι η Βάπτιση του Κυρίου άνοιξε τη θύρα του Μυστηρίου του Βαπτίσματος. Με την καθαρτική χάρη του αγίου Βαπτίσματος ο παλαιός αμαρτωλός άνθρωπος ανακαινίζεται και με την τήρηση των θείων εντολών γίνεται κληρονόμος της βασιλείας των ουρανών.

Ἀπολυτίκιον  (Κατέβασμα)
Ἦχος α’.
Ἐν Ἰορδάνῃ βαπτιζομένου σου Κύριε, ἡ τῆς Τριάδος ἐφανερώθη προσκύνησις· τοῦ γάρ Γεννήτορος ἡ φωνή προσεμαρτύρει σοι, ἀγαπητόν σε Υἱόν ὀνομάζουσα· καί τό Πνεῦμα ἐν εἴδει περιστερᾶς, ἐβεβαίου τοῦ λόγου τό ἀσφαλές. Ὁ ἐπιφανείς Χριστέ ὁ Θεός, καί τόν κόσμον φωτίσας δόξα σοι.

Ἕτερον Ἀπολυτίκιον
Ἦχος β’.
Ὅτε τῇ ἐπιφανείᾳ σου ἐφώτισας τὰ σύμπαντα, τότε ἡ ἀλμυρὰ τῆς ἀπιστίας θάλασσα ἔφυγε, καὶ Ἰορδάνης κάτω ῥέων ἐστράφη, πρὸς οὐρανὸν ἀνυψῶν ἡμᾶς. Ἀλλὰ τῷ ὕψει τῶν θείων ἐντολῶν σου, συντήρησον Χριστὲ ὁ Θεός, πρεσβείες τῆς Θεοτόκου, καὶ σῶσον ἡμᾶς.

Κοντάκιον
Ἦχος δ’. Αὐτόμελον.
Ἐπεφάνης σήμερον τῇ οἰκουμένῃ, καί τὸ φῶς σου Κύριε, ἐσημειώθη ἐφ᾽ ἡμᾶς, ἐν ἐπιγνώσει ὑμνούντάς σε· Ἦλθες, ἐφάνης, τό Φῶς τὸ ἀπρόσιτον.

Μεγαλυνάριον
Ἄφεσιν πηγάζων τοῖς ἐξ Ἀδάμ, ὁ τῆς ἀφθαρσίας, ἀνεξάντλητος ποταμὸς, ἐν τῷ Ἰορδάνῃ, βαπτίζεται θελήσει· ἀντλήσωμεν οὖν πάντες, ὕδωρ σωτήριον.

πηγή:  http://www.saint.gr

Χριστουγεννιατικη αγρυπνια στα Καρουλια - Συγκλονιστικη Μαρτυρια

12:00:00 π.μ.


Η παρακάτω διήγηση του Αρχιμανδρίτη Χερουβείμ Καράμπελα είναι δημοσιευμένη στο βιβλίο του -ΑΠΟ ΤΟ ΠΕΡΙΒΟΛΙ ΤΗΣ ΠΑΝΑΓΙΑΣ, ΝΟΣΤΑΛΓΙΚΕΣ ΑΝΑΜΝΗΣΕΙΣ -Έκδοση Ι.Μ. Παρακλήτου 1991.

Μεταξύ των άλλων, ο Γέροντάς μας είχε και μία ευλογημένη συνήθεια. Κατά διαστήματα, έστελνε μία μικρή παρηγοριά στους ερημίτες… Είχε περάσει αρκετός καιρός από τότε που κοινοβίασα στην καλύβη μας, όταν μία μέρα -προπαραμονή Χριστουγέννων- όπως θυμάμαι- με κάλεσε ο Γέροντας για ν΄αναθέσει και σε μένα την ευλογημένη αυτή διακονία. Ασφαλώς με την απόφασή του αυτή, απέβλεπε και στην πνευματική μου, όπως πάντα ωφέλεια…

Έβαλα μετάνοια στον Γέροντα φορτώθηκα τον ντορβά μου, πήρα το ραβδί και ξεκίνησα για τα Καρούλια… Πέρασα από πολλούς ασκητές, την ζωή των οποίων χαρακτήριζε η συνέπεια. Ήσαν πραγματικοί μοναχοί, πραγματικοί ασκητές. Μεταξύ αυτών ο γέρων Νείλος, ηλικιωμένος Ρώσος ησυχαστής, που δεν γνώριζε καθόλου ελληνικά και ο επίσης ρώσος ιερομόναχος Παρθένιος…

…Το πρόγραμμά μου άλλαξε, όταν ο πνευματικός μου επέμενε να παραμείνω στην αγρυπνία των Χριστουγέννων και στην πανήγυρη της καλύβης τους, αφού το παρεκκλήσιό τους ήταν αφιερωμένο στην Γέννηση του Χριστού.  Ο Γέροντάς μου άλλωστε είχε δώσει ευλογία για κάτι τέτοιο.

Την άλλη μέρα, μαζί με τον υποτακτικό του πνευματικού μου, π. Συμεών, κάναμε μια σχετική καθαριότητα της καλύβης, με αφορμή την πανήγυρη.  Αργά το απόγευμα άρχισαν να έρχονται οι γύρω ασκητές, για να γιορτάσουμε όλοι μαζί τα Χριστούγεννα.

Καθισμένος σ’ ένα μικρό εξώστη, έβλεπα τους ερημίτες, που κατέβαιναν από τα βράχια, άλλοι από τις κρεμαστές σκάλες και άλλοι από τις αλυσίδες, ο ένας πίσω από τον άλλον’ αξέχαστο θέαμα! Νέοι, μεσήλικες, γεροντάκια, αποτελούσαν μια χρυσή, ζωντανή αλυσίδα πανηγυριστών’ με τους παλιούς, λερωμένους ντορβάδες στην πλάτη, με  ζωστικά και ράσα χιλιομπαλωμένα. Το πρόσωπό τους είχε μια σεμνή, σοβαρή έκφρασι. Χαιρετούσαν ένας-ένας με βαθειά υπόκλιση κι έπαιρναν την θέση τους στο μικρό παρεκκλήσιο της Γεννήσεως του Κυρίου.

«Αυτοί οι άνθρωποι, ο εκλεκτός του Κυρίου λαός, τα αγαπημένα παιδιά του Θεού, είναι εκείνοι που θα λάβουν μέρος στην αποψινή αγρυπνία», μονολογούσα.

Σήμανε μια μικρή καμπάνα και άρχισε η αγρυπνία. Το κρύο ήταν τσουχτερό. Όλοι  ήσαν σφιχτά  τυλιγμένοι στα πτωχικά τους ράσα. Το κουκούλιο δεν κάλυπτε απλώς το κεφάλι, αλλά το είχαν κατεβασμένο, όσο γινόταν πιο χαμηλά. Μερικοί, όπως ο γέρων Βαρθολομαίος και ο πνευματικός μου, ήξεραν καλά μουσικά. Ένας από τους νεότερους ανέλαβε διαβαστής.  Δυο-τρία καντηλάκια κι ένας πτωχός πολυέλεος με αγνό κερί φώτιζαν γλυκά το σκοτάδι. Όλα απλά, απέριττα, ασκητικά.

Ένοιωθα τον εαυτό μου ξένο και αταίριαστο σ’ εκείνο το πεντακάθαρο περιβάλλον. Εγώ ήμουν άνθρωπος με πολλές αδυναμίες και αμαρτίες, τις οποίες προ καιρού είχα αποθέσει στα πόδια του πνευματικού μου, κατά την πρώτη μου εξομολόγηση. Δεν ήμουν όμως ένας ξένος αδιάφορος για ό,τι συνέβαινε γύρω μου. Διψούσα να μάθω περισσότερα πράγματα για τους ασκητές: πώς αγρυπνούν, πώς προσεύχονται, πώς κοινωνούν.

Το άγιο βήμα του μικρού ναού ήταν σφηνωμένο μέσα στον βράχο. Ο κυρίως ναός εξείχε από την κοιλότητα του βράχου κι έφτανε μέχρι το άκρο μιας πεζούλας, από την οποία έβλεπες, κατακόρυφα σχεδόν, την θάλασσα. Καθώς η αγρυπνία προχωρούσε, το κρύο γινόταν ολοένα και πιο αισθητό. Ο άνεμος σφύριζε, τα κύματα βογγούσαν κτυπώντας αλύπητα τα βράχια. Η θάλασσα έμοιαζε μ’ ένα αεικίνητο, αδάμαστο θηρίο….

Η ακόλουθη σκηνή θα μείνει ανεξίτηλη στην μνήμη μου : Ένας λευκογένης ασκητής, πολύ ηλικιωμένος, δεν φορούσε παπούτσια. Κρύωνε υπερβολικά και είχε τυλίξει τα πόδια του με τσουβάλια. Κάποια στιγμή πλησίασε στην υποτυπώδη θερμάστρα, που υπήρχε εκεί, και προσπαθούσε να θερμάνει τα κοκκαλιασμένα  πόδια του. Μένοντας όμως εκεί για αρκετή ώρα, απορροφημένος στην προσευχή, χωρίς να το αντιληφθεί, τα τσουβάλια πύρωσαν, άρπαξαν φωτιά και άρχισαν να καίγονται!  Οι νεότεροι τρέξαμε αμέσως και σβήσαμε την φωτιά. Ευτυχώς τα πόδια του γέροντα δεν έπαθαν εγκαύματα.

Εκτός από εμάς που τρέξαμε αμέσως, για να τον βοηθήσουμε, οι άλλοι πατέρες δεν έκαναν καμία κίνηση. Ίσως και να μην αντιλήφθηκαν καν το γεγονός. Αφοσιωμένοι στην λατρεία του Θεού, συνέχιζαν την αγρυπνία με το κεφάλι σκυμμένο στο στήθος και με το κομποσχοίνι στο χέρι, που δούλευε ακούραστα…..

Τελείωσε ο όρθρος και άρχισε η θεία Λειτουργία. Η ώρα πλησίαζε. Ο Κύριος εγγύς. Πολλά μάτια τα έβλεπα να Τον υποδέχονται με δακρύρροη κατάνυξη. Μερικοί ήταν σκυμμένοι τόσο βαθειά, ώστε δεν έβλεπες το πρόσωπό τους.

- «Πρόσχωμεν! Τα άγια τοις αγίοις», ακούστηκε σε λίγο η φωνή του λειτουργού.

Από την ώρα εκείνη οι πατέρες, ένας-ένας, κατά σειρά αρχαιότητας, άρχισαν να βάζουν την καθιερωμένη μετάνοια της συγγνώμης προς τον Θεό και προς τους παρόντες αδελφούς. Στο «Μετά φόβου» πλησίασαν, ο ένας πίσω από τον άλλον, για να λάβουν τον ουράνιο Μαργαρίτη.

Ευχαρίστησα ολόθερμα τον Κύριο για την πολύτιμη αυτή ευκαιρία, να δω και να απολαύσω πώς κοινωνούν οι ασκητές. Ήταν ένα θέαμα μοναδικό. Τέλος προσήλθα κι εγώ σαν «δούλος» κι όχι σαν «υιός» όπως οι πατέρες.

Η ουράνια εκείνη μυσταγωγία σε λίγο είχε τελειώσει. Κατόπιν προσφέρθηκε και καφές. Ενώ διακονούσα στο κέρασμα, πρόσεχα και θαύμαζα τους ασκητές, με την διάθεση του αρχαρίου. Θαύμαζα την τάξη που είχαν οι κινήσεις τους, τις συζητήσεις, γενικά την συμπεριφορά τους. Πράγματι, σκεφτόμουν, η έρημος δεν δημιουργεί μόνο αγίους, αλλά και σταθερά πειθαρχημένους και ολοκληρωμένους ανθρώπους.

Ακολούθησε η τράπεζα. Λίγο ρύζι, και βακαλάος, που είχε στείλει η συνοδεία μας, ήταν το πανηγυρικό χριστουγεννιάτικο φαγητό. Οι ασκητές έτρωγαν σιωπηλοί και άκουγαν την ανάγνωση.

Ο νους τους ήταν δοσμένος στον λόγο του Θεού και την προσευχή, όχι στο φαγητό. Κανείς δεν σήκωνε το κεφάλι να κοιτάξει δεξιά ή αριστερά. Καθένας που τελείωνε, περίμενε υπομονετικά με το βλέμμα στραμμένο στο στήθος. Ποιος ξέρει πόσο καιρό είχαν να γευτούν βακαλάο!

Μετά την τράπεζα, η ευλογημένη εκείνη ομήγυρη διαλύθηκε. Δεν αξιώθηκα να παρευρεθώ και άλλη φορά σε παρόμοια ασκητική πανηγυρική σύναξη. Η ευκαιρία αυτή όμως έγινε αφορμή, να επισκέπτομαι πιο τακτικά τα Καρούλια. Αργότερα μάλιστα έμεινα εκεί για ένα εξάμηνο. Ήταν μια περίοδος πνευματικού αναβαπτισμού. Αληθινό θείο δώρο!
https://fdathanasiou.wordpress.com
http://agioritikesmnimes.blogspot.gr/2014/12/5765.html 

Αγιον Ορος - Χριστουγεννιατικο Προσκυνημα (Ντοκιμαντερ του Δημητρη Σωτηροπουλου)

6:00:00 μ.μ.


Με συγκίνηση και υπερηφάνεια παρουσιάζουμε ένα Οδοιπορικό στο Περιβόλι της Παναγίας τις Άγιες μέρες των Χριστουγέννων.

Στο νέο ντοκιμαντέρ του ΕΛΛΑΣ - ΟΡΘΟΔΟΞΙΑ, ο Δημήτρης Σωτηρόπουλος και οι συνεργάτες του επιβιβάζονται στο καραβάκι από την Ουρανούπολη για τη Δάφνη. Θαυμάζουν την ηρεμία και ομορφιά του Άθω και κάνουν στάσεις σε ιστορικά αγιορείτικα Μοναστήρια. 

Συνομιλούν με Γεροντάδες και ακούν τις νουθεσίες τους. Εξερευνούν τη Θεία Μυσταγωγία της Νύχτας των Χριστουγέννων και την συγκρίνουν με τους κοσμικούς εορτασμούς.

Πρόκειται για μια μοναδική περιήγηση στο Άγιον Όρος που δεν πρέπει να χάσετε.
Μιλούν οι:

Αρχιμανδρίτης Εφραίμ, Καθηγούμενος της Ιεράς Μονής Βατοπαιδίου

Γέροντας Μωυσής Αγιορείτης

Ψέλνει Χριστουγεννιάτικους Ύμνους Χορός Βατοπαιδινών Πατέρων

Αφήγηση - Σκηνοθεσία: Δημήτρης Σωτηρόπουλος

Ανάλυση εικόνας: High Definition (1080p)

Τα Χριστουγεννα του παπα - Τυχωνα

1:00:00 μ.μ.


ΜΙΚΡΟ ΣΧΟΛΙΟ: Ανήμερα Χριστούγεννα κι ενώ άλλοι επέστρεψαν από την Εορταστική Θεία Λειτουργία, άλλοι «διασκεδάζουν» κοσμικά και οι περισσότεροι σκεφτόμαστε τα υλικά «δώρα» αυτής της ημέρας και όχι την ουσία της, επιλέξαμε να προβάλουμε το παρακάτω κείμενο που περιγράφει τον τρόπο με τον οποίο έκανε Χριστούγεννα ο παπα - Τύχων, για να προβληματιστούμε και να δώσουμε στο κάθε πράγμα την πρέπουσα αξία. Ποια είναι αυτή; Διαβάστε και θα καταλάβετε:

Κάθε Χριστούγεννα ό Γέροντας θα οικονομούσε μια ρέγκα, για να πέραση όλες τις χαρμόσυνες ήμερες του Δωδεκαημέρου με κατάλυση ιχθύος.
Την δε ραχοκοκκαλιά της ρέγκας δεν την πετούσε, αλλά την κρεμούσε με μια κλωστή καί, όποτε ήταν καμιά Δεσποτική ή Θεομητορική εορτή καί είχε κατάλυση ιχθύος, έβραζε λίγο νερό σ’ ένα κονσερβοκούτι, βουτούσε την ραχοκοκκαλιά δυό-τρεΐς φορές στο νερό, για να πάρη λίγη μυρωδιά, καί μετά έριχνε λίγο ρύζι. Έτσι έκανε κατάλυση καί κατηγορούσε καί τον εαυτό του ότι τρώει καί ψαρόσουπες στην έρημο! Την ραχοκοκκαλιά αυτή την κρεμούσε πάλι στο καρφί καί για άλλη κατάλυση, μέχρι πού άσπριζε πια καί τότε την πετούσε.

ΠΗΓΗ: Γέροντος Παΐσίου Άγιορείτου, Άγιορείται Πατέρες καί Αγιορείτικα, έκδ. Ιερού Ησυχαστηρίου Ευαγγελιστής Ιωάννης 6 Θεολόγος, Σουρωτή Θεσσαλονίκης, σ. 22.

Το ιστολογιο ΕΛΛΑΣ - ΟΡΘΟΔΟΞΙΑ ευχεται ΧΡΟΝΙΑ ΠΟΛΛΑ ΚΑΙ ΕΥΛΟΓΗΜΕΝΑ σε ολους τους Ορθοδοξους Χριστιανους!

9:00:00 π.μ.



Γερων Παϊσιος: Χριστουγεννα και να κοιμηθουμε! Η μητερα μου ελεγε: «Αποψε μονον οι Εβραιοι κοιμουνται»

11:00:00 μ.μ.



Η καρδιά σας να γίνει Αγία Φάτνη και το Πανάγιο Βρέφος της Βηθλεέμ να σας δώσει όλες τις ευλογίες Του.
 
Όταν ο νους είναι στα θεία νοήματα, ζει τα γεγονότα ο άνθρωπος, και έτσι αλλοιώνεται».

«Ο Χριστός με τη μεγάλη Του αγάπη και με την μεγάλη Του αγαλλίαση που σκορπάει στις ψυχές των πιστών με όλες τις άγιες γιορτές Του, μας ανασταίνει αληθινά αφού μας ανεβάζει ψηλά πνευματικά. Αρκεί να συμμετέχουμε και να έχουμε όρεξη πνευματική να τις πανηγυρίζουμε πνευματικά· τότε τις γλεντάμε πνευματικά και μεθάμε πνευματικά από το παραδεισένιο κρασί που μας φέρνουν οι Άγιοι και μας κερνούν.

Τις γιορτές για να τις ζήσουμε, πρέπει να έχουμε τον νου μας στις άγιες ημέρες και όχι στις δουλειές που έχουμε να κάνουμε για τις άγιες ημέρες. Να σκεφτόμαστε τα γεγονότα της κάθε αγίας ημέρας και να λέμε την ευχή δοξολογώντας τον Θεό. Έτσι θα γιορτάζουμε με πολύ ευλάβεια κάθε γιορτή».

«Να μελετάει και να ζει τα θεία γεγονότα συνέχεια. Όταν κανείς μελετάει τα γεγονότα της κάθε γιορτής, φυσιολογικά θα συγκινηθεί και με ιδιαίτερη ευλάβεια θα προσευχηθεί. Έπειτα στις Ακολουθίες ο νους να είναι στα γεγονότα που γιορτάζουμε και με ευλάβεια να παρακολουθούμε τα τροπάρια που ψέλνονται. Όταν ο νους είναι στα θεία νοήματα, ζει τα γεγονότα ο άνθρωπος, και έτσι αλλοιώνεται.

-Γέροντα, μετά την Αγρυπνία των Χριστουγέννων δεν κοιμόμαστε;

-Χριστούγεννα και να κοιμηθούμε! Η μητέρα μου έλεγε: «Απόψε μόνον οι Εβραίοι κοιμούνται». Βλέπεις, την νύχτα που γεννήθηκε ο Χριστός οι άρχοντες κοιμόνταν βαθιά, και οι ποιμένες «αγραυλούσαν». Φύλαγαν τα πρόβατα την νύχτα παίζοντας την φλογέρα. Κατάλαβες; Οι ποιμένες πού αγρυπνούσαν είδαν τον Χριστό.
-Πώς ήταν Γέροντα, το σπήλαιο;

-Ήταν μία σπηλιά μέσα σε έναν βράχο και είχε μία φάτνη· τίποτε άλλο δεν είχε. Εκεί πήγαινε κανένας φτωχός και άφηνε τα ζώα του. Η Παναγία με τον Ιωσήφ, επειδή όλα τα χάνια ήταν γεμάτα και δεν είχαν πού να μείνουν, κατέληξαν σε αυτό το σπήλαιο. Εκεί ήταν το γαϊδουράκι και το βοϊδάκι, που με τα χνώτα τους ζέσταναν τον Χριστό! «Ἔγνω βοῦς τον κτησάμενον και όνος την φάτνην του κυρίου αὐτοῦ», δεν λέει ο Προφήτης Ησαΐας;

-Σε ένα τροπάριο, Γέροντα, λέει ότι η Υπεραγία Θεοτόκος βλέποντας τον νεογέννητο Χριστό, «χαίρουσα ὁμοῦ καὶ δακρύουσα» ἀναρωτιόταν:… «Ἐπιδώσω σοι μαζόν, τῷ τὰ σύμπαντα τρέφοντι, ἢ υμνήσω σε, ὡς Υἱὸν καὶ Θεόν μου; ποίαν εὕρω ἐπὶ σοί προσηγορίαν;»

-Αυτά είναι τα μυστήρια του Θεού, η πολύ μεγάλη συγκατάβαση του Θεού, την οποία δεν μπορούμε εμείς να συλλάβουμε!

Γέροντα, πως θα μπορέσουμε να ζήσουμε το γεγονός της Γεννήσεως, ότι δηλαδή ο Χριστός «Σήμερον γεννάται εκ Παρθένου»;

-Για να ζήσουμε αυτά τα θεία γεγονότα, πρέπει ο νους να είναι στα θεία νοήματα. Τότε αλλοιώνεται ὁ άνθρωπος. «Μέγα και παράδοξον θαύμα τετέλεσται σήμερον», ψάλλουμε. Άμα ο νους μας είναι εκεί, στο «παράδοξον», τότε θα ζήσουμε και το μεγάλο μυστήριο της Γεννήσεως του Χριστού.

Εγώ θα εύχομαι η καρδιά σας να γίνη Αγία Φάτνη και το Πανάγιο Βρέφος της Βηθλεέμ να σας δώση όλες τις ευλογίες Του.

Από το βιβλίο: «Περί προσευχής», Γέροντος Παϊσίου Αγιορείτου, Λόγοι ΣΤ'
Πηγή: askitikon.eu

Φωτης Κοντογλου - Παραμονη Χριστουγεννα

1:00:00 π.μ.


Κρύο τάντανο ἔκανε, παραμονὴ Χριστούγεννα. Ὁ ἀγέρας σὰ νά ῾τανε κρύα φωτιὰ κι ἔκαιγε. Μὰ ὁ κόσμος ἤτανε χαρούμενος, γεμάτος κέφι. Εἶχε βραδιάσει κι ἀνάψανε τὰ φανάρια μὲ τὸ πετρόλαδο. Τὰ μαγαζιὰ στὸ τσαρσὶ φεγγοβολούσανε, γεμάτα ἀπ᾿ ὅλα τὰ καλά. Ὁ κόσμος μπαινόβγαινε καὶ ψώνιζε· ἀπὸ τό ῾να τὸ μαγαζὶ ἔβγαινε, στ᾿ ἄλλο ἔμπαινε. Κι ὅλοι χαιρετιόντανε καὶ κουβεντιάζανε μὲ γέλια, μὲ χαρές.
Οἱ μεγάλοι καφενέδες ἤτανε γεμάτοι καπνὸ ἀπὸ τὸν κόσμο ποὺ φουμάριζε. Ὁ καφενὲς τ᾿ Ἀσημένιου εἶχε μεγάλη φασαρία, χαρούμενη φασαρία. Εἶχε μέσα δύο σόμπες, καὶ τὰ τζάμια ἤτανε θαμπά, ἀπ᾿ ὄξω ἔβλεπες σὰν ἤσκιους τοὺς ἀνθρώπους. Οἱ μουστερῆδες εἴχανε βγαλμένες τὶς γοῦνες ἀπὸ τὴ ζέστη, κόσμος καλός, καλοπερασμένοι νοικοκυραῖοι.
Κάθε τόσο ἄνοιγε ἡ πόρτα καὶ μπαίνανε τὰ παιδιὰ ποὺ λέγανε τὰ κάλαντα. Ἄλλα μπαίνανε, ἄλλα βγαίνανε. Καὶ δὲν τὰ λέγανε μισὰ καὶ μισοκούτελα, μὰ τὰ λέγανε ἀπὸ τὴν ἀρχὴ ἴσαμε τὸ τέλος, μὲ φωνὲς ψαλτάδικες, ὄχι σὰν καὶ τώρα, ποὺ λένε μοναχὰ πέντε λόγια μπρούμυτα κι ἀνάσκελα, καὶ κεῖνα παράφωνα.
Ἀντίκρυ στὸν μεγάλον καφενὲ τ᾿ Ἀσημένιου ἤτανε κάτι φτωχομάγαζα, τσαρουχάδικα, ψαθάδικα καὶ τέτοια. Ἴσια-ἴσια ἀντίκρυ στὴ μεγάλη πόρτα τοῦ καφενὲ ἤτανε ἕνα μικρὸ καφενεδάκι, τὸ πιὸ φτωχικὸ σ᾿ ὅλη τὴν πολιτεία, μία ποντικότρυπα.
Ἐνῷ ὁ μεγάλος ὁ καφενὲς φεγγολογοῦσε καὶ τὰ τζάμια ἤτανε θολὰ ἀπὸ τὴ ζέστη, ἡ ποντικότρυπα ἤτανε σκοτεινή, γιατὶ ἡ λάμπα, μία λάμπα τσιμπλιασμένη, μία ἄναβε, μία ἔσβηνε, ὅπως ἔμπαινε ὁ χιονιᾶς ἀπὸ τὰ σπασμένα τζάμια τῆς πόρτας. Ἡ φιτιλήθρα ἤτανε στραβοβιδωμένη καὶ τσαλαπατημένη σὰν τὸ μοῦτρο τοῦ καφετζῆ, τοῦ μπαρμπα-Γιαννακοῦ τοῦ Χατζῆ, τὸ φιτίλι στραβοκομμένο, τὸ γυαλὶ σπασμένο ἀπὸ τό ῾να μάγουλο καὶ στὴν τρύπα εἴχανε κολλημένο ἕνα κομμάτι ταραμαδόχαρτο. Βάλε μὲ νοῦ σου τί φῶς ἔδινε μία τέτοια λάμπα! Κάτω τὰ σανίδια ἤτανε σάπια καὶ τρίζανε. Στὸν τοῖχο ἤτανε κρεμασμένα δύο-τρία παμπάλαια κάντρα, καπνισμένα σὰν ἀρχαῖα εἰκονίσματα: τό ῾να παρίστανε τὸν Μέγα Πέτρο μέσα σὲ μία βάρκα ποὺ τὴν ἔδερνε ἡ φουρτούνα, τ᾿ ἄλλο τὸν μάντη Τειρεσία ποὺ μιλοῦσε μὲ τὸν Ἀγαμέμνονα, τ᾿ ἄλλο τὸν Παναγῆ τὸν Κουταλιανὸ ποὺ πάλευε μὲ τὴν τίγρη.
Ἡ πελατεία ἤτανε συνέχεια μὲ τὸ καφενεῖο. Ὅλοι-ὅλοι ἤτανε πέντ᾿ - ἕξι γέροι σκεβρωμένοι, σαράβαλα, μὲ κάτι τρύπιες γοῦνες ποὺ δὲν τὶς ἔπιανε ἀγκίστρι. Δύο-τρεῖς ἤτανε γιαλικάρηδες, δηλαδὴ εἴχανε καμιὰ σάπια βάρκα καὶ βγάζανε θαλασσινὰ γιὰ μεζέδες, ποὺ τὰ λέγανε γιαλικά, γιατὶ βρίσκουνται στὸ γιαλό, δηλαδὴ στὰ ρηχὰ νερά. Οἱ ἄλλοι ἤτανε φρουκαλάδες, δηλαδὴ κάνανε φρουκαλιές. Ἤτανε καὶ κανένας νεροκουβαλητὴς καὶ κανένας καρβουνιάρης. Νά, αὐτὴ ἤτανε ἡ πελατεία.
Ὁ βοριᾶς ἔμπαινε μέσα μὲ τὴν τρούμπα, καὶ στριφογύριζε τὴ λάμπα ποὺ κρεμότανε ἀπὸ τὸ μαυρισμένο ταβάνι, κι ἀναβόσβηνε. Ἀπὸ τὸ κρύο τρέμανε οἱ γέροι καὶ χουχουλίζανε τὰ χέρια τους, τὰ βάζανε κι ἀπὸ πάνω ἀπὸ τὸ τσιγάρο, τάχα γιὰ νὰ ζεσταθοῦνε.
Ὁ φουκαρὰς ὁ καφετζής, γιὰ νὰ μὴν παγώσει, ἔκανε σουλάτσο, πηγαινοερχότανε ἀπὸ τὸ τεζάκι ἴσαμε τὴν πόρτα, μὲ τὴν παλιογούνα ριχμένη ἀπὸ πάνω του καί, γιὰ νὰ δώσει κουράγιο στὴν πελατεία, ἐκεῖ ποὺ σουλατσάριζε, τὸν ἐπίανε τὸ σύγκρυο καὶ χτυπούσανε τὰ κατωσάγονά του, κι ἕσφιγγε ἀπάνω του τὴν παλιοπατατούκα του κι ἔλεγε:
— Ἐεεέχ! Μωρὲ ζεστὸ ποὺ εἶναι τὸ καφενεδάκι μας!...
Ὕστερα γύριζε κι ἔδειχνε τὸν μεγάλον καφενέ, ποὺ καπνίζανε κάργα οἱ σόμπες, κι ἔλεγε:
— Ἀντίκρυ, σκυλὶ ψοφᾶ ἀπὸ τὸ κρύο..., σκυλὶ ψοφᾶ!
Ὁ καημένος ὁ μπαρμπα-Χατζῆς!
Ἀπ᾿ ὄξω περνοῦσε κόσμος βιαστικός, μὲ γέλια καὶ μὲ χαρές. Ἀπὸ ῾δῶ κι ἀπὸ ῾κεῖ ἀκουγόντανε τὰ παιδιὰ ποὺ λέγανε τὰ κάλαντα στὰ μαγαζιά.
Ἡ ὥρα περνοῦσε κι ἀνάριευε σιγὰ-σιγὰ ὁ κόσμος. Τὰ μαγαζιὰ σφαλοῦσαν ἕνα-ἕνα. Μοναχὰ μέσα στὰ μπαρμπεριὰ ξουριζόντανε ἀκόμα κάτι λίγοι.
Στὸ τσαρσὶ λιγόστευε ἡ φασαρία, μὰ στοὺς μαχαλάδες γυρίζανε τὰ παιδιὰ μὲ τὰ φανάρια καὶ λέγανε τὰ κάλαντα στὰ σπίτια. Οἱ πόρτες ἤτανε ἀνοιχτές, οἱ νοικοκυραῖοι, οἱ νοικοκυρᾶδες καὶ τὰ παιδιά τους, ὅλοι ἤτανε χαρούμενοι, κι ὑποδεχόντανε τοὺς ψαλτάδες, καὶ κεῖνοι ἀρχίζανε καλόφωνοι σὰν χοτζᾶδες:
Καλὴν ἑσπέραν, Ἄρχοντες, ἂν εἶναι ὁρισμός σας,
Χριστοῦ τὴν θείαν γέννησιν νὰ πῶ στ᾿ ἀρχοντικό σας.
Χριστὸς γεννᾶται σήμερον ἐν Βηθλεὲμ τῇ πόλει,
οἱ οὐρανοὶ ἀγάλλονται, χαίρει ἡ κτίσις ὅλη...
Κι ἀφοῦ ξιστορούσανε ὅσα λέγει τὸ Εὐαγγέλιο, τὸν Ἰωσήφ, τοὺς ἀγγέλους, τοὺς τσομπάνηδες, τοὺς μάγους, τὸν Ἡρώδη, τὸ σφάξιμο τῶν νηπίων καὶ τὴν Ῥαχὴλ ποὺ ἔκλαιγε τὰ τέκνα της, ὕστερα τελειώνανε μὲ τοῦτα τὰ λόγια:
Ἰδοὺ ὁποὺ σᾶς εἴπαμεν ὅλην τὴν ἱστορίαν,
τοῦ Ἰησοῦ μας τοῦ Χριστοῦ γέννησιν τὴν ἁγίαν.
Καὶ σᾶς καλονυκτίζομεν, πέσετε κοιμηθεῖτε,
ὀλίγον ὕπνον πάρετε καὶ πάλιν σηκωθεῖτε.
Καὶ βάλετε τὰ ροῦχα σας, εὔμορφα ἐνδυθεῖτε,
στὴν ἐκκλησίαν τρέξατε, μὲ προθυμίαν μπεῖτε.
Ν᾿ ἀκούσετε μὲ προσοχὴν ὅλην τὴν ὑμνωδίαν
καὶ μὲ πολλὴν εὐλάβειαν τὴν θείαν λειτουργίαν.
Καὶ πάλιν σὰν γυρίσετε εἰς τὸ ἀρχοντικόν σας,
εὐθὺς τραπέζι στρώσετε, βάλτε τὸ φαγητόν σας.
Καὶ τὸν σταυρόν σας κάμετε, γευθεῖτε, εὐφρανθεῖτε,
δότε καὶ κανενὸς πτωχοῦ, ὅστις νὰ ὑστερεῖται.
Δότε κι ἐμᾶς τὸν κόπον μας, ὅ,τ᾿ εἶναι ὁρισμός σας,
καὶ ὁ Χριστός μας πάντοτε νὰ εἶναι βοηθός σας.
Καὶ εἰς ἔτη πολλά.
Νπαίνανε στὸ σπίτι μὲ χαρά, βγαίνανε μὲ πιὸ μεγάλη χαρά. Παίρνανε ἀρχοντικὰ φιλοδωρήματα ἀπὸ τὸν κουβαρντᾶ τὸν νοικοκύρη, κι ἀπὸ τὴ νοικοκυρὰ λογιῶ-λογιῶν γλυκά, ποὺ δὲν τὰ τρώγανε, γιατὶ ἀκόμα δὲν εἶχε γίνει ἡ Λειτουργία, ἀλλὰ τὰ μαζεύανε μέσα σὲ μία καλαθιέρα.
Ἀβραμιαῖα πράγματα! Τώρα στεγνώσανε οἱ ἄνθρωποι καὶ γινήκανε σὰν ξερίχια ἀπὸ τὸν πολιτισμό! Πᾶνε τὰ καλὰ χρόνια!
Ὅλα γινόντανε ὅπως τά ῾λεγε τὸ τραγούδι: Πέφτανε στὰ ζεστά τους καὶ παίρνανε ἕναν ὕπνο, ὥσπου ἀρχίζανε καὶ χτυπούσανε οἱ καμπάνες ἀπὸ τὶς δώδεκα ἐκκλησιὲς τῆς χώρας. Τί γλυκόφωνες καμπάνες! Ὄχι σὰν τὶς κρύες τὶς εὐρωπαϊκές, ποὺ θαρρεῖς πὼς εἶναι ντενεκεδένιες! Στολιζόντανε ὅλοι, βάζανε τὰ καλά τους, καὶ πηγαίνανε στὴν ἐκκλησιά.
Σὰν τελείωνε ἡ Λειτουργία, γυρίζανε στὰ σπίτια τους. Οἱ δρόμοι ἀντιλαλούσανε ἀπὸ χαρούμενες φωνές. Οἱ πόρτες τῶν σπιτιῶν ἤτανε ἀνοιχτὲς καὶ φεγγοβολούσανε. Τὰ τραπέζια περιμένανε στρωμένα μ᾿ ἄσπρα τραπεζομάντηλα, κι εἴχανε πάνω ὅτι βάλει ὁ νοῦς σου. Φτωχοὶ καὶ πλούσιοι τρώγανε πλουσιοπάροχα, γιατί οἱ ἀρχόντοι στέλνανε ἀπ᾿ ὅλα στοὺς φτωχούς. Κι ἀντὶς νὰ τραγουδήσουνε στὰ τραπέζια, ψέλνανε τὸ Χριστὸς γεννᾶται, δοξάσατε, Ἡ Παρθένος σήμερον τὸν ὑπερούσιον τίκτει, Μυστήριον ξένον ὁρῶ καὶ παράδοξον. Ἀφοῦ εὐφραινόντανε ἀπ᾿ ὅλα, πλαγιάζανε «ξέγνοιαστοι, σὰν τ᾿ ἀρνιὰ ποὺ κοιμόντανε κοντὰ στὸ παχνί, τότες ποὺ γεννήθηκε ὁ Χριστός, ἐν Βηθλεὲμ τῆς Ἰουδαίας.
Τώρα ἂς πᾶμε τὴν ἴδια βραδιὰ στὴν ἀντικρινὴ στεριά, ποὺ τρεμοσβήνουνε ἕνα-δύο μικρὰ φωτάκια, πέρα ἀπὸ τὸ πέλαγο ποὺ βογγᾶ ἀπὸ τὸν ἄγριο τὸν χιονιᾶ.
Εἶναι ἕνα μαντρὶ πίσω ἀπὸ μία ραχούλα κοντὰ στὴ θάλασσα, φυτρωμένη ἀπὸ πουρνάρια. Αὐτὸ τὸ μαντρὶ εἶναι τοῦ Γιάννη τοῦ Βλογημένου. Τὰ πρόβατα εἶναι σταλιασμένα κάτω ἀπὸ τὴ σαγιὰ καὶ ἀκούγουνται τὰ κουδούνια, τὶν-τίν, ὅπως ἀναχαράζουνε. Ἐπειδὴ γεννᾶνε, οἱ τσομπαναραῖοι παρὰ-φυλάγουνε καί, μόλις γεννηθεῖ κανένα ἀρνί, τ᾿ ἁρπᾶνε καὶ τὸ μπάζουνε στὸ καλύβι καὶ τὸ ζεσταίνουνε στὴ φωτιὰ νὰ μὴν παγώσει. Ἀπ᾿ ὄξω φωνάζουνε οἱ μαννάδες. Ἡ φωτιὰ ξελοχίζει καὶ τὸ καλύβι εἶναι σὰν χαμάμι.
Ἐκεῖ-μέσα βρίσκουνται ἓξ᾿-ἑφτὰ νοματέοι, καθισμένοι γύρω ἀπὸ τὸν σοφρᾶ. Πρῶτος εἶναι ὁ ἀρχιτσέλιγκας Γιάννης ὁ Βλογημένος, πού, ἅμα τὸν δεις, θαρρεῖς πῶς βρίσκεσαι ἀληθινὰ στὸ μαντρὶ ποῦ γεννήθηκε ὁ Χριστός. Εἶναι ἀρχαῖος ἄνθρωπος, ἀθῶος, μὲ γένια μαῦρα, σὰν ἅγιος. Τὰ ροῦχα ποὺ φορᾶ εἶναι βρακιὰ ἀνατολίτικα, στὰ ποδάρια του ἔχει τυλιγμένα πετσιὰ δεμένα μὲ λαγάρες, στὸ σελάχι του ἔχει ἤσκα καὶ τσακμάκι. Κι οἱ ἄλλοι τσομπάνηδες εἶναι σὰν τὸν Γιάννη, μονάχα ποὺ ὁ Γιάννης κάθεται μὲ τὸ πουκάμισο, ἐνῶ οἱ ἄλλοι, ἐπειδὴ βγαίνουνε ὄξω γιὰ νὰ κοιτάζουνε τὰ νιογέννητα, φορᾶνε προβιὲς προβατίσιες μὲ τὸ μαλλὶ γυρισμένο ἀπὸ μέσα.
Αὐτοὶ ποὺ κάθουνται στὸν σοφρᾶ εἶναι μουσαφιραῖοι. Ὁ ἕνας εἶναι ὁ Παναγῆς ὁ Στριγκάρος, κοντραμπατζῆς ξακουσμένος γιὰ τὴν παλικαριά του. Εἶχε πάγει γιὰ κυνήγι καὶ νυχτώθηκε στὸ μαντρί. Μὲ τὸν Γιάννη γνωριζόντανε ἀπὸ χρόνια, κι εἶχε κοιμηθεῖ πολλὲς φορὲς στὴ στάνη. Οἱ ἄλλοι τρεῖς ἤτανε καρβουνιάρηδες, ποὺ κάνανε κάρβουνα ἐκεῖ-κοντά. Οἱ ἄλλοι δύο ἤτανε ψαρᾶδες, ὁ γερο-Ψύλλος μὲ τὸ γιό του τὸν Κωσταντῆ.
Καθόντανε λοιπὸν γύρω στὸ σοφρᾶ καὶ τρώγανε. Ἀπάνω στὸ τραπέζι ἤτανε κρέατα, μυτζῆθρες ἀνάλατες, μανούρια, ἁγίζια, ψάρια, μπεκάτσες ψητές, τσίχλες, κι ἄλλα πουλιὰ τοῦ κυνηγιοῦ.
Ὁ ἕνας ὁ καρβουνιάρης ἤτανε ἀπὸ τὰ μπουγάζια τῆς Πόλης, ἀπὸ τὴ Μάδυτο, κι ἤξερε κι ἔψελνε καλά, εἶχε καὶ φωνὴ γλυκιὰ καὶ βαριά, τζουράδικη. Ἔψαλε τὸ Μεγάλυνον, ψυχή μου, μὲ τέτοιο μεράκι, ποὺ κλάψανε οἱ ἄλλοι ποὺ τὸν ἀκούγανε, κι ὁ Γιάννης ὁ Βλογημένος. Τὸ καλύβι γίνηκε σὰν ἐκκλησιά, ἔλεγες πὼς ἐκεῖ μέσα γεννήθηκε ὁ Χριστός.
Ἀπ᾿ ἔξω ὁ χιονιᾶς μούγκριζε καὶ τσάκιζε τὰ ρουπάκια. Ὁ γερο-Στριγκάρος καθότανε στὰ σκοτεινὰ συλλογισμένος καὶ μασοῦσε τὸ μουστάκι του. Φοροῦσε μία κατσούλα ἀπὸ ἀστραχάν, μ᾿ ὅλο ποὺ ἔκανε ζέστη, κι εἶχε χωμένη τὴν ἀπαλάμη τοῦ κάθε χεριοῦ του μέσα στ᾿ ἀνοιχτὸ μανίκι τ᾿ ἀλλουνοῦ χεριοῦ.
Γιὰ μία στιγμὴ σωπάσανε νὰ κουβεντιάζουνε. Ὁ Στριγκάρος, σκυφτός, κοίταζε τὸ χῶμα. Κούνησε κάμποσο τὸ κεφάλι του, κι ἄνοιξε τὸ στόμα του κι εἶπε:
Βρὲ παιδιά, καλὰ ἐσεῖς, γιορτάζετε τὴ χάρη Του, εἴσαστε καλοὶ ἄνθρωποι. Ἂμ ἐγώ, τί ψυχὴ θὰ παραδώσω, ποὺ σκότωσα καμιὰ κοσαριὰ ἀνθρώπους; Ἀκόμα καὶ γυναῖκες ξεκοίλιασα, καὶ μωρὰ πράματα χάλασα!
Κανένας δὲ μίλησε. Ὕστερ᾿ ἀπὸ ὥρα, σὰν νά ῾τανε μοναχός, ξανακούνησε τὸ κεφάλι του κι ἀναστέναξε κι εἶπε:
«Ἄραγες ὑπάρχει Κόλαση καὶ Παράδεισο;...
Καὶ δάγκασε τὸ μουστάκι του. Ξανακούνησε τὸ κεφάλι του κι εἶπε μέσα στὸ στόμα του, σὰ νὰ μιλοῦσε μὲ τὸν ἑαυτό του:
Δὲν μπορεῖ! Κάτιτις θὰ ὑπάρχει…
Καὶ δὲν ξαναμίλησε.

Λιβανι, Σμυρνα και Χρυσος: Τι συμβολιζουν τα Τιμια Δωρα;

12:00:00 π.μ.


Το Λιβάνι ήταν ένα άρωμα που χρησιμοποιούσαν οι Ιουδαίοι και σαν δώρο συμβόλιζε πως ο Χριστός θα γινόταν αγαπητός.

Το χρυσάφι ήταν το αγαθό των Βασιλιάδων, πράγμα που συμβόλιζε την ιδιότητα ως Βασιλιά που έχει ο Χριστός για τους Χριστιανούς.
 
Η Σμύρνα ήταν άρωμα που τοποθετούσαν στους νεκρούς για να μυρίζουν ωραία, πράγμα που συμβόλιζε πως ο Χριστός θα υπέφερε και θα πέθαινε.

Λιβάνι κοινώς λιβάνι η λιβανωτός: αρωματική ελαιώδης ρητίνη του δένδρου βοσουελλίας της καρτερεί-ου, πού φύεται στις αμμώδεις εκτάσεις της Αραβίας, της Σομαλίας, των Ινδιών και του Λιβάνου.

Χρησιμοποιήθηκε σαν θυμίαμα για κοσμική και λατρευτική χρήση από τα πανάρχαια χρόνια (Αιγύπτιοι, Βαβυλώνιοι, Εβραίοι).

Μύρα κοινώς μύρον ή μύρρα: αρωματική υδατοδιαλυτή ρητίνη του φυτού μύρρας της κομμιοφόρου και άλλων συγγενών πού φύονται στην Αραβία και την Αιθιοπία.

Στα δώρα των μάγων δόθηκαν οι εξής συμβολισμοί σε σχέση με τον Χριστό:
ο χρυσός ως τιμή σ” αυτόν ως τον νέο βασιλιά του κόσμου το λιβάνι ως Θεό
η σμύρνα ως αυτόν που θα θυσιαζόταν για χάρη των ανθρώπων

Η σημασία των Δώρων
 
Στο εδάφιο 2:

Πού είναι αυτός που γεννήθηκε, ο βασιλιάς των Ιουδαίων;

Επειδή, είδαμε το αστέρι του στην ανατολή, και ήρθαμε για να τον προσκυνήσουμε (2:2).
Στο εδάφιο 11:

Και όταν ήρθαν στο σπίτι, είδαν το παιδί μαζί με τη Μαρία, τη μητέρα του, και
πέφτοντας κάτω το προσκύνησαν, και ανοίγοντας τους θησαυρούς τους,
του πρόσφεραν δώρα, χρυσάφι και λιβάνι και σμύρνα (2:11).

Προσκύνησαν αφού άκουσαν τον βασιλιά, αναχώρησαν, και ξάφνου, το αστέρι, που είχαν δει στην ανατολή, προπορευόταν απ” αυτούς, μέχρις ότου, φτάνοντας, στάθηκε επάνω εκεί όπου ήταν το παιδί. Και καθώς είδαν το αστέρι, χάρηκαν με χαρά υπερβολικά μεγάλη (Ματθαίος 2:9-10). Προσκύνησαν με την καρδιά τους.

Του πρόσφεραν Δώρα βασιλικά. Προσφέρουν αυτό που λατρεύουν, τα εργαλεία τους, τα όπλα τους. Το λιβάνι και η σμύρνα, ήταν τα πιο ακριβά μυρωδικά καρυκεύματα, σε όλη τη Μέση Ανατολή και τη Μεσόγειο. Το χρησιμοποιούσαν για θυσίες σε τελετές που έκαναν, στους ναούς τους, ή για να πάρουν χρησμούς. Υπάρχουν αρκετά βαβυλωνιακά κείμενα που βεβαιώνουν αυτό.

Τα δώρα τους ήταν φόρος υποτέλειας, ήταν τα όπλα τους, αυτό που θεωρούσαν πιο σημαντικό και το λάτρευαν. Στην Παλαιά Διαθήκη όταν ο βασιλιάς Εζεκίας, έδειξε στους Βαβυλώνιους τους θησαυρούς του και στους θησαυρούς υπήρχαν κατά πάσα πιθανότητα αυτά τα τρία (Β΄ Βασιλέων 20:13)
Τα δώρα των μάγων δεν ήταν δώρα για μωρό.
Συμβόλιζαν την προσκύνηση και υποταγή τους στο νέο βασιλιά.
Ήταν μια θυσία. Θυσίαζαν αυτό που πριν λάτρευαν.
Η μόνη κατάλληλη θυσία για το βασιλιά Χριστό, που δείχνει την αλλαγή στη ζωή μας, είναι να θυσιάσουμε αυτό που λατρεύουμε πριν πάμε στο Χριστό.
Οι μάγοι με την ελάχιστη γνώση τους, έστω έψαξαν και βρήκαν τον Ιησού.
Και θα με ζητήσετε, και θα με βρείτε, όταν με ζητήσετε με όλη σας την καρδιά
(Ιερεμίας 29:13)

Ανεκτίμητο κειμήλιο της Ιεράς Μονής Αγίου Παύλου

Τα Τίμια Δώρα είναι χρυσός, λίβανος και σμύρνα

O χρυσός βρίσκεται υπό την μορφή εικοσιοκτώ επιμελώς σκαλισμένων επιπέδων πλακιδίων, ποικίλων σχημάτων (παραλληλογράμμων, τραπεζοειδών, πολυγώνων κτλ.) και διαστάσεων περίπου 5 εκ. χ 7 εκ. Κάθε πλακίδιο έχει διαφορετικό σχέδιο πολύπλοκης καλλιτεχνικής μικροεπεξεργασίας.

O λίβανος και η σμύρνα διατηρούνται ως μείγμα υπό την μορφή εξήντα δύο περίπου σφαιρικών χανδρών μεγέθους μικρής ελιάς.

Φυλάσσονται με ιδιαίτερη επιμέλεια στο θησαυροφυλάκιο της Ιεράς Μονής Αγίου Παύλου. Για λόγους ασφαλείας είναι κατανεμημένα σε διάφορες λειψανοθήκες, μόνο μέρος δε αυτών εκτίθεται για προσκύνηση των επισκεπτών της Ιεράς Μονής ή μεταφέρεται προς αγιασμό εκτός Αγίου Όρους στις κατά τόπους Ιερές Μητροπόλεις.

Γράφει ο Ευαγγελιστής Λουκάς για την Παναγία ότι
«διετήρει πάντα τα ρήματα ταύτα εν τη καρδία αυτής» (Λουκ. β” 19, 51).
Πιστεύεται από τους θεολόγους ερμηνευτές ότι ένα μεγάλο μέρος από αυτά τα «ρήματα», τα λόγια και τα γεγονότα δηλαδή της ζωής του Κυρίου, η Θεοτόκος τα εκμυστηρεύθηκε στον Άγιο Απόστολο Λουκά ο οποίος και τα συμπεριέλαβε στο Ευαγγέλιο του.

Παράλληλα με τα άγια «ρήματα» του Κύριου, η Υπεραγία Θεοτόκος «διετήρει» και ότι άλλο σχετικό με την επίγεια ζωή του Κυρίου και τα Τίμια Δώρα.

Σύμφωνα με την ιστορικοθρησκευτική μας παράδοση, πριν την Κοίμηση της η Παναγία Μητέρα του Κυρίου τα παρέδωσε μαζί με τα Άγια Σπάργανα του Χριστού, την Τίμια Εσθήτα και την Αγία Ζώνη της στην Εκκλησία των Ιεροσολύμων οπού και παρέμειναν μέχρι το έτος 400 μ.Χ. περίπου.

Κατά το έτος αυτό ο αυτοκράτορας Αρκάδιος τα μετέφερε στην Κωνσταντινούπολη για αγιασμό του λάου και προστασία και προβολή της Βασιλεύουσας.

Εκεί παρέμειναν μέχρι και την άλωση της πόλης από τους Φράγκους το έτος 1204 μ.Χ. Στη συνέχεια μεταφέρθηκαν για λόγους ασφαλείας μαζί με αλλά ιερά κειμήλια στη Νίκαια της Βιθυνίας, προσωρινή πρωτεύουσα του Βυζαντίου, όπου και παρέμειναν για εξήντα περίπου χρόνια.

Με την υποχώρηση των Σταυροφόρων επί αυτοκράτορος Μιχαήλ Παλαιολόγου επεστράφησαν στην Κωνσταντινούπολη μέχρι την υποδούλωσή της στους Τούρκους το 1453 μ.Χ.

Μετά την Άλωση η Μάρω, χριστιανή σύζυγος του σουλτάνου Μουράτ Β” (1421-1451) και μητρυιά του Μωάμεθ Β” του Πορθητού, τα μετέφερε αυτοπροσώπως στην Ιερά Μονή Αγίου Παύλου στο Αγιο Όρος.

Η Μονή αυτή της ήταν γνωστή αφού ο πατέρας της Γεώργιος Βράγκοβιτς, δεσπότης της Σερβίας, έκτισε το καθολικό της προς τιμή του Αγίου Μεγαλομάρτυρα Γεωργίου του Τροπαιοφόρου.

Κατά την αγιορείτικη παράδοση καθώς η Μάρω ανέβαινε από τον αρσανά (λιμάνι) στην Μονή, η Κυρία Θεοτόκος την εμπόδισε με υπερφυσικό τρόπο να πλησίασει στη Μονή και έτσι να παραβίασει το άβατον του Αγίου Όρους.

Αυτή υπάκουσε και παρέδωσε ταπεινά τα Τίμια Δώρα στους μοναχούς και πατέρες, οι όποιοι και έστησαν στο σημείο εκείνο της θεομητορικής παρουσίας ένα Σταυρό πού σώζεται μέχρι σήμερα και λέγεται «Σταυρός της Βασιλίσσης».

Το σουλτανικό έγγραφο με τις σχετικές πληροφορίες παραδόσεως των Τιμίων Δώρων φυλάσσεται στο αρχείο της Μονής του Αγίου Παύλου.

Να τιμησουμε τον Αγιο Βασιλειο τον Μεγα και οχι το διαφημιστικο εκτρωμα με ονομα «Santa Claus»!

11:45:00 μ.μ.



Ἅγιος Βασίλειος καὶ ὄχι Santa Claus 

Ὁ Ἅγιος Βασίλειος ὁ Μέγας, ὁ εἷς ἐκ τῶν Τριῶν Ἱεραρχῶν, πατέρας καὶ διδάσκαλος τῆς Ὀρθοδόξου Ἐκκλησίας, γεννήθηκε γύρω στὸ 330 μ.Χ. στὴ Νεοκαισάρεια τοῦ Πόντου. Προερχόταν ἀπὸ πλούσιο χριστιανικὸ οἶκο εὐγενῶν. Ἀπὸ νεαρῆς ἡλικίας σπούδασε στὰ σημαντικότερα ἐπιστημονικὰ πνευματικὰ κέντρα τῆς ἐποχῆς τουˑ στὴν Καισαρεία, στὸ Βυζάντιο, στὴν Ἀθήνα. Καταρτήστηκε σὲ ἐπιστήμες ὅπως φιλοσοφία, ρητορική, γραμματική, ἀστρονομία, ἰατρική. Ὁ ἴδιος δίδασκε ρητορικὴ τέχνη. Οἱ ἀρετὲς του τὸν ἀνεβίβασαν μέχρι τὸν ἀρχιερατικὸ θρόνο τῆς ἐπισκοπῆς τῆς Καισαρείας. Πρωτοστάτησε στοὺς ἀγῶνες κατὰ τοῦ Ἀρειανισμοῦ. Ἵδρυσε τὴν περίφημη «Βασιλειάδα», συγκρότημα εὐαγῶν ἱδρυμάτων, πτωχοκομεῖο, ὀρφανοτροφεῖο, γηροκομεῖο, ξενοδοχεῖο, νοσοκομεῖο κ.ἄ.. Ἡ φιλανθρωπικὴ του δράση ἦταν ἴσως πρωτοπόρος γιὰ τὴν ἐποχή. Ὁ Μέγας Βασίλειος ὄντας ἄνθρωπος τῶν γραμμάτων, παρουσίασε πλούσιο καὶ σημαντικὸ συγγραφικὸ ἔργο. Ἔχουν διασωθεῖ 365 ἐπιστολὲς του, καθῶς καὶ 19 συγγράμματα δογματικοῦ, ἀσκητικοῦ καὶ ρητορικοῦ περιεχομένου. Ἐκοιμήθη τὸ 357 μ.Χ. καὶ ἐθρηνήθη ἀπὸ χριστιανούς, ἐθνικοὺς καὶ ἰουδαίους. 

Σκεπτόμενος τὸν βίο του, μοῦ εἶναι δύσκολο νὰ φαντάζομαι αὐτὴν τὴν σεβάσμια, πνευματικὴ καὶ ἀσκητικὴ μορφὴ τῆς Ὀρθοδόξου Ἀνατολικῆς Ἐκκλησίας, σὰν ἕνα παχύσαρκο κατεργάρηˑ σὰν ἕναν γέρο Οὗννο ἐνδεδυμένο στὰ χρώματα τῆς CocaCola, ὁ ὁποῖος σκαρφαλώνει σὰν τὸν κλέφτη στοὺς ἐξώστες μας πάνω σὲ κλίμακες ἀπὸ λαμπάκια. 

Κάτι ἄλλο συμβαίνει. Καὶ αὐτὸ που συμβαίνει εἶναι ὅτι ‘’αὐτό’’ που βλέπουμε ὡς χριστουγεννιάτικο διάκοσμο πάνω σὲ ἐξώστες, ἔλατα(μὴ χειρότερα) καὶ καταστήματα, δὲν εἶναι ὁ Ἅγιος Βασίλειος. Εἶναι ἕνα δυτικὸ εἰδωλολατρικὸ κατάλοιπο που ἀκούει στὸ ὄνομα Santa Claus(Σάντα Κλάους). 

Ὁ Σάντα Κλάους εἶναι ἕνα στοιχείο τῆς εὐρωπαϊκῆς λαογραφίας. Συμβολίζει τὴν ἐπάρκεια τῶν άγαθῶν, τὴν καλοτυχία, τὸν ἅγιο Νικόλαο(κατὰ τοὺς Γερμανούς), τὸν θεὸ Ὄντιν καὶ διάφορα ἄλλα κατὰ τόπους. Ἀντίστοιχη μορφὴ συναντᾶται καὶ στὴν ὁμόδοξη Ρωσσία, ὑπὸ τὴν προσωνυμία ΄΄ὁ Γερο-Ψῦχος΄΄(Дед Мороз), ὁ ὁποῖος μάλιστα συνοδεύεται ἀπὸ τὴν νεαρὴ ἐγγονὴ του(νέα ἐποχή;). Ὡστόσο καὶ ἐκεῖ ὁ σλαυικὸς παραδοσιακὸς τύπος ἔχει ἀντικατασταθεῖ αἰσθητικὰ ἀπὸ τὸν Σάντα Κλάους.
Τὶ εἶναι οὐσιαστικὰ ὁ σύγχρονος Σάντα Κλάους; Ἕνα σύμβολο τῆς δυτικῆς εὐδαιμονίας(βλέπε στραβωμάρας) που μόνο σὲ ἅγιο ἀσκητὴ δὲν παραπέμπει. Μία ἀκαλαίσθητη σουρωμένη παχύδερμη μορφὴ τῆς βαρβαρικῆς αφθονίας, ἔλλειψης μέτρου καὶ ἐγκράτειας. Εἶναι μία φράγγικη ἑτερόδοξη παράδοση, τὴν ὁποῖα τεχνηέντως προωθεῖ ἡ παγκοσμιοποίηση, μέσα στὰ πλαίσια ἐπιβολῆς πανθησκειῶν καὶ πανεθίμων. Δὲν εἶναι τυχαῖο που ὁ ἴδιος καὶ τὰ σύμβολά του(τάρανδροι,σκοῦφος,κάλτσα) διαδίδονται καὶ στὸν μουσουλμανικὸ κόσμο. Ἀρκεῖ νὰ ρίξετε μιὰ ματιὰ στὶς νέες τάσεις πρωτοχρονιάτικης διακόσμησης σὲ κάποιες ἀνατολικὲς χώρες, ὅπου κυριαρχεῖ τὸ Ἰσλάμ. Στὶς ἴδιες μουσουλμανικὲς χώρες ἑορτάζονται καὶ ἄλλες παγκόσμιες ἐμπορικὲς ἑορτὲς καὶ ἡμέρες, ὅπως τῆς γυναῖκας, τοῦ ἁγίου Βαλεντίνου, τοῦ τιμίου διαζυγίου, τοῦ νεφροῦ, τοῦ μακαρονιοῦ, καθῶς καὶ ἄλλες νεοεποχίτικες σαχλαμάρες. Ἀλλὰ αὐτὸ εἶναι ἕνα ἄλλο τεράστιο θέμα… 

Αὐτὸ που δὲν ἀντιλαμβανόμαστε εἶναι ὅτι ὁ τέτοιου εἴδους ἐμπορικὸς ‘’ἁηβασίλης’’, οὐδεμία σχέση ἔχει μὲ τὰ Χριστοῦγενναˑ μὲ τὰ δικὰ μας ρωμαίϊκα Χριστούγεννα. Οἱ Ἑλληνορωμηοί, διατηρήσαμε πάμπολλα ὡραῖα κατάλοιπα τῶν προχριστιανικῶν μας πρωτοχρονιάτικων παραδόσεων. Τέτοιο εἶναι οἱ καλικάντζαροι καὶ τὸ δένδρο τῆς ζωῆς. Ἀπὸ πότε μᾶς προέκυψε ὁ Σάντα Κλάους; Ποιοὶ τὸν εἰσήγαγαν καὶ τὸν προωθοῦν στὸ ἐμπόριο καὶ στὴν τηλεόραση; Διότι ἀποκλείεται νὰ τὸν λάβαμε αὐθόρμητα ὡς μιὰ ἑλκυστικὴ ξένη ἐπιρροή, ἐμεῖς καὶ ὁ ὑπόλοιπος πλανήτης. Πιστεύω ὅτι αὐτοὶ που ἔχουν συμφέρον ἀπὸ τὴν καθιέρωση τέτοιων συμβόλων προσβλέπουν σὲ δύο κυρίως πράγματα. Στὸ οἰκονομικὸ κέρδος καὶ στὴν ἀποχριστιανοποίηση τῶν ἑορτῶν μας. Λίγο-πολὺ γνωρίζουμε ποιοὶ εἶναι αὐτοὶ καὶ ποιὰ εἶναι ἡ θρησκεία τους. 

Τὸ θέμα εἶναι τὶ κάνουμε ἐμεῖς. Δὲν εἶμαι κάποιος κληρικὸς ἤ θεολόγος, ἀλλὰ ἕνας ἁπλὸς λαϊκὸς ἀνάμεσα στοὺς πολλούς. Δόξα τῷ Θεῷ, ἐδῶ καὶ χρόνια στὸ θέμα αὐτὸ ἔχουν ἀναφερθεῖ καὶ συνεχίζουν νὰ ἀναφέρονται ἄνθρωποι πιὸ ἁρμόδιοι ἀπὸ ἐμένα, πιὸ σημαντικοί, πιὸ ἀξιόλογοι. Παρ’ ὅλα αὐτά, τίποτε δὲν ἀλλάζει. Τὸ φαινόμενο παραμένει καὶ ριζώνει στὴ συνείδηση τοῦ λαοῦ μας. 

Συχνὰ τέτοιες ἡμέρες δυσαρεστούμαστε ἐπειδὴ ἡ σύγχρονη ζωὴ μᾶς κάνει νὰ βιώνουμε ‘’Χριστούγεννα δίχως Χριστό’’. Θὰ συμπλήρωνα ἐπίσης, Χριστούγεννα δίχως Ἁη Βασίλη. 

Καλῶ ὅλους τοὺς λαϊκούς. Κατὰ τὴ διάρκεια αὐτῶν τῶν εἴκοσι μὲ τριάντα ἑορταστικῶν ἡμερῶν, νὰ ἐνημερώνουν σχετικὰ ὁ ἕνας τὸν ἄλλον. Νὰ μὴν ἀγοράζουν αὐτὸ τὸ πρᾶγμα. 

Καλῶ τοὺς ἱερεῖς μας νὰ κάνουν εἰδικὰ κηρύγματα. Καλῶ τοὺς ἀναδόχους νὰ διδάσκουν τὰ πνευματικὰ τους παιδιά. Καλῶ ὅλους τοὺς γονεῖς νὰ πετάξουν αὐτὸ τὸ πρᾶγμα ἀπὸ τὰ σπίτια τους. Διότι ὁ Σάντα Κλάους δὲν εἶναι Ἅγιος Βασίλης. Δὲν ἔχει καμμία σχέση μὲ τὴν πίστη μας. Δὲν ἔχει καμμία σχέση μὲ τὴν Χριστοῦ Γέννα. 

Χρόνια πολλὰ καὶ καλὰ ἀδελφοὶ μου. 

Σπάρτακος Τανασίδης 
tanasidisspartakos@yahoo.gr

Πώς να φτιαξετε ΧΡΙΣΤΟΨΩΜΟ (Παραδοσιακη Συνταγη)

11:30:00 μ.μ.



Χριστόψωμο λέγεται γενικά το ψωμί (καρβέλι) ή κουλούρα που οι ελληνίδες νοικοκυρές έχουν παρασκευάσει 2-3 ημέρες προ των Χριστουγέννων ειδικά για τη μεγάλη αυτή εορτή.

Η μόνη διαφορά με τα άλλα συνήθη ψωμιά είναι ο πλούσιός του στολισμός με λογής-λογής κεντήματα (κεντίδια) ή «πλουμίδια» όπως ονομάζονται!

Αυτά δε τα πλουμίδια δεν είναι τυχαία και επιπόλαια κεντίδια αλλά σεβαστά σχήματα που συμβολίζουν τον καημό και το όνειρο της ελληνικής αγροτιάς.

Ένα κεφαλαίο Β συμβολίζει το ζυγό του αλετριού (από την ιστορία της σποράς) ενώ άλλες παραστάσεις αλέτρι βόδια κλπ συμβολίζουν το αυτό. Στο άλλο μισό της επιφάνειας του Χριστόψωμου με «σωρό» ζύμης παρίσταται η «στοίβα» (οι θημωνιές), πλαισιωμένη με φύλλα αμπέλου και ελιάς, η προσδοκία, το όνειρο για το ερχόμενο Καλοκαίρι. Επίσης πολλές φορές απεικονίζεται και το σπίτι στο οποίο και θα έρθει η ευτυχία της χρονιάς μια ιδιαίτερη σημασία που τονίζεται και στα κάλαντα:

«Σ΄ αυτό το σπίτι πού ΄ρθαμε πέτρα να μη ραΐσει
κι ο νοικοκύρης του σπιτιού χίλια χρονιά να ζήσει»

Ασφαλώς και δεν εννοείται ράγισμα πέτρας αλλά την απευχή του θανάτου που με τους θρήνους και ολοφυρμούς μπορούν να κάνουν και «τις πέτρες να ραΐσουν» γι΄ αυτό και αμέσως μετά η ευχή καμιά συμφορά κι ο νοικοκύρης χίλια χρόνια να ζήσει.
Αυτό το ψωμί αφιερώνει η ελληνική οικογένεια με ευλάβεια στη Γέννηση του Χριστού που θα στέρξει να μεταβάλει τα «πλουμίδια» σε ευλογημένη πραγμάτωση.

Αυτή είναι και η βάση της λατρευτικής ψυχολογίας από πανάρχαιους χρόνους της ελληνικής φυλής που βεβαίως έχει προσαρμοστεί στη νεότερη Θρησκεία της.

Παραθέτω τη συνταγή που φτιάχνουμε στην οικογένεια για τα Χριστούγεννα αλλά και για τον ερχομό της νέας χρονιάς.

Υλικά
1 κιλό αλεύρι για όλες τις χρήσεις
2 φακελάκια μαγιά
1/2 κ.γλ. αλάτι
2 κ.γλ. ζάχαρη
2 κ.σ. γλυκάνισο
3-4 κομματάκια μαστίχα θρυμματισμένη
1/2 κ.γλ. μαχλέπι σκόνη
λίγο σουσάμι
λίγο βούτυρο και αλεύρι για το ταψί μας

Εκτέλεση
Βράζουμε το γλυκάνισο με δυο φλιτζάνια νερό και κρατάμε το ζουμί. Σε μια λεκάνη ρίχνουμε το αλεύρι και κάνουμε μια λακουβίτσα στο κέντρο. Ρίχνουμε τη μαγιά, το αλάτι και τη ζάχαρη, προσθέτουμε τη μαστίχα και το μαχλέπι και σιγά σιγά το νερό του γλυκάνισου. Ζυμώνουμε απαλά μέχρι να έχουμε μια ζύμη ελαστική, να μην κολλάει στα χέρια. Αν είναι πολύ σφιχτή ίσως χρειαστεί να προσθέσετε λίγο νεράκι ακόμη. Αφήνουμε τη ζύμη μας σε ζεστό μέρος να φουσκώσει.

Στη συνέχεια βουτυρώνουμε ένα ταψάκι και το αλευρώνουμε τινάζοντας να φύγει η περισσή ποσότητα. Βάζουμε μέσα τη ζύμη μας και με λιγο ζυμάρι που έχουμε κρατήσει φτιάχνουμε δύο κορδόνια τα οποία τοποθετούμε πάνω στο ψωμί σε σχήμα Σταυρού. Στολίζουμε με καρύδια ή αμύγδαλα, πασπαλίζουμε με το σουσάμι και βάζουμε να ψηθεί σε προθερμασμένο φούρνο σους 180 βαθμούς για μια ώρα.

Χρόνια πολλά! Καλά Χριστούγεννα...

ΩΦΕΛΙΜΑ

ΓΕΡΟΝΤΕΣ

ΘΑΥΜΑΤΑ

 
Copyright © ΕΛΛΑΣ-ΟΡΘΟΔΟΞΙΑ. Designed by OddThemes | Distributed By Blogger Templates20