SCOTT CAIRNS - Η επίσκεψή μου στην Ιερά Μονή του Αγίου Αντωνίου στην Αριζόνα

Ουκ εστίν προφήτης άτιμος ει μη εν τη πατρίδι αυτού



Ήδη από τον Σεπτέμβριο είχα αποφασίσει πως το συντομότερο δυνατόν θα επισκεπτόμουν το μοναστήρι του αγίου Αντωνίου στην Αριζόνα. Στο παράξενο συναίσθημα της πρώτης μου μέρας στο Άγιον Όρος, το οποίο είχε επιδεινωθεί από ένα περίπλοκο μείγμα τραγωδίας και αγαλλίασης, ήρθαν να προστεθούν δυο φαινομενικά απλές ερωτήσεις του πατρός Ιωσήφ: η πρώτη ήταν αν είχα ποτέ πάει στο μοναστήρι του αγίου Αντωνίου και η δεύτερη αν είχα αναζητήσει τον γέροντα Εφραίμ που είχε διακονήσει για χρόνια ως Ηγούμενος στη μονή Φιλόθεου, προτού εγκαταλείψει το Αγιον Όρος για να ιδρό αεί μοναστήρια στην Αμερική.
Και στις δυο απάντησα αρνητικά.


Εκείνος απάντησε με ένα βλέμμα γεμάτο απορία αναρωτιόταν γιατί να διένυα πάνω από πέντε χιλιάδες μίλια αναζητώντας έναν οδηγό που θα με κατευθύνει στην προσευχή της καρδιάς, όταν ένας από τους πιο, σεβάσμιους γέροντες του Αγίου Όρους ζούσε μαζί με αρκετούς άλλους σε απόσταση μικρότερη των χιλίων μιλίων από το σπίτι μου στο Μιζούρι.


Δεν ήξερα πώς να δικαιολογηθώ.
Επιπλέον, στους μήνες που μεσολάβησαν, η  θύμηση
του προβληματισμού του πατρός Ιωσήφ μού γέννησε μια απορία: Μα γιατί ο πόθος για το πλήρωμα της πίστης και η επιθυμία μου για αληθινή προσευχή με είχαν παρασύρει μακριά από την εκκλησία που είχα αγαπήσει ως παιδί, μακριά από την κοινότητα που είχε σπείρει μέσα μου την επιθυμία για τον Θεό;



Ακόμη με ταλανίζει αυτή η σκέψη.
Αισθάνθηκα ότι έπρεπε επιτέλους να ξεκινήσω και να δω ότι ήταν γραφτό μου να γευθώ και να δω σε μια μοναστική κοινότητα που δε βρισκόταν τόσο μακριά απ’ το σπίτι μου. Την Πέμπτη της Διακαινησίμου, αργά το απόγευμα, προσγειώθηκα στοPHOENIX . Μπήκα στο αυτοκίνητο που είχα νοικιάσει και κατευθύνθηκα νοτιοανατολικά προς FLORENCE. Ο πατήρ Μάρκελλος, υπεύθυνος του ξενώνα και του βιβλιοπωλείου, με είχε προειδοποιήσει μέσω της Σεραφίμα ότι αν δεν έφτανα στο μοναστήρι μέχρι τις οκτώ, θα έπρεπε να περιμένω μέχρι τις δωδεκάμισι το βράδυ για να μπω. 

Κατά τις ενδιάμεσες ώρες οι μοναχοί δε θα ήταν διαθέσιμοι και η ενδεχόμενη άφιξή μου θα είχε ως αποτέλεσμα κάποιος να διακόψει το έργο του, ίσως και την προσευχή του, για να με εξυπηρετήσει.
Δε θα ήταν και ότι καλύτερο.
Μιας και ήμουν σίγουρος πως ήταν αδύνατον να φτάσω πριν τις οκτώ, αποφάσισα να είμαι εκεί γύρω στις δέκα και να κάτσω να διαβάσω στο αυτοκίνητο. Όμως, όπως ήρθαν τα πράγματα, δε χρειάστηκε να περιμένω καθόλου, ούτε καν στο πάρκινγκ του μοναστηριού. Καθοδόν προς τον άγιο Αντώνιο, έπεσα πάνω σε μια φλεγόμενη βάτο.
Μάλλον σε πολλές.
Στην πραγματικότητα, επρόκειτο για μια απέραντη έκταση από θάμνους που καίγονταν.


Η πυρκαγιά είχε ξεσπάσει την προηγούμενη μέρα κι έτσι εγκλωβίστηκα σε ένα οδόφραγμα περίπου δώδεκα χιλιόμετρα μακριά από το μοναστήρι. Όταν οι άντρες της Δασικής Υπηρεσίας φώναξαν «όλα εντάξει», ήταν σχεδόν μεσάνυχτα. Δεκαπέντε λεπτά αργότερα μπήκα στο πάρκινγκ της μονής, που ήταν στρωμένο με αμμοχάλικο.


Ενώ οδηγούσα, για δύο περίπου χιλιόμετρα έβλεπα να καίγονται δίπλα μου χορτάρια, μιμόζες και κάκτοι. Μάλιστα, μια ογκώδης μιμόζα, που απείχε μόλις ενάμισι μέτρο από το δρόμο, είχε τυλιχτεί στις φλόγες. Ήταν η δική μου καιόμενη βάτος μέσα στην έρημο... Δεν ακούγονταν φωνές, αλλά σαν να λάμβανα ένα μήνυμα.


Λίγα λεπτά αργότερα, καθισμένος στο παρκαρισμένο αυτοκίνητο θαύμαζα τον υπέροχο έναστρο ουρανό και ατένιζα προς το βορρά, όπου ο ορίζοντας έλαμπε κατακόκκινος από τη φωτιά. Στην άκρη του πάρκινγκ, τρία πυροσβεστικά οχήματα με τα πληρώματά τους έκαναν τις προβλεπόμενες για την αντιπυρική ζώνη ενέργειες, ώστε να αποφευχθεί τυχόν αναζωπύρωση που θα έφερνε τη φωτιά προς το μέρος μας. Μπορούσα να διακρίνω τα οχήματα και τις φιγούρες των πυροσβεστών, που μεγεθύνονταν μέσα στο σκηνικό των κόκκινων λάμψεων Παρατηρώντας αυτή τη σουρεαλιστική σκηνή, προσπαθούσα να συγκεντρωθώ στο γιατί είχα έρθει.


Το λιγότερο που μπορώ να πω είναι ότι η αναζήτηση ενός πνευματικού δεν πήγε όπως την είχα σχεδιάσει. είχα υποθέσει λίγο καιρό πριν ότι θα έβρισκα έναν Γέροντα 


 Από την πρώτη κιόλας επίσκεψή μου στο Άγιον Όρος και μάλιστα από τις πρώτες μέρες. Θεέ μου, τι φιλοδοξία! Πίστευα ότι θα ακολουθούσαν κι άλλα δύο ταξίδια, προκειμένου να με καθοδηγεί συνεχώς στο ζήτημα της προσευχής. Όπως αποδείχθηκε, αυτά τα ταξίδια είχαν ήδη γίνει, μα πνευματικό δεν είχα βρει.


Αυτή η απογοήτευση με έκανε να υποθέσω ότι αυτό που αναζητούσα στην Ελλάδα ίσως να βρισκόταν αρκετά πιο κοντά, στην ίδια μου την πατρίδα. Θα έμενα στον άγιο Αντώνιο για μια ολόκληρη εβδομάδα και ήλπιζα να συναντήσω τόσο τον Γέροντα Εφραίμ όσο και τον Ηγούμενο του μοναστηριού, γέροντα Παΐσιο. Και οι δυο ήταν εξομολόγοι του μοναστηριού και διακονούσαν ως πνευματικοί τη μοναστική κοινότητα και τους πολλούς προσκυνητές που κατέφθαναν καθημερινά.
Έμεινα στο αυτοκίνητο και άρχισα να προσεύχομαι. Τότε, αμέσως ήρθε στο νου μου μια κουβέντα που λένε οι μοναχοί κάνοντας υπακοή στους Γέροντές τους αλλά και οε κάθε περίσταση: «Ας είναι ευλογημένο».
Τα ίδια λόγια πρόφερα κι εγώ καθώς βγήκα από το αυτοκίνητο και δε σταμάτησα να τα επαναλαμβάνω, μέχρι και τη στιγμή που έφτασα στην πύλη.


Περνώντας μέσα, βρέθηκα στο χώρο αναμονής που ήταν στην αριστερή πλευρά -μια εσωτερική αυλή στρωμένη με πήλινες πλάκες, στην οποία δέσποζε ένα μεγάλο και κομψό κιόσκι. Λίγο πιο πέρα, έστεκε το κτίριο όπου στεγαζόταν το βιβλιοπωλείο. Εκεί θα συναντούσα τον πατέρα Μάρκελλο. Ακόμη και υπό το φως του φεγγαριού, μπορούσε κανείς να διακρίνει ότι το μοναστήρι έμοιαζε με εύφορη όαση, όπου ο ένας κήπος διαδεχόταν τον άλλο, λες και χάνονταν στον νυκτερινό ορίζοντα. Εκείνη τη στιγμή, ένα φως άναψε στο κελί πίσω από  βιβλιοπωλείο και είδα τον οικοδεσπότη να έρχεται προς το μέρος μου. Ένας μικροκαμωμένος μοναχός άνοιξε την πόρτα και βγήκε έξω. Με είδε που στεκόμουν εκεί, μες στη σκοτεινιά, και ρώτησε: «Είσαι ο Ισαάκ;»


Δεν ήταν ο πατήρ Μάρκελλος, αλλά ένας εξαιρετικά νέος μοναχός, ο πατήρ Νικόδημος• θα ’ταν δε θα ’ταν είκοσι χρονών. Με υποδέχθηκε με σχεδόν οδυνηρή συστολή και μου ζήτησε να τον ακολουθήσω στο αρχονταρίκι, χωρίς να πει κάτι παραπάνω. Απ’ ότι κατάλαβα, σιγοψιθύριζε μονάχα την προσευχή του Ιησού, διατηρώντας ένα ρυθμό στον οποίο η πρώτη συλλαβή της λέξης, «Κύριε», τονιζόταν ηχηρά. Το μονοπάτι, στρωμένο με αμμοχάλικο, έστριβε μέσα από μια έκταση με ανθισμένα δέντρα, φοινικόδεντρα και κάκτους, καταλήγοντας στους ανδρικούς κοιτώνες.
0 πατήρ Νικόδημος μού υπέδειξε το δωμάτιό μου και με ενημέρωσε για την έναρξη της ακολουθίας του Μεσονυκτικού στις τρεις και μισή το πρωί. 



Έπειτα, αποχώρησε συνεχίζοντας την προσευχή.
Θα περνούσα ολόκληρη την εβδομάδα στον άγιο Αντώνιο. Θα παρακολουθούσα τη Θεία Λατρεία κυρίως πιο κεντρικό Καθολικό (αφιερωμένο στους αγίους Αντώνιο
και Νεκτάριο), αλλά καμιά φορά και στις εκκλησίες      
αγίου Γρηγορίου και του αγίου Νικολάου, και θα προσευχόμουν στο παρεκκλήσι του αγίου ΔΗΜΗΤΡΙΟΥ προσκυνούσα τα λείψανα που φυλάσσονταν πιο μικρό παρεκκλήσι του αγίου Παντελεήμονος του Ιαματικού.


Αλλά εκκλησάκια ήταν αφιερωμένα στον άγιο Σεραφείμ του Σάρωφ και τον άγιο Ιωάννη τον Βαπτιστή. Το μέρος ήταν απέραντο και σε προφανή άνθιση, ενώ δινόταν φροντίδα και στην παραμικρή κατασκευαστική λεπτομέρεια.


Το μοναστήρι ιδρύθηκε το 1995, όταν ο γέροντας Εφραίμ, τότε Ηγούμενος της μονής Φιλοθέου στο Άγιον Όρος, έστειλε έξι Αθωνίτες μοναχούς να εγκατασταθούν σε μιαν έκταση που είχαν αποκτήσει στην έρημο Σονόρα της Αριζόνα. Προηγουμένως, ο Γέροντας συνέδραμε στην επάνδρωση και την αποκατάσταση τεσσάρων μοναστηριών του Αγίου Όρους, καθώς και πολλών γυναικείων μοναστηριών στην ηπειρωτική Ελλάδα. Είχε επισκεφτεί τον Καναδά και τις Ηνωμένες Πολιτείες το 1979 και παρακινήθηκε να δράσει, επειδή διαπίστωσε την ύπαρξη ενός κενού στο επίπεδο της μοναστικής υποστήριξης των Ορθόδοξων Χριστιανών της Βόρειας Αμερικής.


Οι έξι μοναχοί στρώθηκαν στη δουλειά στο άψε-σβήσε, έσκαψαν με τρυπάνια ένα πηγάδι, έχτισαν το πρώτο Καθολικό, τους κοιτώνες των μοναχών, την τράπεζα και τους ξενώνες αντρών και γυναικών. Τραβώντας νερό από ένα βαθύ και γενναιόδωρο πηγάδι, άρχισαν να αρδεύουν αυτή τη μικρή γωνιά της ερήμου, δημιουργώντας μια πραγματική όαση με λαχανικά, αμπέλια, εσπεριδοειδή κι έναν ελαιώνα. Στις μέρες μας, οι πολυάριθμες εκκλησίες και τα παρεκκλήσια καθώς και τα διάφορα ξύλινα και πέτρινα οικοδομήματα είναι συνδεδεμένα μεταξύ τους με ένα φροντισμένο σύμπλεγμα που αποτελείται από κήπους, μονοπάτια και κιόσκια με ισπανικού τύπου κρήνες.


Κατά την εκεί παραμονή μου, περιδιάβαινα σε εκτάσεις αλλά ποτέ δεν κατάφερα να τις εξαντλήσω Επιπλέον, ήταν φανερό πως περαιτέρω κατασκευαστικές εργασίες βρίσκονταν σε εξέλιξη. Ειδικότερα, προστέθηκε μια ακόμη τράπεζα, παρόμοια σε μέγεθος, και χτίστηκαν καινούργια κρήνες και παρεκκλήσια στην περιφέρεια του μοναστηριού, ενώ τα φρέσκα λίθινα δρομάκια που χαράχτηκαν μαρτυρούσαν ότι το όραμα επεκτεινόταν.

Σήμερα, η αδελφότητα του αγίου Αντωνίου υπερβαίνει τους σαράντα μοναχούς. Παράλληλα, σε κοντινή απόσταση μονάζουν γυναίκες μοναχές, δημιουργώντας έτσι μια γυναικεία μοναστική κοινότητα, η οποία βρίσκεται υπό την προστασία του μοναστηριού και διακονείται από τους ιερείς και τους Γέροντες του.


 Τις επτά ημέρες που έμεινα εκεί, χρόνος που κύλησε αργά για τα τοπικά δεδομένα, συναντούσα καθημερινά τουλάχιστον πενήντα προσκυνητές. Όσο για την ηλικία των μοναχών, πρέπει να κυμαίνονταν από τα περίπου είκοσι μέχρι και τα εξήντα. 0 γέροντας Εφραίμ πλησίαζε τα ογδόντα, αλλά η πλειονότητα των αδελφών του έμοιαζε να είναι αρκετά νέα, αφού πολλοί από αυτούς διένυαν την τρίτη δεκαετία της ζωής τους. Ομολογώ ότι το νεαρό της ηλικίας αφενός μού προκάλεσε δέος, αφετέρου με ξένισε ως ένα βαθμό. Απ’ όποια πλευρά κι αν το εξετάσουμε, είναι αξιοθαύμαστο το ότι αρκετοί άντρες αυτής της ηλικίας έχουν κιόλας αποστραφεί με τόση σιγουριά την τρυφηλότητα και τις απολαύσεις της κοσμικής ζωής χάριν της ασκητικής. Μερικοί άνθρωποι, συμπεριλαμβανομένων ίσως και μερικών γονιών, βλέπουν αυτή την επιλογή ως υπερβολή και παρέκκλιση Υπάρχουν βέβαια κι εκείνοι που την αναγνωρίζουν ως μια αξιέπαινη αναζήτηση της θέωσης, ανεξάρτητα από ίο πώς φαίνεται αυτή η επιλογή στα μάτια των έξω.



Την βδομάδα που έμεινα μαζί τους, είχα την ευκαιρία να εργαστώ δίπλα σε τρεις από αυτούς τους νεαρούς μοναχούς και ειλικρινά θαμπώθηκα από το πόσο χαρούμενοι και πλήρεις ένιωθαν. Με τον πατέρα Ιωάννη πλύναμε και σκουπίσαμε τα πιάτα, με τον πατέρα Ευθύμιο στρώσαμε και μαζέψαμε τα τραπέζια, ενώ με τον πατέρα Νεκτάριο σκάψαμε αρδευτικά αυλάκια. Και οι τρεις έδειχναν να απολαμβάνουν αληθινά τη ζωή υπακοής και προσευχής που είχαν επιλέξει. Ιδιαίτερη συγκίνηση μου προκάλεσε η γλυκιά ικανοποίηση και η απαστράπτουσα αίσθηση ηρεμίας που εξέπεμπε η παρουσία του πατρός Νεκταρίου, ενός αδύνατου νεαρού, που είμαι βέβαιος ότι δεν ήταν πάνω από είκοσι δύο και ήταν φανερό πόσο καλά αισθανόταν με την κλήση Του.



Περάσαμε μαζί τρία ζεστά απογεύματα, σκάβοντας αυλάκια και αντικαθιστώντας αρδευτικούς κόμβους. Ο πατήρ ήταν διαρκώς συγκεντρωμένος, συγκροτημένος και χαρούμενος. Όταν φτάσαμε στις λεμονιές, τον άκουγα πού και πού να κρυφογελά την ώρα που έσκαβε και συχνά, χωμένος στα φύλλα, να σιγοψιθυρίζει: «Δόξα τω Θεώ».
Στους αντίποδες αυτής της θετικής όψης, η διαμονή μου στο μοναστήρι επισκιάστηκε από ένα διαδεδομένο (δυστυχώς) φαινόμενο, το οποίο έρχεται σε ευθεία σύγκρουση με το πνεύμα των μοναχών. Ήδη από την ίδρυσή του, το μοναστήρι έχει προσελκύσει μια κοινότητα Ορθόδοξων οικογενειών, που έχω συνηθίσει να αποκαλώ “σκληροπυρηνικές”, πολλοί από αυτούς προσήλυτοι. Οδηγώντας κανείς πάνω στη βασική αρτηρία που φτάνει μέχρι ίο μοναστήρι, παρατηρεί σε μήκος πολλών χιλιομέτρων μια ραγδαία οικιστική ανάπτυξη. Έχουν χτιστού ίσως και σαράντα νέες κατοικίες μέσα ή κοντά στα μοναστικά εδάφη.


Μου είναι δύσκολο να εκφραστώ για το θέμα που με προβληματίζει και πιθανόν να είναι αδύνατον να μιλήσω γι’ αυτό χωρίς να υποπέσω και ο ίδιος σε αμαρτία. Κατά συνέπεια, υποθέτω ότι θα αμαρτήσω ευθαρσώς, αλλά πρόθεσή μου είναι απλώς να διασαφηνίσω μια διάθεση που θεωρώ ότι μάς αποδυναμώνει και η οποία ίσως και να αποπροσανατολίζει ορισμένους από την θεμελιακή χαρά που βρίσκεται στην καρδιά της πίστης.


Κάποιες φορές μού έρχεται να ισχυριστώ, κάπως άτυπα, ότι υπάρχουν δύο ειδών Ορθοδοξίες, όπως και δύο εκδοχές της Χριστιανοσύνης: Από τη μια, η μυστική πίστη όσων, έχοντας επίγνωση της απειροελάχιστης γνώσης που διαθέτουμε, έλκονται από την αγάπη και ενεργούν σύμφωνα με αυτήν. Από την άλλη, η ιδιόρρυθμη πίστη όσων θεωρούν ότι ήδη γνωρίζουν τα πάντα και επιτακτικά μάς ζητούν να φτάσουμε στο επίπεδό τους, ειδάλλως να χαθούμε από προσώπου γης.


Αναμφίβολα, η Ορθόδοξη Εκκλησία δε στερείται δικών της θέσεων, ειδικά όσων εκφράζονται στο Σύμβολο της Πίστεως της Νίκαιας και στους συνοδικούς κανόνες της Εκκλησίας. Ωστόσο, είναι πιθανόν εντός της Εκκλησίας (και εννοώ τώρα και την Ορθόδοξη και τη μη Ορθόδοξη Χριστιανοσύνη) να συναντήσει κανείς δύο φανερά διακριτές προσλήψεις αυτών των θέσεων. Είναι μεταξύ τους αντίρροπες, τόσο που δεν είναι καθόλου πιθανό να αναρωτηθεί κάποιος αν οι άνθρωποι που τις  
υποστηρίζουν αποτελούν όντως ένα Σώμα ή αν αυτές οι διαφορές, οι οποίες προκύπτουν από τις πράξεις ανθρώπων που κατά τα άλλα στέκονται ο ένας δίπλα στον άλλο στη Λατρεία, αποκαλύπτουν ότι στην πραγματικότητα έχουμε να κάνουμε με δύο διαφορετικές θρησκείες.


Το πώς κανείς εκλαμβάνει αυτές τις θέσεις και τη Γραφή, από την οποία μάλιστα εκπορεύονται τόσο οι ίδιες όσο και οι πρακτικές που τις συνοδεύουν, ταξινομεί σε μεγάλο βαθμό τους πιστούς στα αντίστοιχα στρατόπεδα. Ορισμένοι εισπράττουν αυτές τις θέσεις ως δυναμικές, ανεξάντλητες, προσωρινές εκλάμψεις προς ένα ατέρμονο μονοπάτι, ενώ κάποιοι άλλοι τις αντιμετωπίζουν ως απολιθωμένες, συμπαγείς και τελεσίδικες. Έτσι, οι μεν τις θεωρούν αφετηρία ενός ταξιδιού με προορισμό τον κόσμο του νοήματος, οι δε τις αντιλαμβάνονται ως περίκλειστες βεβαιότητες που σηματοδοτούν το τέλος του ταξιδιού.


Νομίζω ότι η γενναιόδωρη, και κατά τη γνώμη μου ορθή, προσέγγιση δεν περιορίζεται στην Ορθοδοξία. Παραδείγματος χάριν, ο Μαρτίνος Λούθηρος υποστήριξε ότι μέσα από τις Γραφές «ο Θεός μάς ψελλίζει πράγματα, ακριβώς όπως και π παραμάνα στο μικρό παιδί». Ακόμη, ο KARL BARTH μάς προτρέπει να τις εννοήσουμε ως «μαρτυρία της Αποκάλυψης» και τότε να συνειδητοποιήσουμε ότι ο Ίδιος ο Χριστός, μέσα στην άπειρη δόξα Του, είναι η Αποκάλυψη.


Ο άγιος Ισαάκ ο Σύρος το θέτει ως εξής: «Η Αγία Γραφή μιλάει μέσω των αλληγοριών και πολλάκις επιστρατεύοντας τη μεταφορική χρήση της γλώσσας... Ας μην προσεγγίζουμε χωρίς προσευχή τα Μυστήρια, για τα οποία γίνεται λόγος στις θείες Γραφές, αλλά καλύτερα ας δεώμεθα προς τον Θεό: “Κύριε, επίτρεψε μου να αντιληφθώ τη δύναμη που κρύβεσαι μέσα τους”».


Σε καθεμιά τους, ο αναγνώστης θα μπορούσε να συλλάβει την αίσθηση του συγγραφέα ότι η απεραντοσύνη δεν εξαντλείται στις θέσεις, αφού κείται επέκεινα αυτών, και ότι η Αλήθεια δεν μπορεί να περιγραφεί, πόσο μάλλον να γραφεί ή να συμπυκνωθεί σε μια μόνο φράση.
Επίσης, φαίνεται να υπάρχουν δύο διακριτές εκφάνσεις της ευσέβειας, οι οποίες αφθονούν στον Χριστιανισμό. Η Ορθοδοξία δεν κατάφερε να αποφύγει αυτή τη διχοτόμηση. Η πρώτη εκδηλώνεται από μοναχούς όπως οι πατέρες Νεκτάριος, Δαμιανός και Ιάκωβος, ανθρώπους που υφίστανται ακόμη και την πιο επίπονη άσκηση χαμογελώντας. Η άλλη εκδηλώνεται από εκείνον τον προσκυνητή στη Μεγίστη Λαύρα που συνήθιζα να αποκαλώ “σερίφη” και ο οποίος απαιτούσε να σωπάσουμε, χωρίς μάλιστα να διστάσει να χτυπήσει το χέρι του φίλου μου, όταν αυτός τόλμησε να πλησιάσει το τραπέζι για να πάρει μια ελιά. Θα έλεγα ότι το πρώτο είδος προτιμά την Ανάσταση, το δεύτερο τη Σταύρωση. Για τους πρώτους, η χαρά βρίσκεται σε όλα τα πράγματα, ενώ όσοι ανήκουν στη δεύτερη κατηγορία υιοθετούν ένα αυστηρό, οδυνώμενο προσωπείο. Οι μεν φαίνεται να σπεύδουν προς κάτι και να γεύονται ήδη επί γης τη Βασιλεία των Ουρανών, οι δε να σπεύδουν μακριά από κάτι και να υποφέρουν από ένα είδος επίγειας Κόλασης.


Συνεπώς, κάνοντας μια ανασκόπηση των δημογραφικών δεδομένων της κοινότητας του αγίου Αντωνίου, έχω την αίσθηση ότι, ενώ οι μοναχοί συγκαταλέγονται στην πρώτη κατηγορία, οι πιστοί της περιοχής ίσως να τείνουν προς τη δεύτερη. Έτσι, κατά τις ακολουθίες όλης της εβδομάδας, ο προσωπικός και συνεχής αγώνας μου ήταν να μην εστιάζω το βλέμμα στους γύρω μου. Όποτε τυχόν μού ξέφευγε μια ματιά προς τα βλοσυρά, τραχιά και αγέλαστα πρόσωπά τους, αναπόφευκτα έκανα βουτιά μέσα στην αμαρτία.


Καθημερινά, πάλευα μέσα μου με αυτό το αίνιγμα: Αναρωτιόμουν γιατί η Λατρεία, που εμένα με γαλήνευε και έφερνε χαρά και ευφορία στην καρδιά μου, να εγκλωβίζει τους συνοφρυωμένους και κακόκεφους αδελφούς μου.
Δε θέλω να υπερτονίσω αυτό το σημείο, αλλά κατά κάποιο τρόπο με απωθούσαν.
Μόλις συνειδητοποίησα τη στάση που κρατούσα απέναντι τους, κατάλαβα ότι εκείνη ακριβώς τη στιγμή είχα διαπράξει πολλαπλή αμαρτία.
Αυτό, όμως, τους κατέστησε ακόμη πιο αντιπαθητικούς. Και τα λοιπά.
Νομίζω ότι πιάσατε το νόημα! Η εβδομάδα κράτησε πολύ.


Ο άγιος Ισαάκ ο Σύρος ήταν που με βοήθησε να βγω από αυτό τον φαύλο κύκλο. Μεσοβδόμαδα, εκεί που διάβαζα τα κηρύγματα του Δεύτερου μέρους των Ομιλιών, θυμήθηκα ότι η αμαρτία κατανοείται καλύτερα ως ασθένεια, ενώ η Εκκλησία ως νοσοκομείο, ως ο τόπος της ίασης. Προεκτείνοντας αυτή τη μεταφορά, αντιλήφθηκα πως ένα μοναστήρι, και ειδικά ένα σαν του αγίου Αντωνίου, που είναι τόσο ανοικτό προς το ποίμνιο, εκλαμβάνεται σαν ένα «κέντρο πρώτων βοηθειών», σαν θάλαμος εντατικής. Ιδού πού μπορούμε να ακουμπήσουμε  όταν ο όλεθρος της ασθένειάς μας μας έχει σύρει κονία στο θάνατο.
Μετάνιωσα ειλικρινά για την παρατεταμένη αποτυχία μου να αγαπήσω αυτούς τους άλλους. Ευτυχώς, για το υπόλοιπο της εβδομάδας, π δυσκολία αυτή δεν ξαναφάνηκε.
Κάποια άλλα, όμως, την αντικατέστησε.



Όλες αυτές τις μέρες που δούλευα με τους μοναχούς και απολάμβανα τις ακολουθίες αναζητώντας την προσευχή, ανυπομονούσα να συναντήσω τον πατέρα Εφραίμ και να μιλήσω μαζί του. Μεσοβδόμαδα, ο πατήρ Αρσένιος, ο μοναχός που κανόνιζε αυτές τις συναντήσεις, με πληροφόρησε ότι ο γέροντας δεν έχει την ευχέρεια να συμβουλέψει τους προσκυνητές στα αγγλικά και ότι, επειδή ως γνωστόν τα ελληνικά μου είναι φτωχά, θα ήταν πιο σώφρον να επισκεφτώ τον γέροντα Παΐσιο, τον Ηγούμενο. Εντάξει, ήταν το ίδιο για μένα. Εξάλλου, η Σεραφίμα μού είχε εκφράσει τη βαθιά της συμπάθεια και για τους δύο και είχε αναφερθεί στην απλόχερη βοήθεια που της είχαν προσφέρει ουκ ολίγες φορές στο παρελθόν. Δε σας κρύβω ότι, αφού βαθιά ελπίδα μου ήταν να ανακαλύψω αν κάποιος απ’ αυτούς τους δύο άγιους ανθρώπους μπορούσε να γίνει πνευματικός μου οδηγός θα ήταν ευχής έργον να είναι εκείνος που θα μπορούσα να επικοινωνούμε στα αγγλικά.


Την Τρίτη, μέρα που κλείστηκε η συνάντησή μας, έφτασα στο χώρο αναμονής του Καθολικού στις έντεκα το πρωί, ακριβώς όπως με είχε δασκαλέψει ο πατήρ Αρσένιος. Για τις επόμενες πέντε ώρες περίμενα εκεί προσευχόμενος, ενώ ένα συνεχές ρεύμα προσκυνητών πηγαινοερχόταν. Αρχικά παραξενεύτηκα, αλλά τελικά διαπίστωσα ότι αυτοί οι προσκυνητές που κατέφθαναν κατά κύματα είχαν αναπτύξει πολυετή σχέση με τους Γέροντες, ενώ εγώ, ως πρωτάρης, έπρεπε να περιμένω στωικά τη σειρά μου. Όσο παρατεινόταν η αναμονή, τόσο γιγαντωνόταν η ανυπομονησία μου.


Τι να κάνουμε; Έκατσα. Προσευχήθηκα. Περίμενα τη σειρά μου.
Λίγο πριν τις τέσσερις το απόγευμα, ο πατήρ Αρσένιος με φώναξε στην πόρτα του μικρού γραφείου, όπου εξομολογούσε ο πατήρ Παίσιος. Μπήκα με ευλάβεια, ασπάστηκα το χέρι του και αμέσως μαγνητίστηκα από την εξάντληση, ίσως κι ένα ίχνος αδιαφορίας, που διαγραφόταν στο πρόσωπό του. Ήταν ολοφάνερα κατάκοπος.
Από την αμηχανία μου, τραύλιζα εξηγώντας του ότι ήταν η πρώτη φορά που έβλεπα κάποιο γέροντα στην Αμερική και παραδέχτηκα ότι δεν ήξερα από πού ν’ αρχίσω.
Ούτε λέξη.


Συνέχισα να φλυαρώ, λέγοντάς του ότι επιδίωκα την προσευχή εδώ και χρόνια και πως δεν έβλεπα κάποια σημαντική πρόοδο.
Πάλι δεν έβγαλε μιλιά.


«Γέροντα, ζητώ μια κατεύθυνση, έναν προσευχητικό Κανόνα. Χρειάζομαι καθοδήγηση», κατάφερα να του πω με την αγωνία μου να κορυφώνεται.
Πήρε μια βαθιά ανάσα, με ρώτησε ποιος ήταν ο Κανόνας της προσευχής μου και, αφού του απάντησα, έδειξε προς το κομποσκοίνι μου και μου είπε τα εξής: «Πρόσθεσε δύο ακόμη γύρους για την προσευχή του Ιησού και έναν για τη Θεοτόκο».
«Κάνεις μετάνοιες;», ήταν η επόμενη ερώτησή του.
Του απάντησα ότι ολοκληρώνω την προσευχή μου με αυτήν του αγίου Εφραίμ, μια σειρά προσευχών που περιλαμβάνουν τρεις μετάνοιες σε κάθε επανάληψη.



Στη συνέχεια, με ρώτησε αν είμαι καλά στην υγεία μου και, όταν του απάντησα καταφατικά, συμπλήρωσε; «Πρόσθεσε είκοσι μετάνοιες στον εσπερινό σου Κανόνα και δέκα στον πρωινό».
Είπα πως θα το κάνω.
Έπειτα άρχισε να μου λέει -έμεινα με το στόμα ανοιχτό- τρία γεγονότα της ζωής μου, για τα οποία ποτέ δεν είχα μιλήσει ούτε στον ίδιο αλλά ούτε και σε κανέναν άλλον στο μοναστήρι.
Μετά σηκώθηκε.
Σκέφτηκα ότι στάθηκε όρθιος για να με ευλογήσει, αλλά εκείνος μού έδειξε προς την πόρτα λέγοντας: «Σε λίγο είναι η ώρα της τράπεζας».
Έκανα να φύγω, αλλά ξαναγύρισα στάθηκα μπροστά του και έσκυψα σε ένδειξη σεβασμού. Με τα χέρια μου ενωμένα, έπιασα το δικό του και είπα: «Ευλογείτε».
«0 Κύριος», αποκρίθηκε και με ευλόγησε κάνοντας το σημείο του σταυρού.


Φίλησα το χέρι του και αποχώρησα.
Όλα στριφογύριζαν στο νου μου.
Γυρνώντας στο δωμάτιο, έβγαλα το ημερολόγιό του και κοίταξα πού θα μπορούσε να χωρέσει ένα ακόμη κι ξίδι στο Άγιον Όρος. Ήθελα οπωσδήποτε να τα συζητήσω με τους εκεί πατέρες.


Το επόμενο πρωί, εκεί που περνούσα απ’ τον κήπο, έπεσα πάνω στον πατέρα Αρσένιο και επί τπ ευκαιρία τον ρώτησα αν θα μπορούσα να δω τον γέροντα Εφραίμ. Ένα και μόνο λεπτό μού ήταν αρκετό. Του υποσχέθηκα ότι δεν είχα σκοπό να καταχραστώ τον πολύτιμο χρόνο του. Το μόνο που ήθελα ήταν να ευλογήσει εμένα και το κομποσκοίνι μου. Το βρήκε εξαιρετική ιδέα και μου ζήτησε, όπως και την προηγούμενη φορά, να είμαι εκεί στις έντεκα το πρωί, μήπως και καταφέρει να με χώσει κι εμένα κάπου μεταξύ των πολλών πνευματικών του τέκνων.
Όλα φαίνονταν να έχουν τακτοποιηθεί.


Έφτασα στην ώρα μου και, για να μη μακρηγορώ, κατέληξα να τον δω στις πέντε το απόγευμα, αφού όλοι είχαν φύγει. Μέχρι να έρθει εκείνη η ευλογημένη στιγμή, είχα αρχίσει να σκέφτομαι οπ, αν μη τι άλλο, οι Γέροντες στην Αριζόνα μου έδιναν ένα αξέχαστο μάθημά υπομονής.
Λίνο πριν με καλέσει, ο πατήρ Αρσένιος μου είπε: -Έχεις τύχη βουνό. Δεδομένου ότι για την ώρα τουλάχιστον δεν υπήρχε κανένας άλλος μετά από έμενα θα  είχα τη δυνατότητα να κάνω μια δυο ερωτήσεις Γέροντα έχοντας οι η διάθεση μου τις μεταφραστικές υπηρεσίες του πατρός Αρσενίου.



Όλα καλά. Πολύ καλά! Ο γέροντας Εφραίμ φημίζεται για το διορατικό του χάρισμα. Επιπλέον, πολλοί θεωρούν ότι είναι ικανός να εντοπίζει εύστοχες και βοηθητικές λύσεις σε δυσεπίλυτα προβλήματα.
Μπαίνοντας, έγειρα ευλαβικά, ασπάστηκα το χέρι του και έλαβα την ευλογία του. Αφού κάτσαμε, ο πατήρ Αρσένιος ρώτησε αν είχα κάτι να πω στον Γέροντα. Φυσικά και είχα! Τον συμβουλεύτηκα για ένα οικογενειακό ζήτημα και για κάποιο πρόβλημα υγείας. Μου αποκρίθηκε με θέρμη και γλυκύτητα, που με ταπείνωσε και με ανακούφισε. Επέμεινε ότι η ολοκάθαρα εκφρασμένη αγάπη και η αποδοχή θα ήταν σωτήρια σ’ αυτή την περίπτωση. Καθώς μιλούσε, το πρόσωπό του ακτινοβολούσε.



Ο πατήρ Αρσένιος με ρώτησε αν ήθελα να προσθέσω κάτι ακόμη στη συζήτησή μας. Άδραξα την ευκαιρία και ζήτησα τη συμβουλή του για μια σειρά δυσκολιών και προβληματισμών μου που αφορούσαν στην ενορία μου. Είχαν προκύψει κάποιες εξελίξεις που με άγχωναν. Του μίλησα γι’ αυτές όσο πιο γενικά και ήρεμα μπορούσα, ζητώντας να μού υποδείξει ποιά θα ήταν η καλύτερη κίνηση εκ μέρους μου; Τουλάχιστον να μου δείξει πώς να ανταποκριθώ σ’ αυτές τις δυσκολίες.
Ο Γέροντας κοίταξε τον πατέρα Αρσένιο με ιδιαίτερα οδυνώμενο βλέμμα, ξεκαθαρίζοντας ότι αυτή η ερώτηση θα έπρεπε να υποβληθεί στον πατέρα Παίσιο και όχι  σε εκείνον.


Σκέφτηκα ότι έπρεπε να επαναδιατυπώσω  τη  ερώτηση ή να την εξηγήσω, αλλά δυστυχώς δεν είχα το χρόνο



Ο πατήρ Αρσένιος, αναλαμβανόμενος τη κατάσταση σηκώθηκε. Τον ακολούθησα και φίλησα το χέρι του  Γέροντα, ζητώντας την ευλογία του.
«Του Κυρίου», μου απάντησε, σφίγγοντας μου το χέρι και ευλογώντας με διά του σημείου του σταυρού Έπειτα κίνησα βιαστικά προς το δωμάτιο, με την ελπίδα να φτάσω πριν κανείς προλάβει να αντιληφτεί την ξαφνική θλίψη μου. Στην εσωτερική πόρτα, με φώναξε ο Πατήρ Αρσένιος και μου έπιασε κουβέντα στο πλακόστρωτο
«Λυπάμαι», έκαμε συμπονετικά και έβαλε το χέρι του στον ώμο μου.
«Δεν πειράζει, όλα εντάξει», μουρμούρισα. «Νομίζω πως μόλις χαράμισα μια ευκαιρία. Έπρεπε να έχω εστιάσει στο θέμα της προσευχής και όχι σε δευτερεύοντα ζητήματα της ενορίας μου. Θεώρησα ότι ο Γέροντας θα μπορούσε με κάποιο θαυμαστό τρόπο να με βοηθήσει να λύσω τα προβλήματά μου».
«Κοίτα να δεις, αυτό συμβαίνει καμιά φορά, αλλά δεν είναι κάτι που μπορείς να προβλέψεις ή να ελέγξεις».
«Καταλαβαίνω».
«Έλα, μην απογοητεύεσαι, να θυμάσαι μονάχα αυτό που σου είπε για την αγάπη• ίσως εκεί να βρίσκεται η απάντηση και στα δυο σου ερωτήματα».


Αποφάσισα να μην κατέβω στην τράπεζα και παρέμεινα στο δωμάτιό μου. Όλη νύχτα προσευχόμουν. Περίεργο, αλλά η πείνα με βοηθούσε να συγκεντρωθώ στην προσευχή, κρατώντας με άγρυπνο όλο το βράδυ. Γύρω στις δύο, μια ώρα περίπου πριν χτυπήσει το τάλαντο, ξεμύτισα από το δωμάτιο και άρχισα να περπατώ στους κήπους προσευχόμενος μέσα στον ψυχρό αέρα της ερήμου. Κατά έναν περίεργο τρόπο, αισθανόμουν ένα μείγμα ακαθόριστης απογοήτευσης για τις συζητήσεις μου με τους Γέροντες και χαράς για τις συνομιλίες μου με τους νεότερους μοναχούς. Αποθαρρύνθηκα επειδή δεν υπήρχε πλέον η προοπτική να βρω έναν πνευματικό οδηγό στο μοναστήρι του αγίου Αντωνίου. Παράλληλα αυξανόταν η επιθυμία μου να επιστρέψω στο Άγιον Όρος και να θέσω ανοιχτά στον πατέρα Ιάκωβο όλα όσα συνέβησαν εδώ.
Με μια φράση, ένιωθα κάπως διαλυμένος, αλλά χαρμόσυνα διαλυμένος.


Αφού προσπέρασα το Καθολικό, έφτασα στο παράρτημα όπου οι δυο Γέροντες δέχονταν τα πνευματικά τους τέκνα. Τα φώτα έκαιγαν και στα δυο γραφεία και, όπως πέρασα έξω απ’ το παράθυρο, είδα τον γέροντα Εφραίμ. Αν και η ώρα ήταν αρκετά προχωρημένη, μιλούσε με έναν απελπισμένο άντρα που έκλαιγε με αναφιλητά. Ουσιαστικά, συνειδητοποίησα ότι οι ζωές αυτών των Γερόντων μόνο δικές τους δεν ήταν. Μέσα στη μαύρη νύχτα ήταν ακόμη εκεί και προσέφεραν ανάπαυση στα πνευματικά τους παιδιά.
Το ότι δεν ανήκα σε αυτά δεν ήταν φταίξιμο κανενός, μάλλον δικό μου ήταν, που υπέθεσα ότι μια τέτοια σχέση χτίζεται εκβιαστικά και κατ’ απαίτηση.
Συνέχισα να περπατώ.


Εκεί που καθόμουν στο χείλος μιας κρήνης και βυθιζόμουν στο βαθύ σκοτάδι της ερήμου, η προσευχή αποδείχτηκε περίτρανα η μοναδική παρηγορητική δύναμη. Μαζί με την προσευχή του Ιησού, άρχισα να προφέρω και μερικές προσευχές του αγίου Ισαάκ του Σύρου. Η ίδια η αναγνώριση ότι «Σύ ει ό διδούς εύχήν τοις εύχομένοις» μού εξασφάλισε ενθάρρυνση και εμπιστοσύνη.

ΜΟΙΡΑΣΤΕΙΤΕ ΤΟ:

Δημοσίευση σχολίου

 
Copyright © ΕΛΛΑΣ-ΟΡΘΟΔΟΞΙΑ. Designed by OddThemes | Distributed By Blogger Templates20