ΩΦΕΛΙΜΑ

ΓΕΡΟΝΤΕΣ

ΘΑΥΜΑΤΑ

ΠΡΟΣΦΑΤΕΣ ΑΝΑΡΤΗΣΕΙΣ

Ο αθεος που εγινε ερημιτης, και το Θαυμα του Οσιου Παϊσιου

3:27:00 π.μ.




Στα μέσα Μαΐου του 2010, λίγο μετά το τέλος της ακαδημαϊκής μας χρονιάς, η Έμιλι κι εγώ γυρίσαμε στην Κύπρο για νέες συζητήσεις με τον πατέρα Μάξιμο. Θεωρούσα ότι η δουλειά μου είχε ολοκληρωθεί ουσιαστικά, επομένως δεν χρειαζόμουν άλλο υλικό για το βιβλίο.

Όμως, η Έμιλι επέμενε να γνωρίσω έναν Κύπριο επιχειρηματία τον οποίο δεν γνώριζε η ίδια, αλλά που, σύμφωνα με μια στενή φίλη της, τη Θέκλα, είχε μια εκπληκτική ιστορία την οποία έπρεπε να ακούσω.
Έχοντας ακούσει πολλές θαυμαστές και παραφυσικές ιστορίες, ήμουν απρόθυμος να επενδύσω κι άλλο χρόνο σε νέες γνωριμίες. Όμως, όπως συνήθως, η διαίσθηση της Έμιλι αποδείχθηκε απόλυτα εύστοχη.
Τελικά, πείσθηκα να γνωρίσω τον Γιάννη, τον άγνωστο με την ασυνήθιστη εμπειρία…
Ο Γιάννης στην αρχή αντιμετώπισε με καχυποψία τις προθέσεις της Έμιλι, όταν έλαβε το τηλεφώνημά της. «Πώς βρήκατε τον αριθμό μου;» ήταν η πρώτη του αντίδραση.
Όπως φαίνεται, η ιστορία του ήταν ένα μυστικό που το γνώριζε μόνο ένας μικρός κύκλος έμπιστων φίλων. Η Θέκλα την είχε μάθει έμμεσα, από φίλους στην ενορία της είναι πάντα δύσκολο να κρατήσεις μυστικά στην Κύπρο Όταν, όμως, η Έμιλι του εξήγησε το λόγο του τηλεφώνημα της, ο άγνωστος μαλάκωσε κάπως.
«Έχω διαβάσει τα βιβλία του συζύγου σας», είπε. «Και δεν θα είχα αντίρρηση να του αφηγηθώ την ιστορία μου».

Μια Δευτέρα πρωί, δύο μέρες μετά το τηλεφώνημα της Έμιλι, ο Γιάννης έφτασε στο διαμέρισμά μας μαζί με ένα φίλο του, τον Σωτήρη, συνταξιούχο κρατικό υπάλληλο. Στην αρχή έδειχνε ανήσυχος, αλλά όταν αρχίσαμε να μιλάμε, ξεπέρασε την επιφυλακτικότητά του.
Το γεγονός ότι ο φίλος του ήταν πνευματικός μαθητής του πατρός Μαξίμου μας βοήθησε να δημιουργήσουμε μια φιλική επαφή από την αρχή. Ύστερα από μερικά λεπτά προεισαγωγικών εξηγήσεων, ο Γιάννης άρχισε να αφηγείται την ιστορία του λεπτομερειακά.
Ήταν ένας πενηντάχρονος επιχειρηματίας, παντρεμένος, με δύο παιδιά, δύο κόρες εφηβικής ηλικίας. Σε ένα επιχειρηματικό ταξίδι σε μια πρώην σοβιετική δημοκρατία, τον συνέλαβαν και τον έκλεισαν φυλακή με πλαστές κατηγορίες σωματεμπορίας.
Μας εξήγησε ότι οι δεσμοφύλακες στην πραγματικότητα ανήκαν σε ένα κύκλωμα τύπου μαφίας και η σύλληψή του έγινε με σκοπό να του αποσπάσουν λύτρα.
Απαίτησαν τριάντα χιλιάδες ευρώ. Σύμφωνα με τον Γιάννη, η τοπική μαφία συνεργαζόταν με διεφθαρμένους πολιτικούς που είχαν διασυνδέσεις με το δικαστικό σύστημα της χώρας. «Κόντευα να τρελαθώ», μας είπε. «Δεν είχα ιδέα τι θα μου συνέβαινε και οι συνθήκες ζωής στη φυλακή ήταν άθλιες. Κρύωνα και πεινούσα».
Αφού δεν ήξερε την τοπική γλώσσα και δεν είχε κανέναν για να τον υπερασπιστεί, ο Γιάννης βρέθηκε σε έναν καφκικό εφιάλτη….
Η οικογένειά του στην Κύπρο αγωνιούσε. Η γυναίκα του κατάφερε να προσλάβει ένα δικηγόρο, ο οποίος ήρθε σε επαφή μαζί του. Μέσω του δικηγόρου, η θρήσκα μητέρα του του έστειλε την Αγία Γραφή και ένα βιβλίο με τους βίους των αγίων.
«Δεν ήμουν θρήσκος άνθρωπος», εξήγησε ο Γιάννης. «Δεν είχα ξαναδιαβάσει ποτέ την Αγία Γραφή ούτε και κανένα άλλο θρησκευτικό βιβλίο. Όμως, μέσα σε εκείνη την ολοκληρωτική απόγνωση και απομόνωση, άρχισα να διαβάζω αυτά τα δύο βιβλία όταν δεν με έβλεπαν οι φύλακες, καθώς το διάβασμα απαγορευόταν».
Ένα βράδυ, καθώς ο Γιάννης ήταν ξαπλωμένος στην κουκέτα του τρέμοντας και νιώθοντας απαίσια, εμφανίστηκε στο κελί του ένας ηλικιωμένος μοναχός και του είπε ότι ήταν ο γέροντας Παΐσιος από το Άγιο Όρος.
Ο Γιάννης έσπευσε να μας διαβεβαιώσει ότι δεν είχε ξανακούσει ποτέ για τον Παΐσιο και δεν ήξερε ποιος ήταν.
Το βιβλίο με τους βίους των αγίων που του είχε στείλει η μητέρα του δεν έγραφε τίποτα για τον συγκεκριμένο γέροντα.
«Ό γέροντας Παΐσιος σε εκείνο το όραμα μου είπε: “Τέκνον μου, μη φοβάσαι. Έχε πίστη και θα σε βοηθήσω να φύγεις από αυτό το μέρος. Αλλά πρέπει να μου υποσχεθείς πως όταν γυρίσεις στην Κύπρο, θα αναζητήσεις το γέροντα Σεραφείμ και θα τον έχεις ως πνευματικό και εξομολογητή σου”.
Δεν είχα ξανακούσει ποτέ ούτε για το γέροντα Σεραφείμ», είπε ο Γιάννης. Μας είπε ότι είδε αρκετά ακόμα οράματα με το γέροντα Παΐσιο στο κελί του και ότι ο γέροντας του έδινε κουράγιο όσο κράτησε η εξάμηνη δοκιμασία του.
Ο Γιάννης δήλωσε κατηγορηματικά ότι δεν παραληρούσε και δεν έβλεπε πράγματα που δεν υπήρχαν. Επιπλέον, τα οράματά του ήταν θεραπευτικά. Απαλλάχθηκε από το φόβο του και άρχισε να ελπίζει ότι τα δεινά του θα λάμβαναν τέλος σύντομα.
Αν ήταν εκεί παρόντες συμβατικοί ψυχολόγοι ή ψυχίατροι για να ακούσουν την αφήγηση του Γιάννη, είμαι σίγουρος ότι θα ερμήνευαν τα οράματά του ως παραισθήσεις, αποκυήματα ενός εγκεφάλου υπό ακραία πίεση.
Δεν θα μπορούσαν να βγάλουν άλλο συμπέρασμα, αφού η συμβατική επιστήμη, λειτουργώντας στο πλαίσιο της αναγωγιστικής κοσμοθεωρίας της νεωτερικότητας, δεν προσφέρει άλλες εξηγήσεις.
Ήμουν σίγουρος, όμως, ότι η εμπειρία του Γιάννη δεν μπορούσε να εξηγηθεί με τέτοιο συμβατικό τρόπο. Έχω γνωρίσει προσωπικά ανθρώπους που είναι απόλυτα σώφρονες και φυσιολογικοί, αλλά έχουν βιώσει τέτοιες εμπειρίες και, έτσι, ήμουν ανοιχτός στο ενδεχόμενο αυτή η εμπειρία να ήταν αυθεντική.
Ο Γιάννης τόνισε ότι δεν είχε καμία αμφιβολία πως τα οράματά του ήταν πραγματικά. Με τη βοήθεια του δικηγόρου του, αποφυλακίστηκε προσωρινά μέχρι την εμφάνισή του στην παρωδία δίκης που θα γινόταν, όπως το έθεσε. Ο δικηγόρος του, όμως, τον συμβούλευσε να εκμεταλλευτεί αυτή την ευκαιρία και να το σκάσει, γιατί, όπως τον προειδοποίησε, «δεν θα βρεις δικαιοσύνη εδώ και δεν θα μπορέσεις να φύγεις από τη χώρα ζωντανός».
Ο Γιάννης κατάφερε να το σκάσει από τη χώρα. Ανησυχούσε ακόμη μήπως το κύκλωμα της μαφίας τον καταδίωκε μέχρι την Κύπρο και γι’ αυτόν το λόγο αντέδρασε καχύποπτα όταν έλαβε το τηλεφώνημα της’Εμιλι.
Με την επιστροφή του στην Κύπρο, ο Γιάννης ανακάλυψε ότι ο γέροντας Σεραφείμ ήταν όντως υπαρκτό πρόσωπο, ένας γερο-ερημίτης που συνδεόταν με ένα από τα αρχαία ορεινά μοναστήρια του νησιού.
Εκπληρώνοντας το αίτημα του γέροντα Παΐσιου, επικοινώνησε με το γέροντα Σεραφείμ για εξομολόγηση και πνευματική καθοδήγηση. Αυτός, με τη σειρά του, δέχθηκε τον Γιάννη ως μαθητή του. Έτσι, ο Γιάννης από αγνωστικιστής έγινε βαθιά θρήσκος.
«Βλέποντας τα πράγματα εκ των υστέρων», μας είπε, «μπορώ να πω ότι η δοκιμασία μου ήταν το καλύτερο πράγμα που μου συνέβη στη ζωή μου. Μέσα από αυτήν ανακάλυψα τον Θεό».
Μία εβδομάδα αργότερα, η ‘Εμιλι κι εγώ, μαζί με τον Γιάννη και το φίλο του τον Σωτήρη, ταξιδέψαμε σε μια δασώδη απομακρυσμένη περιοχή στους πρόποδες του Σταυροβουνίου για να συναντήσουμε τον πατέρα Σεραφείμ.
Ο γέροντας Σεραφείμ ήταν μια πραγματική έκπληξη. Για ενενηντάχρονο μοναχό, ήταν απίστευτα ακμαίος και γεμάτος φωτεινή ενέργεια.
Πραγματικά, έδειχνε τουλάχιστον τριάντα χρόνια μικρότερος από την πραγματική του ηλικία. Λεπτός και με μέτριο ύψος, μου θύμισε έναν από εκείνους τους σπάνιους εντυπωσιακούς ενενηντάρηδες αθλητές που τρέχουν ακόμη σε μαραθώνιους.
Γρήγορα συνειδητοποιήσαμε ότι ο γέροντας εξέφραζε όλους τους καρπούς του Πνεύματος που είχε συζητήσει μαζί μας ο πατήρ Μάξιμος και για τους οποίους είχε γράψει ο Απόστολος Παύλος.
Πραγματικά, ο πατήρ Σεραφείμ μου θύμισε το γέροντα Παΐσιο, τον οποίο είχα γνωρίσει το 1991, δύο χρόνια πριν αναπαυθεί. Όπως και Παΐσιος, ακτινοβολούσε μια άπλετη αφοπλιστική αγάπη και μια πηγαία χαρά που σε ηλέκτριζε.
Η εύθυμη διάθεσή του, που θύμιζε επίσης το γέροντα Παίσιο, έκανε εγκάρδια τη συζήτηση και δημιουργούσε μια άμεση σύνδεση καρδιάς. Από προσωπική άποψη, χάρηκα όταν ανέφερε οτι είχε διαβάσει αρκετές φορές τις ελληνικές μεταφράσεις τον Όρους της Σιωπής και των Δώρων της Ερήμου και εξέφρασα μεγάλο θαυμασμό για τον πατέρα Μάξιμο.
Αφού ανάψαμε τα κεριά μας στο μικρό του παρεκκλήσι όπου έκανε τις ολονυκτίες και τις προσευχές του, ο γέροντας Σεραφείμ μας έδειξε το πλούσιο και περιποιημένα περιβόλι του, το οποίο φρόντιζε ο ίδιος. Αυτός και η ‘Εμιλι αντάλλαξαν πληροφορίες για διάφορα φυτά και τα μυστικά τους.
Μετά, καθίσαμε και οι πέντε σε παγκάκια κάτω από μια κληματαριά, ενώ ο γέροντας Σεραφείμ μας μίλησε για τη ζωή του. Στο μεταξύ, ο Γιάννης, δείχνοντας την εξοικείωσή του με το ερημητήριο, μας ετοίμαζε αναψυκτικά.
Μέχρι τα εβδομήντα του, ο γέροντας Σεραφείμ ήταν άθεος και ένα από τα πρώτα μέλη μεγάλου κόμματος του νησιού.
«Μπήκα στο κόμμα στα δεκαπέντε μου», μας είπε, «επειδή από πολύ νωρίς στη ζωή μου είχα ένα τρομερό πάθος με τη δικαιοσύνη. Κοίταζα γύρω μου και το μόνο που έβλεπα ήταν η εκμετάλλευση των φτωχών από τους πλούσιους. Οι μοναδικοί που πάλευαν για εντιμότητα και δικαιοσύνη ήταν οι συνδικαλιστές, οι οποίοι εκείνη την εποχή ήταν όλοι μέλη του κόμματος. Έτσι μπήκα στο κόμμα. Πίστευα ότι το κόμμα είχε τις απαντήσεις σε όλα τα προβλήματά μας. Η θρησκεία δεν ήταν για εμένα. Ήταν το όπιο του λαού».
Ο γέροντας Σεραφείμ παντρεύτηκε και έκανε τρία παιδιά, δύο γιους και μία κόρη. «Αντίθετα από εμένα», μας είπε, «η γυναίκα μου ήταν πολύ θρήσκα και πήγαινε στην εκκλησία κάθε Κυριακή. Τη συνόδευα μέχρι εκεί και μετά πήγαινα σε ένα κοντινό καφενείο κι έπαιζα χαρτιά ή τάβλι μέχρι να τελειώσει η λειτουργία. Μετά, γύριζα μαζί της σπίτι…»
«Φανταστείτε, δεν είχα μπει ποτέ μου σε εκκλησία από τα δεκαπέντε μου μέχρι τα εβδομήντα. Ήμουν άθεος επί πενήντα πέντε χρόνια!»
Ο γέροντας Σεραφείμ γέλασε τρανταχτά!
Μετά, συνέχισε λέγοντας ότι οι άνθρωποι που είχε γνωρίσει στο κόμμα δεν ήταν κακοί άνθρωποι. Είχαν καλές προθέσεις και ενδιαφέρονταν ειλικρινά για το κοινό καλό. Αυτοί ήταν που, στο διάστημα της βρετανικής κυριαρχίας, δούλεψαν ενεργά για να θεσπιστεί νομοθετικά η οκτάωρη εργασία και άλλοι νόμοι που προστάτευαν τα δικαιώματα των εργατών.
Σε ένα σημείο της ζωής του, λόγω οικονομικών δυσκολιών, ο πατήρ Σεραφείμ μετανάστευσε με την οικογένειά του στο Λονδίνο, όπου έγινε επιτυχημένος επιχειρηματίας ανοίγοντας εστιατόρια που σέρβιραν ένα από τα τυπικά φαγητά των Άγγλων, ψάρι με τηγανητές πατάτες. Όλο αυτό το διάστημα παρέμεινε αφοσιωμένος στην ιδεολογία του. «Μου άρεσαν, επίσης, τα τυχερά παιχνίδια», πρόσθεσε γελώντας. «Ήταν ένα από τα πολλά μου βίτσια. Βλέπετε, δεν πίστευα σε τίποτα άλλο πέρα από την ύλη».
Ύστερα από αρκετά χρόνια στην Αγγλία, ο πατήρ Σεραφείμ επέστρεψε στην Κύπρο και επένδυσε τις οικονομίες του σε ένα ξενοδοχείο στη Λεμεσό. Τα παιδιά του έκαναν δικές τους οικογένειες κι αυτός επέστρεψε στις πολιτικές του δραστηριότητες.
Μια προσωπική κρίση, για την οποία δεν μας έδωσε λεπτομέρειες, άλλαξε ριζικά την κοσμοθεωρία του.
«Σε μια στιγμή απελπισίας», συνέχισε, «έπεσα στα γόνατα και φώναξα:
“Θεέ μου, αν υπάρχεις, δείξε μου ένα σημάδι της ύπαρξής σου και βοήθησέ με, με τα προβλήματά μου!”»
Αυτό ήταν ένα σημείο καμπής στη ζωή του πατρός Σεραφείμ, που, πριν γίνει μοναχός, λεγόταν Ανδρέας.
Βίωσε μια πνευματική εμπειρία, μια κλασική αποκάλυψη σαν του Παύλου στο δρόμο προς τη Δαμασκό, στην οποία, όπως είπε ο ίδιος, «εντελώς ξαφνικά οι ουρανοί άνοιξαν και είδα την εκθαμβωτική δόξα του Θεού».
Κούνησε το κεφάλι και είπε ότι, δυστυχώς, δεν υπάρχουν οι κατάλληλες λέξεις για να εξηγήσει τι του είχε συμβεί… Ένα πράγμα ήταν βέβαιο σε ηλικία εβδομήντα ετών, η συνειδητότητα του πατρός Σεραφείμ άλλαξε ριζικά.
Ενώ ήταν άθεος, μεταμορφώθηκε σε έναν βαθιά ευλαβικό πιστό, σε τέτοιο σημείο ώστε, με τη συναίνεση της γυναίκας του, αποφάσισε να γίνει μοναχός και να περάσει την υπόλοιπη ζωή του σε συνεχή προσευχή και περισυλλογή. Μάλιστα, η γυναίκα του αποφάσισε να γίνει κι αυτή μοναχή και, μαζί με τον άντρα της, να αφιερώσει τα υπόλοιπα χρόνια της στην επιδίωξη της ένωσης με τον Θεό. Δυστυχώς, πέθανε τρεις μήνες μετά την απόφασή της να πάει σε μοναστήρι.
Ο πατήρ Σεραφείμ επισκέφθηκε μερικά μοναστήρια ζητώντας να γίνει δόκιμος μοναχός, αλλά τον απέρριπταν για τί ήταν πολύ μεγάλος σε ηλικία για να μονάσει.
Σε μια από τις μονές, ένας μοναχός του είπε ότι «τα μοναστήρια δεν είναι οίκοι ευγηρίας. Άλλωστε, δεν δεχόμαστε παντρεμένους εδώ.
Ο πατήρ Σεραφείμ (ή Ανδρέας εκείνη την εποχή) πήγε στο Άγιο Όρος και συμβουλεύτηκε έναν σεβαστό ερημίτη. Αυτός του είπε να επιστρέφει στην Κύπρο και τον διαβεβαίωσε ότι θα τον δέχονταν στην τελευταία μονή που τον είχε απορρίψει.
Με την επιστροφή του στο νησί, πήγε πάλι σε αυτό το μοναστήρι και δήλωσε: «Ήρθα εδώ για να μείνω και δεν έχω σκοπό να φύγω».
Ο γέροντας της μονής, ένας φημισμένος άγιος άνθρωπος που ήταν προικισμένος με διόραση (και ο οποίος έπαιξε επίσης ένα ρόλο στην αρχή της πνευματικής ζωής του πατρός Μαξίμου), έκανε μια μεγάλη συζήτηση μαζί του.
Συνειδητοποίησε ότι η εμπειρία του πατρός Σεραφείμ ήταν μια γνήσια εκδήλωση του Αγίου Πνεύματος και του έδωσε άδεια να παραμείνει στη μονή. Έτσι, ο πατήρ Σεραφείμ μεταβίβασε την περιουσία του στα παιδιά του και έγινε μοναχός.
«Επί δύο χρόνια», μας είπε ο πατήρ Σεραφείμ, «προσπάθησα να είμαι υποδειγματικός δόκιμος, δείχνοντας ολοκληρωτική υπακοή στον μοναστικό τρόπο ζωής και στο γέροντα. Ταυτόχρονα, επειδή είχα πολλές πρακτικές ικανότητες από τις εμπειρίες μου στον κόσμο, ήμουν πολύ χρήσιμος στη μονή. Δεν τους έγινα βάρος όπως φοβήθηκαν στην αρχή και κατέληξαν να εκτιμήσουν τη διαμονή μου εκεί».
Όμως, ο πατήρ Σεραφείμ βρήκε τη ζωή στη μονή πολύ εύκολη και λαχταρούσε μεγαλύτερες πνευματικές προκλήσεις. Βιαζόταν να προχωρήσει…
Το πάθος του ήταν να ενωθεί με τον Δημιουργό του όσο πιο γρήγορα μπορούσε, πριν φύγει από αυτή τη ζωή. Η πνευματική εμπειρία του τον έκανε να νιώθει ανυπομονησία με οτιδήποτε λιγότερο. Ο γέροντας της μονής, που ήταν ο ίδιος τέσσερα χρόνια νεότερος από τον πατέρα Σεραφείμ, αναγνωρίζοντας τα ειδικά του χαρίσματα και την ασυνήθιστη πνευματική του κατάσταση, τον έκειρε «μεγαλόσχημο», που είναι το ανώτατο επίσημο αξίωμα για έναν μοναχό, το αντίστοιχο ενός διδακτορικού.
Επιπλέον, του έδωσε την ευλογία του για να γίνει ερημίτης και να αφιερώσει την υπόλοιπη ζωή του σε ένα πιο αυστηρό πρόγραμμα προσευχής.
Ο πατήρ Σεραφείμ πήρε άδεια να χρησιμοποιήσει ένα ερημητήριο που ήταν ιδιοκτησία μιας άλλης μονής, σε μικρή απόσταση στο πευκόφυτο βουνό.
Εκεί, ζούσε με ακατάπαυστη προσευχή σχεδόν είκοσι χρόνια. Έτρωγε μόνο μία φορά τη μέρα, νήστευε τις περισσότερες μέρες του έτους και δούλευε μερικές ώρες κάθε μέρα στον κήπο του για να έχει να τρώει.
Επιπλέον, κάθε μέρα από τις εννιά μέχρι τις έντεκα το πρωί καλωσόριζε προσκυνητές που ζητούσαν πνευματική καθοδήγηση. Την περισσότερη ώρα, όμως, την περνούσε με προσευχή, ενώ κοιμόταν ελάχιστα. Κάθε βράδυ, ο πατήρ Σεραφείμ είχε ολονυκτία. Προσευχόταν για το καλό των άλλων και του κόσμου και για τη δική του σωτηρία.
«Δεν ήμουν ποτέ πιο ευτυχισμένος σε όλη μου τη ζωή», μας είπε με συγκίνηση στη φωνή του. Ο πατήρ Σεραφείμ ήταν ζωντανό παράδειγμα χαρούμενου ανθρώπου.
Βασισμένοι στο χρόνο που περάσαμε μαζί του, δεν είχαμε καμιά αμφιβολία ότι αυτά που μας είπε ήταν αλήθεια. «Η αγάπη και η ευσπλαχνία του Θεού για κάθε άνθρωπο είναι ανείπωτη, πιστέψτε με!» μας είπε επανειλημμένα. Ήταν το ίδιο μήνυμα που είχα ακούσει να επαναλαμβάνει ο γέροντας Παΐσιος όταν τον γνώρισα με τον Αντώνη και τον πατέρα Μάξιμο το 1991.
Ήταν επίσης το μήνυμα που είχαμε ακούσει από έναν άλλον σεβαστό ερημίτη στο πρόσφατο ταξίδι μας στο Αγιο Όρος.
Πραγματικά, εκείνος ο ερημίτης δεν μπορούσε να συγκρατήσει τα δάκρυά του καθώς μας μιλούσε για τη δύναμη της αγάπης του Χριστού για όλους τους ανθρώπους.
Όπως και ο πατήρ Σεραφείμ, μιλούσε με τη βεβαιότητα του ανθρώπου που είχε άμεση εμπειρία της αγάπης του Θεού για τα πλάσματά Του.
Ο πατήρ Σεραφείμ μας παρακίνησε να τον επισκεφθούμε πάλι στο ερημητήριό του και συμφώνησε ευχαρίστως όταν η Έμιλι του ζήτησε στην επόμενη επίσκεψή μας να φέρουμε μαζί μας το φίλο μας τον Βλαδίμηρο. Αφού ήταν και οι δύο πρώην μέλη του ίδιου κόμματος, θα είχαν πολλά πράγματα να συζητήσουν.
Όμως, ο απώτερος σκοπός της Έμιλι ήταν να βοηθήσει ο πατήρ Σεραφείμ τον Βλαδίμηρο να ξεπεράσει την κατάθλιψη και το φόβο του για τα γηρατειά και το θάνατο.
Την επόμενη εβδομάδα πήγαμε τους φίλους μας από τη Λεμεσό στο ερημητήριο του πατρός Σεραφείμ και ο γέροντας υποδέχθηκε εγκάρδια τον Βλαδίμηρο και τη γυναίκα του, την Ελενα, με την προσφώνηση «αγαπημένοι μου φίλοι».
Μιλώντας μαζί τους, τους αφηγήθηκε πολλές ιστορίες σχετικές με την προσωπική του μεταμόρφωση που τον έστρεψε από το κόμμα στην αποκλειστική αναζήτηση του Θεού.
Όμως, ένα μεγάλο μέρος της συζήτησης ανάμεσα στον πατέρα Σεραφείμ και τον Βλαδίμηρο αφορούσε ανθρώπους και γεγονότα από τα πολλά χρόνια που είχαν περάσει και οι δύο στο ίδιο κόμμα. Αυτό από μόνο του αναζωογόνησε τον Βλαδίμηρο και τον έκανε να νιώσει άνετα με τον πατέρα Σεραφείμ.
Όμως, δεν ήταν σαφές εκείνη τη στιγμή αν αυτή η συνάντηση επηρέασε καθόλου την κοσμοθεωρία του Βλαδίμηρου.
Στο ταξίδι της επιστροφής στη Λεμεσό, συζήτησα με την Έμιλι και τους φίλους μας μερικές σκέψεις μου για το πώς μπορεί κανείς να κατανοήσει… τη ριζική μεταμόρφωση του πρώην άθεου.

Πηγή: Απο το βιβλίο: Ο μέσα ποταμός, του Κυριάκου Μαρκίδη, ΕΚΔΟΣΕΙΣ ΔΙΟΠΤΡΑ

vimaorthodoxias.gr


Στον Χριστο δεν υπαρχει μια ζωη μεχρι τον θανατο και μια ζωη μετα θανατον

12:00:00 π.μ.




«Στον Χριστό δεν υπάρχει μία ζωή μέχρι τον θάνατο και μία ζωή μετά θάνατον,αλλά μία μόνο ζωή,που είναι μοναδική:Από την γέννηση στην αιωνιότητα»


„În Iisus Hristos nu există o viața până la moarte și o viață după moarte, ci o singură viață, care-i unică: de la naștere în veșnicie”.
π. Constantin Necula


Ο Αρχιεπισκοπος Κρητης Ειρηναιος μιλα στην “Π”: “Η θεση του Αρχιεπισκοπου εχει μονο μια εννοια: Αυτη της προσφορας στον ανθρωπο”

12:00:00 π.μ.



Είτε με τιμήσουν είτε όχι δεν έχει κανένα νόημα για εμένα. Είναι περιττοί οι εορτασμοί. Η θέση του Αρχιεπισκόπου έχει μόνο μία έννοια, αυτή της προσφοράς στον άνθρωπο”.

Την επόμενη εβδομάδα η Ιερά Επαρχιακή Σύνοδος της Εκκλησίας της Κρήτης οργανώνει εκδηλώσεις για τον εορτασμό των 11 χρόνων της Αρχιεπισκοπικής Διακονίας του Αρχιεπισκόπου Κρήτης κ.κ. Ειρηναίου.

Η “Π” μίλησε με τον κορυφαίο ιεράρχη της Κρήτης για τη ζωή του από την εποχή που ήταν παιδί και βοηθούσε τους γονείς του στα χωράφια στο μικρό χωριό που γεννήθηκε στο Ρέθυμνο μέχρι σήμερα.

Για τον δάσκαλο που τον ενέπνευσε να ακολουθήσει αυτόν τον δρόμο, τον μόνο δρόμο που θέλησε στη ζωή του, τους νέους που συναντάει και μοιράζονται μαζί του τις αγωνίες και τους φόβους τους, τις οικογένειες που στερούνται ακόμη και τα στοιχειώδη για να ζήσουν.
“Ευτυχία για μένα” λέει, “είναι η σχέση που νιώθω ότι έχω με τον Θεό και η θέλησή μου να συνεχίσω να προσφέρω στους ανθρώπους.
“Δεν έχω καμία άλλη επιθυμία” σημειώνει ο Αρχιεπίσκοπος Κρήτης που τα χρόνια της κρίσης προσφέρει ολόκληρο τον μισθό του σε εκείνους που χρειάζονται βοήθεια.
“Δεν θεωρώ ότι μου χρειάζονται τα χρήματα” αναφέρει και τονίζει ότι όσοι αγαπούν τον Θεό είναι αδύνατον να μην αγαπούν και να μην νοιάζονται για τους ανθρώπους, τα ζώα, τη φύση”.

Ο Αρχιεπίσκοπος ΕΙΡΗΝΑΙΟΣ


Ερωτ.: Σεβασμιώτατε συμπληρώνετε 11 χρόνια στη θέση του Αρχιεπισκόπου Κρήτης και μάλιστα η Ιερά Επαρχιακή Σύνοδος αποφάσισε να διοργανώσει εορταστικές εκδηλώσεις για την επέτειο αυτή.
Τι αποκομίσατε, τι μάθατε όλα αυτά τα χρόνια;
Aπαντ.: Δεν αισθάνομαι καθόλου την ανάγκη να γίνουν αυτοί οι εορτασμοί. Είναι περιττοί.
Το είπα στους Αρχιερείς, αλλά επέμεναν σ’ αυτή την απόφαση. Την σέβομαι γιατί είναι η γνώμη των πολλών και δεν θέλω να απορρίψω την απόφαση της Συνόδου.
Όλα αυτά τα χρόνια το μόνο που θέλησα και να συνεχίζω να θέλω είναι να προσφέρω στους ανθρώπους.
Το αξίωμα που έχω σημαίνει πολλά αλλά μόνο σε επίπεδο προσφοράς.
Είτε με τιμήσουν είτε όχι δεν έχει κανένα νόημα για εμένα.
Ερωτ.: Ο κόσμος σας αγαπάει και σας εκτιμάει ιδιαίτερα για την απλότητα, την προσήνεια, την ευγένειά σας. Τι σημαίνει αυτό για εσάς;
Aπαντ.: Σέβομαι απολύτως όλους τους ανθρώπους και ακολουθώ το δρόμο μου.
Δεν έχω να πω κάτι άλλο.
Ερωτ.: Ποια είναι η ζωή ενός Αρχιεπισκόπου, πώς είναι η καθημερινότητά σας; Θέλετε να μας μιλήσετε γι’ αυτήν;
Απαντ.: Έχω ένα δωμάτιο και μένω στην Αρχιεπισκοπή. Ξυπνάω στις 5-6 το πρωί ανάλογα τα καθήκοντα και τις υποχρεώσεις που έχω. Η ημέρα αρχίζει με προσευχή. Πίνω γάλα ή τσάι, ανάλογα με το αν είναι ημέρα νηστείας, τρώω ένα φρούτο ένα παξιμάδι και πηγαίνω στην ταράτσα όπου είναι ο κήπος μου τα δεντράκια, τα λουλούδια, τα αρωματικά φυτά.
Φυτεύω, ποτίζω, καλλιεργώ τα περιποιούμε τα φροντίζω. Την αγαπώ πολύ αυτή την ασχολία. Καμιά φορά όλο το πρωινό είμαι εκεί. Περνάω πολύ χρόνο και στο γραφείο της Αρχιεπισκοπής, έρχεται κόσμος κάθε ημέρα μιλάμε μου λένε τις αγωνίες, τα άγχη, τα προβλήματά τους.
Πριν έναν χρόνο λειτουργούσα κάθε ημέρα, αλλά μετά τα προβλήματα υγείας που μου παρουσιάστηκαν μου το απαγόρευσαν οι γιατροί.
Μου είπαν να μην κουράζομαι και να τρώω.
Ερωτ.: Ακολουθείτε τις οδηγίες των γιατρών;
Απαντ.: Όσο μπορώ, αλλά μου λένε να τρώω κρέας κι εγώ δεν θέλω να τρώω κρέας.
Προτιμώ τα όσπρια, τα χόρτα, το ψάρι.
Ερωτ.: Βρίσκετε χρόνο για ξεκούραση;
Απαντ.: Η ζωή δεν είναι για να καθόμαστε και να ξεκουραζόμαστε, είναι για να προσφέρουμε. Έχω ελάχιστο χρόνο ελεύθερο και τον αφιερώνω στα φυτά μου. Διαβάζω, μελετώ, ετοιμάζω την αλληλογραφία μου.
Αν είχα χρόνο θα διάβαζα ποίηση, λογοτεχνία, τα πάντα, αλλά δεν έχω αυτή τη δυνατότητα.
Ερωτ.: Πότε καταλάβατε ότι θέλετε να γίνετε ιερωμένος, ποιος ή τι σας οδήγησε σε αυτό τον δρόμο;
Απαντ.: Γεννήθηκα πριν 84 χρόνια στο χωριό Μιξόρουμα του Αγίου Βασιλείου στο Ρέθυμνο. Ήμασταν 6 αδέλφια, με αγρότες γονείς.
Δούλευα στα χωράφια μαζί με τον πατέρα, τη μητέρα και τα αδέλφια μου και μεγάλωνα, όπως τα άλλα παιδιά.
Φοίτησα στο Γυμνάσιο Ρεθύμνης και συνέχισα στην Εκκλησιαστική Σχολή Κρήτης. Εκεί γνώρισα έναν ξεχωριστό δάσκαλο, τον υπεύθυνο της Σχολής Ειρηναίο Γαλανάκη.
Αυτός ο άνθρωπος με ενέπνευσε και είπα μέσα μου “θέλω να γίνω σαν κι αυτόν”.
Ερωτ.: Τι ήταν αυτό που σας άρεσε σ’ εκείνον τον δάσκαλο;
Απαντ.: Ήταν ένα φωτεινό μυαλό κι είχε μια φωτεινή ζωή. Ήταν ένας δάσκαλος που από αγάπη πήγαινε στα σπίτια όλων των παιδιών της Σχολής για να τον νιώθουν κοντά τους και δίπλα τους, ανέβαινε στα βουνά, έστελνε τα παιδιά να ψέλνουν στα χωριά, δίδασκε με τον τρόπο της ζωής του.
Ερωτ.: Τι ακολούθησε;
Απαντ.: Μετά τη Σχολή φοίτησα στην Θεολογική Σχολή της Χάλκης, έγινα διάκονος, πήγα με υποτροφία για σπουδές στην Αγγλία και χειροτονήθηκα ιερέας. Ήμουν περίπου 25 ετών.
Έμεινα 2 χρόνια στην ενορία του Μπρίστολ και στη συνέχεια πήγα για 11 χρόνια στο Καστέλλι Κισσάμου ως πρωτοσύγκελλος.
Μετά από το 1971 έως το 1975 ήμουν διευθυντής της Εκκλησιαστικής Σχολής Κρήτης.
Στην συνέχεια έμεινα 31 χρόνια ως Μητροπολίτης Κυδωνίας και Αποκορώνου και από το 2006 μέχρι σήμερα στην Αρχιεπισκοπή Κρήτης. Αυτός είναι ο δρόμος που ακολούθησα.
Ερωτ.: Όταν ήσασταν νέος δεν σκεφθήκατε ποτέ μια άλλη ζωή. Για παράδειγμα να πα-ντρευτείτε, να κάνετε οικογένεια;
Απαντ.: Όχι ποτέ. Αυτός ήταν για μένα ο μόνος δρόμος που ήθελα και θέλω να ζω.
Ερωτ.: Ένας άνθρωπος που επιλέγει τον μοναχισμό μπορεί να προσφέρει στους ανθρώπους;
Απαντ.: Ένας μοναχός αφιερώνεται στο Θεό.
Κάθε άνθρωπος είναι διαφορετικός από τον άλλο και του ταιριάζουν διαφορετικά πράγματα. Σε μένα ταιριάζει να υπηρετώ τον Θεό και τους ανθρώπους.
Ερωτ.: Τι έχει μεγαλύτερη σημασία ο εκκλησιασμός, η προσευχή, η νηστεία, η εξομολόγηση, όσα δηλαδή πρέπει να κάνει ένας καλό χριστιανός ή ενεργή συμμετοχή, η προσφορά, η βοήθεια στον συνάνθρωπο;
Απαντ.: Ο σωστός χριστιανός τα κάνει όλα αυτά. Εάν είσαι με ειλικρίνεια μέσα στην εκκλησία αμέσως “ανοίγεσαι” στους ανθρώπους, στη φύση, στα ζώα, στα πάντα. Δεν γίνεται να αγαπάς τον Θεό και να μην αγαπάς, να μην νοιάζεσαι για όλα τα άλλα.
Το μέγα πρόβλημα στην εποχή μας είναι ότι ο καθ’ ένας αγαπά τώρα μόνο τον εαυτό του.
Ερωτ.: Συναναστρέφεστε πολλά νέα παιδιά, τι σας λένε;
Απαντ.: Τις αγωνίες τους, τις ανησυχίες τους. Περνάω από τον δρόμο και βλέπω παιδιά, νέους φοιτητές, να πίνουν καφέ στις καφετέρειες από το πρωί έως το βράδυ.
Πολλοί φοιτητές ξυπνάνε στις 11-12 το μεσημέρι, τρώνε, πάνε για καφέ, μετά ξενυχτάνε, κοιμούνται και ξυπνάνε πάλι μεσημέρι κι έτσι κυλάει η ζωή. Αλλά αυτό δεν είναι ζωή, είναι ένα δράμα.
Ερωτ.: Ποιος είναι ο μισθός ενός Αρχιεπισκόπου; Είναι αλήθεια ότι προσφέρετε όλο τον μισθό σας σε ανθρώπους που έχουν ανάγκη;
Απαντ.: Πριν την κρίση ήταν 2.500 ευρώ το μήνα, τώρα είναι 1.700 ευρώ.
Μόλις πάρω τα 420 ευρώ την εβδομάδα τα δίνω όλα. Τα τελευταία χρόνια της κρίσης όλος ο μισθός μου πάει εκεί.
Ερωτ.: Κι αν χρειαστείτε για κάποιο λόγο χρήματα, τι κάνετε;
Απαντ.: Δεν έχω χρήματα πάνω μου. Δεν θεωρώ ότι τα χρειάζομαι. Δεν τα χρειάζομαι.
Ερωτ.: Τι σημαίνει ευτυχία για εσάς;
Απαντ.: Ευτυχία είναι η σχέση που νιώθω ότι έχω με τον Θεό.
Ερωτ.: Ποια είναι η μεγαλύτερη αγωνία σας για το αύριο αυτού του κόσμου;
Aπαντ.: Οταν ήμουν παιδί, όλοι οι συγχωριανοί μου ακολουθούσαν τον ίδιο δρόμο της τιμής, της ανθρωπιάς. Τώρα αυτά είναι ξεχασμένα.
Αν συνεχίσει ο κόσμος έτσι, είμαι εντελώς απαισιόδοξος. Το “εγώ” και πολλά άλλα είναι μια φυλακή.
Ο Θεός μας έπλασε ελεύθερους ανθρώπους και μας λέει διαλέξτε το καλό ή το κακό.

Είναι δική μας η επιλογή.


ΚΥΡΙΑΚΗ ΙΑ΄ Ματθαιου - Τι περιμενουμε απο τους αλλους;

12:00:00 π.μ.



Τι περιμένουμε, αγαπητοί μου αδελφοί, από τους άλλους ανθρώπους στη ζωή μας;
Ένα μεγάλο ερώτημα που πολλές φορές μας απασχολεί είναι το κατά πόσον μπορούμε να επενδύσουμε στους άλλους ανθρώπους, με τους οποίους συναναστρεφόμαστε, μοιραζόμαστε ή εξουσιάζουμε λόγω της ιδιότητάς μας (οι γονείς τα παιδιά, ο εργοδότης τον εργαζόμενο, ο διοικητής τους υπαλλήλους του). Το ερώτημα αυτό προϋποθέτει την αίσθηση της υπεροχής, την αίσθηση του οραματισμού, αλλά και την ανάγκη για βοήθεια και συσστράτευση που έχει εκείνος ο οποίος επενδύει στους άλλους ανθρώπους. Αλλά και στην καθημερινότητά μας μάς απασχολεί το κατά πόσον οι άλλοι μπορούν να είναι αξιόπιστοι, να έχουν τη διάθεση να μας συνδράμουν, να λειτουργούν ως στήριγμα και ως βοηθοί μας.

 Οι περισσότεροι από εμάς επενδύουμε πολλά στη βοήθεια των άλλων. Γι’ αυτό και εύκολα απογοητευόμαστε όταν διαπιστώνουμε είτε ότι δεν θέλουν είτε ότι δεν μπορούν να ανταποκριθούν σ’ αυτά που τους ζητάμε ή που περιμένουμε από εκείνους. Η απογοήτευση μάς κάνει να πέφτουμε στην κατάκριση έναντί τους. Μας κάνει να θεοποιούμε τον εαυτό μας ότι κανείς δεν είναι ικανός να συμμεριστεί τις σκέψεις και τους οραματισμούς μας. Μας κάνει να κλεινόμαστε στο «εγώ» μας και να λειτουργούμε καταθλιπτικά. Μας είναι δύσκολο να συγχωρήσουμε αυτούς που δεν είναι όπως τους θέλουμε, όπως επίσης και να αποδεχτούμε την ιδέα ότι χρειάζεται να λειτουργούμε στη ζωή μας συγκαταβατικά έναντι των άλλων, όπως ακριβώς ο Θεός που έγινε άνθρωπος, συγκαταβαίνοντας στην ανθρώπινη αδυναμία. Και βέβαια, να μην αποφεύγουμε τον προσωπικό κόπο στο να χτίσουμε τις σχέσεις που θα θέλαμε ή να εργαστούμε και να πετύχουμε στον κλάδο τον οποίο επιθυμούμε.

 Ο Απόστολος Παύλος, αναφερόμενος προς τους Κορινθίους, απαντά στο ερώτημα κατά πόσον ο ίδιος έχει δικαίωμα να χρησιμοποιήσει την πνευματική εξουσία που έχει λάβει από το Θεό αφιερώνοντας τον εαυτό του αποκλειστικά στη διακονία του Ευαγγελίου και να δεχθεί την κάλυψη των υλικών αναγκών του από εκείνους, από τους πιστούς δηλαδή. 
 Χρησιμοποιώντας παραδείγματα από την Παλαιά Διαθήκη αλλά και από την καθημερινότητα των ανθρώπων, ο Παύλος επισημαίνει ότι το δικαίωμα κάλυψης των υλικών του αναγκών το έχει και κανείς δεν μπορεί να του το αρνηθεί. Το ίδιο και όσοι θα αγωνιστούν για το Ευαγγέλιο στη συνέχεια της Ιστορίας. Και δεν είναι θέμα υποχρέωσης από την πλευρά των πιστών να διακονούν τους εργάτες του Ευαγγελίου και να τους απαλλάσσουν από τον κόπο της υλικής επιβίωσης, για να ασχολούνται με τα πνευματικά. Είναι θέμα τιμής και σεβασμού προς για εκείνους που ευαγγελίζονται τη σωτηρία, αναγνώριση προς το έργο τους, όπως επίσης και υπόδειξη προς όλους τους πιστούς της οφειλόμενης ευγνωμοσύνης προς τους πνευματικούς τους πατέρες. Αυτό συμβαίνει και στη συνέχεια της ζωής της Εκκλησίας μέχρι και σήμερα. Η όποια υλική συμπαράσταση των πιστών προς τα πρόσωπα των Επισκόπων, των ιερέων, των μοναχών δεν είναι τίποτε άλλο παρά έκφραση τιμής και σεβασμού, αναγνώριση του έργου τους και υπόδειξη στους άλλους πιστούς ευγνωμοσύνης.

 Ο Παύλος όμως για τον εαυτό του θα δώσει ένα άλλο μήνυμα. Θα πει στους Κορινθίους ότι έχει παραιτηθεί από το δικαίωμα, την εξουσία που του έχει δοθεί να ζει με τη βοήθεια των πιστών, για να μη δημιουργήσει κανένα εμπόδιο στη διάδοση του Ευαγγελίου του Χριστού και υπομένει έτσι κάθε στέρηση, αλλά και κοπιάζει προσωπικά ο ίδιος για την υλική του επιβίωση. «Ουκ εχρησάμεθα τη εξουσία ταύτη, αλλά πάντα στέγομεν, ίνα μη εγκοπήν τινα δώμεν τω ευαγγελίω του Χριστού» (Α’ Κορ. 9, 12). Ο Παύλος δεν περιμένει τίποτε από κανέναν. Ακολουθεί το δρόμο του κόπου και το δρόμο της εργασίας, όπως επίσης και το δρόμο της στέρησης, έχοντας αφιερωθεί ψυχή τε και σώματι στην αποστολή του ευαγγελισμού των ανθρώπων. Χωρίς να απορρίπτει το δικαίωμα όλων, ο Παύλος παραιτείται από την άσκησή του, αν και κανείς δεν του το έχει ζητήσει. Μας δείχνει έτσι ότι υπάρχει ένας δρόμος ιδιαίτερα δύσβατος, αλλά την ίδια στιγμή αγιασμένος, τον οποίο καλούμαστε όλοι μας, κατά το μέτρο του εφικτού, να προσπαθήσουμε να τον ακολουθήσουμε.
Γιατί όμως ο Παύλος δεν περιμένει τίποτε από κανέναν και παραιτείται ακόμη και από αυτά που οι άλλοι μπορούν να του δώσουν;

Ο Παύλος αγαπά ολοκληρωτικά το Χριστό και έχει δοθεί στην αποστολή του. Όλα τα άλλα τα θεωρεί σκύβαλα. Αυτή η ολοκληρωτική αγάπη γίνεται οδός καθ’ υπερβολήν. Δεν μετρά τις ανθρώπινες αδυναμίες μπροστά στη σχέση με το Χριστό. Δεν του γίνονται οι άλλοι πρόσκομμα στην αποστολή του ούτε δικαιολογία για να μην την επιτελέσει. Γι’ αυτό και δεν περιμένει κάτι από εκείνους. Εδώ μας υποδεικνύει μία οδό η οποία έχει μεγάλη σημασία. Συνήθως επικαλούμαστε την αδυναμία των άλλων ή την διάψευση των προσδοκιών που έχουμε από αυτούς, για να αιτιολογήσουμε την δική μας είτε απιστία είτε απογοήτευση είτε οκνηρία είτε παραίτηση. Ο Παύλος μας δείχνει ότι όταν αγαπάει κανείς, παλεύει και δεν αναζητεί καμία δικαιολογία. Είναι αφιερωμένος σε ό,τι και Όποιον αγαπά και δεν περιμένει από τους άλλους βοήθεια, την οποία, αν δεν την βρει, εγκαταλείπει την προσπάθεια. 

 Επιπλέον, ο Παύλος γνωρίζει ότι οι άλλοι το πιθανότερο είναι να αναζητούν «εγκοπή», λόγο για να αισθάνονται σκανδαλισμένοι, ώστε να κατακρίνουν τους εργάτες του Ευαγγελίου και ίσως το ίδιο το Ευαγγέλιο. Κι αυτός ο λόγος είναι η κάλυψη των υλικών αναγκών τους. Γιατί ο απόστολος, αλλά και ο κάθε εργάτης του Ευαγγελίου να μην εργάζεται για τη δική του επιβίωση; Είναι ένα ερώτημα που έρχεται μέχρι τις ημέρες μας. Όχι μόνο δεν αναγνωρίζεται η ουσία της αποστολής του ευαγγελισμού, αλλά θεωρείται ουσιωδέστερη η υλική επιβίωση από την πνευματική κατάρτιση. Ο Παύλος, επειδή αγαπά, βλέπει την αδυναμία της πίστης και την ήττα από την επιβίωση των μελών της Εκκλησίας. Καιπαραιτείται από το δικαίωμά του για να μην έχουν καμία δικαιολογία για την κατάκρισή τους. 

 Τέλος, ο Παύλος δεν αποφασίζει την παραίτηση γιατί θέλει να επιδειχθεί εγωιστικά έναντι των άλλων αποστόλων ή έναντι των μελών της Εκκλησίας, αλλά γιατί μέσα στη καρδιά του είναι αποφασισμένος να υποστεί οποιαδήποτε στέρηση χάριν του Χριστού. Δεν έχει μόνιμη κατοικία, αλλά περιπλανιέται κηρύττοντας το Ευαγγέλιο. Δεν έχει συγγενείς, ούτε γυναίκα, ούτε παιδιά, τουτέστιν τίποτε δικό του που να μπορεί αν τον αναπαύσει, όπως κάθε άνθρωπο. Εκτός τούτων, δείχνει προς όλους την απόλυτη εμπιστοσύνη στο Θεό, αλλά και την εργατικότητά του, η οποία δεν έχει σταματημό. Θα εργαστεί και για την υλική του επιβίωση, γνωρίζοντας ότι η ύπαρξη της Εκκλησίας που ίδρυσε τον κάνει να μη στέκεται σε κανέναν κόπο, ακόμη και υλικό. Ο Παύλος βλέπει το αποτέλεσμα και ξεχνά τα δάκρυα, τις στερήσεις, τον κόπο. Η θυσία του εαυτού του δεν είναι χωρίς αντίκρισμα. Η σωτηρία των ανθρώπων και η λειτουργία της Εκκλησίας που ίδρυσε, αναπληρώνουν κάθε τι άλλο. 

 Πόσες φορές οι άνθρωποι στη ζωή μας μάς απογοητεύουν και μας κάνουν να αισθανόμαστε έτοιμοι να παραιτηθούμε από κάθε τι, είτε αυτό έχει να κάνει με τις διαπροσωπικές μας σχέσεις είτε με την εργασία και τα οράματά μας. 

Ο Παύλος τελικά μας δείχνει ότι αν πιστεύουμε και αγαπούμε το σκοπό της αποστολής μας, αν δείχνουμε συγκατάβαση και αν μπορούμε να στερηθούμε για να πετύχουμε, χωρίς να μένουμε σε τι δικαιούμαστε, αλλά κοπιάζοντας με αφοσίωση, τότε δεν θα δικαιολογούμε την παραίτησή μας, αλλά θα συγχωρούμε τους άλλους για τις αδυναμίες τους. 
Αυτό όμως δεν αναιρεί και από την δική τους την πλευρά την ανάγκη για την έκφραση της τιμής και του σεβασμού, την αναγνώριση του έργου όσων κοπιάζουν και την ευγνωμοσύνη. Κι εδώ καλό είναι όσοι έχουν την όποια εξουσία, να υπενθυμίζουν αυτή τη στάση ζωής στους υπόλοιπους. Ακόμη όμως κι αν δεν υπάρξουν αυτά, η πίστη στο Χριστό θα δώσει δύναμη σε όποιον εργάζεται, θεραπεύοντας την ασθένεια και τον κόπο και δίδοντας καλοσύνη, υπομονή και συγχωρητικότητα. Αμήν! 



Από το γραπτό κήρυγμα της ΙΕΡΑΣ ΜΗΤΡΟΠΟΛΕΩΣ ΚΕΡΚΥΡΑΣ
20 ΑΥΓΟΥΣΤΟΥ 2017

Η ανανεωση της ζωης

12:00:00 π.μ.



Μετάνοια είναι η ανανέωση της ζωής. Αυτό σημαίνει ότι πρέπει να απελευθερώσουμε τον εαυτόν μας από κάθε αρνητικό χαρακτηριστικό και να στρεφόμαστε προς το απόλυτο καλό. Δεν υπάρχει αμαρτία ασυγχώρητη, εκτός από την αμαρτία της αμετανοησίας.





Γέροντας Θαδδαίος της Βιτόβνιτσα

Συγχωρεση και αναπαυση απο αυτη τη ζωη

1:47:00 π.μ.



Κανείς από τους πενθούντας για τις αμαρτίες του ας μη περιμένει την πληροφορία της συγχωρήσεως την στιγμή του θανάτου. Διότι κάτι που είναι άγνωστο είναι και αβέβαιο. 


Γι’ αυτό και κάποιος έλεγε: «Άφησέ με να αισθανθώ αναψυχή με την πληροφορία της συγχωρήσεως, πριν αποθάνω και πριν απέλθω από την ζωή αυτή απληροφόρητος» (πρβλ. Ψαλμ. λη΄ 14).

Όπου εμφανισθεί το Πνεύμα του Κυρίου, ο δεσμός για τις αμαρτίες ελύθηκε. Όπου εμφανισθεί απέραντη ταπείνωσις, ο δεσμός για τις αμαρτίες ελύθηκε. Όσοι τυχόν έφυγαν από την ζωή χωρίς αυτά τα δύο, ας μη πλανώνται. Είναι δεμένοι.



Αγίου Ιωάννη της Κλίμακος
Λόγος Ε΄, Περί μετανοίας

«Αποφασισα να επιστρεψω τη κλεμμενη εικονα. Τα ματια της κλαινε διαρκως…».

12:00:00 π.μ.



Ι. Μ. Χρυσοπηγής – Ι. Μ. Καλυβιανής.
Μια ιστορία, που προσευχόμαστε να επαναληφθεί.
Του Ζαχαρία Καψαλάκη
 Όσο πλησιάζει η 15η του Αυγούστου, που όλος ο Ορθόδοξος Χριστιανικός κόσμος γιορτάζει την Κοίμηση της Θεοτόκου, οι καρδιές όλων μας είναι στραμμένες στην Ιερά Μονή Καλυβιανής, όπου και φέτος, μετά από 140 και πλέον χρόνια θα τιμήσει την Παναγία με τη θαυματουργή Της εικόνα να απουσιάζει.


Σήμερα θα αναφερθώ σε μια ιστορία μάλλον πρόσφατη, που αφορά ένα άλλο μοναστήρι του νησιού μας, την Ιερά Μονή Χρυσοπηγής και μια άλλη εικόνα της Παναγίας. Μια ιστορία όμως, που όταν την πρωτοδιάβασα, μου ήρθε στο νου η δοκιμασία την οποία περνά σήμερα η Ιερά Μονή της Παναγίας της Καλυβιανής, μετά την κλοπή της θαυματουργής εικόνα της Παναγίας.

Η Ιερά Μονή της Παναγίας της Χρυσοπηγής στις Μουρνιές Χανίων, είναι μια πολύ παλιά και ιστορική Μονή της Κρήτης, όμως με το πέρασμα των χρόνων το μοναστήρι ερήμωσε, η περιουσία της στη δεκαετία του 1920 πέρασε στο «εφεδροταμείο» και χάθηκε, ενώ στη διάρκεια της γερμανικής κατοχής μετατράπηκε σε διοικητήριο των Ναζί.
Το 1976 το μοναστήρι μετατράπηκε με απόφαση της Ιεράς Συνόδου σε γυναικείο και συνεχίζει την παρουσία του μέχρι τις ημέρες μας.


Το τέμπλο του Ναού της Μονής κοσμούσε πάντα η εικόνα της Κοιμήσεως της Θεοτόκου. Όμως κάποιο πρωινό οι λίγες μοναχές που προσπάθησαν να δώσουν ζωή στο εγκαταλελειμμένο μοναστήρι, βρήκαν την εικόνα της Παναγίας να λείπει από τη θέση της. (Ο λόγος από δω και κάτω σε σχετικό έντυπο, από το οποίο διάβασα το γεγονός):
«Γέμισε η καρδιά τους θλίψη. Πώς έγινε τούτο το κακό; Να τη χάσουν μέσα από τα χέρια τους; Πιο βέβηλο χέρι τους άρπαξε τόσο άδικα την ελπίδα, την παρηγοριά, το στήριγμά τους, τη χαρά τους;

Ενημέρωσαν όλες τις σχετικές υπηρεσίες με επιστολές, αναφορές, δημοσιεύσεις. Κι έπεσαν στα γόνατα. Με προσευχές και αγρυπνίες. Το ‘μαθε κι ο κόσμος της κοντινής πολιτείας. Πόνεσαν οι πιστοί, σαν να ‘χασαν τον πιο πολύτιμο θησαυρό τους. Ενδιαφέρθηκαν κι εκείνοι. Άκαρπες οι προσπάθειες.
Ποιος όμως είπε πως η επίμονη προσευχή δεν κάνει θαύματα; Πέντε μήνες αργότερα έφθασε η πληροφορία πως η εικόνα της Παναγίας, η Κοίμηση της Θεοτόκου, με τη μεγάλη αξία και τη μεγαλύτερη Χάρη, βρίσκεται στην Ολλανδία, σε κατάστημα έργων τέχνης. Ο ουρανός είχε δώσει την πρώτη απάντηση στις θερμές ικεσίες των μοναχών. Μα η πίστη τους έπρεπε να δοκιμαστεί σε δυνατό καμίνι, για να λάμψει ο καθαρός χρυσός της.


Ο ιδιοκτήτης – συλλέκτης των σπανίων και πανάκριβων έργων, ζητούσε πολλά εκατομμύρια για να την επιστρέψει. Τουλάχιστον όσα είχε δώσει για να την αγοράσει. Να βρεθούν τόσα χρήματα ήταν αδύνατον. Οι επικοινωνίες μαζί του με όλα τα μέσα και όλους τους τρόπους, δεν έφεραν κανένα αποτέλεσμα. Δεν τον συγκινούσε τίποτε, αφού είχε δηλώσει πως κανένα σεβασμό δεν τρέφει στο πρόσωπο της Παναγίας. Η μεγάλη της υλική αξία τον ενδιέφερε κι τίποτε άλλο.
Οι προσευχές έγιναν πιο θερμές, πιο έντονες, ολονύχτιες. Για να κάνει ο Θεός το θαύμα Του και να συγκεντρωθεί το υπέρογκο ποσό. Μα το θαύμα ήρθε με άλλο τρόπο, απίστευτο και αδιανόητο.
Κατασυγκινημένες διάβαζαν οι μοναχές το γράμμα που ήλθε από την Ολλανδία. Δεν πίστευαν στα μάτια τους που ασταμάτητα δάκρυζαν από χαρά και ευγνωμοσύνη:
«Αποφάσισα να επιστρέψω στη Μονή την εικόνα της Κοιμήσεως της Θεοτόκου. Δεν μπορώ να βλέπω το θλιμμένο πρόσωπό της. Όσες φορές περάσω μπροστά της αισθάνομαι να με κοιτάζει αυστηρά, ελεγκτικά. Κι όσο περνάει ο καιρός τα πράγματα χειροτερεύουν. Είναι δε 4 ημέρες τώρα που βλέπω τα μάτια της συνεχώς δακρυσμένα. Προβληματίστηκα αφάνταστα. Συγκλονίστηκα βαθιά κι ερμήνευσα όσα έγιναν, σαν ένα θαύμα του Θεού στη ζωή μου. Στη ζωή ενός έως τώρα άθεου, για ν’ αλλάξει πορεία ζωής. Λεπτομέρειες για την αποστολή και την παραλαβή της θα έχετε σε νεώτερη επιστολή μου…»
Δε χρειάστηκε να τη στείλει. Εκπρόσωπος της Τοπικής Εκκλησίας πήγε στην Ολλανδία, για να την παραλάβει και να τη συνοδεύσει. Ο ιδιοκτήτης της όμως είχε προλάβει και της είχε βγάλει αεροπορικό εισιτήριο α΄ θέσης, για να ταξιδεύσει σαν επιβάτης στη δική της θέση και όχι σαν αποσκευή. Μια μικρή μπάντα ειδοποιημένη και πληρωμένη από τον ίδιο, παιάνιζε στα αεροδρόμιο προς τιμή της Μεγάλης Κυρίας.
Έξω από την Μονή της, έγινε πάνδημη υποδοχή και μεγαλοπρεπή λιτανεία. Οι καρδιές όλων σκιρτούσαν από αγαλλίαση, καθώς μιλούσαν για τις θαυμαστές ενέργειες της Αγάπης της.
Την τοποθέτησαν στην ίδια θέση. Στο τέμπλο της βυζαντινής εκκλησίας που ήταν δική της εδώ κι εκατοντάδες χρόνια. Κι έμειναν ώρες κοντά της για να την υμνήσουν και να την τιμήσουν. Να συμπροφέρουν τη χαρά τους για το γυρισμό της. Να της αποθέσουν την ευγνωμοσύνη τους, που, χωρίς ποτέ να τους εγκαταλείψει, τους ξανάπαιρνε στην μητρική της αγκάλη και τους σκέπαζε με τη γλυκιά σκέπη της ελπίδα».
Πιστεύω ότι η παραπάνω ιστορία είναι επίκαιρη και στις ημέρες μας ακόμη πιο πραγματική.
Ας ευχηθούμε και ας προσευχηθούμε να επαναληφθεί σύντομα και στην περιοχή μας…


Η Παναγια: Το καταφυγιο του ανθρωπου

12:00:00 π.μ.

15 Αυγούστου, Κοίμηση της Θεοτόκου

Η εορτή της Κοιμήσεως της Θεοτόκου είναι για μας τους χριστιανούς ένα αληθινό θεομητορικό πανηγύρι αφιερωμένο στη Μητέρα του Θεού και Μητέρα όλων των χριστιανών.
 
Την ημέρα αυτή γιορτάζουμε την Κοίμηση της και την αγία μετάσταση της από τη γη στον ουρανό κατά την παράδοση της Εκκλησίας μας. Ομολογούμε λοιπόν με πανηγυρικό τρόπο την εν σώματι παρουσία της Παναγίας στον ουρανό πλησίον του Υιού της. Αυτό ακριβώς είναι η πηγή της χαράς και η αιτία της σωτηρίας μας. Η πρωτοκαθεδρία της Θεοτόκου στην θριαμβεύουσα Εκκλησία εξασφαλίζει την επίγεια Εκκλησία με τη διαρκή μεσιτεία και μητρόθεη παρουσία της. Για το λόγο αυτό η γιοτή της Κοιμήσεως είναι το επιστέγασμα όλων των θεομητορικών γιορτών, γιατί αποτελεί την επίσημη έναρξη του μεσιτευτικού έργου της Παναγίας υπέρ του κόσμου.
Πράγματι το βασικό και κύριο έργο της Θεοτόκου εν ουρανοίς είναι η ακατάπαυστη πρεσβεία και παράκληση για τα παιδιά της που άφησε στον κόσμο, Είναι δε τόσο αποτελεσματικό το έργο της, ώστε κατορθώνει να γκρεμίσει το μεσότοιχο της έχθρας και να ενώσει τα επίγεια με τα ουράνια, όπως λέγουν οι Πατέρες της Εκκλησίας μας.
 
Οι χριστιανοί γνωρίζουν το αμετάθετο της μεσιτείας της, γι' αυτό την αποκαλούν «μεσίτρια», και αυτός ο χαρακτηρισμός δεσπόζει μέσα στις θεομητορικές γιορτές. «Και σε μεσίτρια έχω προς τον φιλάνθρωπο Θεόν, μη μου ελέγξεις τας πράξεις ενώπιων των αγγέλων. Παρακαλώ σε , Παρθένε, βοήθησον μοι εν τάχει».
Το ίδιο συγκινητική είναι και η προσευχή προς την Παναγία στην ακολουθία του Αποδείπνου. « Η των απελπισμένων μόνη ελπίς και των πολεμουμένων η βοήθεια, η ετοίμη αντίληψις των εις σε προστρεχόντων και πάντων των χριστιανών το καταφύγιον».
 
Οι Πατέρες της Εκκλησίας γεμάτοι από σεβασμό, θαυμασμό και ευγνωμοσύνη για την κραταιά σκέπη της Θεοτόκου, μας διδάσκουν να έχουμε αδιάσειστη πίστη στην μητρική παρουσία της. Ο Η. Μηνιάτης λέγει: «... μίαν μεσιτείαν, έναν λόγο, ένα νεύμα να κάμης προ του Υιόν σου δι' εμέ, εγώ είμαι σωσμένος. Μαρία όποιος εις σε ελπίζει, αδύνατον είναι να χαθή».
 
Η Παναγία λοιπόν είναι το καταφύγιο μας και προσφέρει τα αιώνια αγαθά στον κόσμο. Με τη δική της πρεσβεία οι άνθρωποι και οι άγγελοι δέχονται τη χάρη. Αυτήν την πρεσβεία επιζητούμε και εμείς με μεγαλύτερη επιμονή και ελπίδα την ημέρα αυτή της γιορτής της, γεμίζοντας τις Εκκλησίες και ψάλλοντας με την ψυχή μας το «σώζοις αεί, Θεοτόκε, την κληρονομίαν σου».

loading...
 
Copyright © ΕΛΛΑΣ-ΟΡΘΟΔΟΞΙΑ. Designed by OddThemes | Distributed By Blogger Templates20