ΩΦΕΛΙΜΑ

ΓΕΡΟΝΤΕΣ

ΘΑΥΜΑΤΑ

ΠΡΟΣΦΑΤΕΣ ΑΝΑΡΤΗΣΕΙΣ

Γεωργια Αποστολου μια ανησυχη ηθοποιος και Χριστιανη (Ναυπακτου κ. Ιεροθεου)

2:17:00 π.μ.

Τήν 10η Ἰουνίου 2016 ἀπεβίωσε ἡ ταλαντοῦχος ἠθοποιός Γεωργία Ἀποστόλου, σέ ἡλικία 43 ἐτῶν, καί δημιούργησε μεγάλη ἔκπληξη στό κοινό, ἰδιαιτέρως στούς δημοσιογράφους καί τούς νέους, διότι ἦταν γνωστή ἀπό τόν πρωταγωνιστικό ρόλο πού εἶχε σέ διάφορα σίριαλ στήν τηλεόραση ἀπό τό 1994 ἕως τό 2005.
Δέν θέλησα ἀμέσως νά ὁμιλήσω γιά τήν Γεωργία, ἀλλά ἄφησα τόν χρόνο νά περάση γιά νά γράψω κάτι.
Τήν γνώρισα πρίν ἀπό πολλά χρόνια ἀπό τίς ἐπισκέψεις της στήν Ναύπακτο, ὅταν ἐπιδίωκε νά μέ συναντήση. Τότε πρωταγωνιστοῦσε σέ σίριαλ τῆς τηλεοράσεως. Εἶχε πολλές ἀπορίες γύρω ἀπό θεολογικά θέματα καί τά ἔθετε μέ γρήγορο τρόπο, τό ἕνα μετά τό ἄλλο, πρίν λάβη ἀπάντηση ἀπό τό προηγούμενο, καί κυρίως ἐνδιαφερόταν γιά τήν νηπτική παράδοση τῆς Ἐκκλησίας, τήν νοερά προσευχή, τήν ἡσυχία, τήν ἀποκάλυψη τοῦ Θεοῦ κ.ἄ. Ἦταν ὄντως ἕνα ἀνήσυχο πνεῦμα καί ἐνδιαφερόταν γιά τά θέματα αὐτά, πού συνήθως δέν ἀπασχολοῦν πολλούς ἀνθρώπους. Εἶχε διαβάσει μερικά ἀπό τά βιβλία μου καί ἐνδιαφερόταν γιά τά θέματα αὐτά.
Ἐρχόταν συχνά στήν Ναύπακτο καί παρακολουθοῦσε τίς ὁμιλίες πού ἔκανα τήν Δευτέρα, καί ὅταν δέν μποροῦσε νά ἔλθη, φρόντιζε νά μαθαίνη τό περιεχόμενο τῆς ὁμιλίας καί μοῦ τηλεφωνοῦσε γιά νά μέ ἐρωτήση διάφορες ἀπορίες της.Εἶχε πνευματικό πατέρα στήν Ἀθήνα, ἀλλά ἐμένα μέ ρωτοῦσε γιά θέματα πού σχετίζονταν μέ τά βιβλία μου καί τίς θεολογικές ἀπορίες της. Μερικές φορές ἐρχόταν στήν Ναύπακτο μέ διάφορες φίλες της, ὥστε καί ἐκεῖνες νά μέ ἐρωτήσουν ἀπορίες πού δέν μποροῦσε ἡ ἴδια νά τούς ἀπαντήση.
Σέ μιά ἀπό τίς ἐπισκέψεις της θέλησε νά ἐξομολογηθῆ. Ἐπειδή εἶχε πνευματικό πατέρα στήν Ἀθήνα, δικαιολόγησε αὐτήν τήν ἐπιθυμία της, ὅτι ἤθελε νά πῆ κάτι πού χρειαζόταν τήν δική μου βοήθεια. Ἔτσι, μοῦ ἐκμυστηρεύθηκε ἕνα βαθύτατο μυστικό της, πού δέν μποροῦσε νά τό πῆ ἀλλοῦ. Φυσικά, αὐτό πού μοῦ ἐμπιστεύθηκε στήν ἐξομολόγηση παραμένει μέσα μου ὡς μυστικό καί δέν πρόκειται νά τό ἀποκαλύψω, σύμφωνα μέ τόν λόγο «ἀκήκοας λόγον; Συναποθανέτω σοι». 
Καθώς περνοῦσαν τά χρόνια ἄλλαξε ὁ ἐσωτερικός της κόσμος. Χωρίς νά μέ ρωτήσει «ἔσπασε» τό συμβόλαιο μέ ἕνα σίριαλ πού ἔπαιζε τήν ἐποχή ἐκείνη, διότι ὅλα αὐτά μέ τά ὁποῖα ἠσχολεῖτο τά θεωροῦσε «βλακεῖες», ὅπως χαρακτηριστικά μοῦ εἶπε. Τήν συμβούλευσα ἄν δέν θέλη νά εἶναι πρωταγωνίστρια, γιατί τήν ἐνοχλοῦσε ἡ ἀναγνωρισιμότητα καί οἱ εὐθύνες τῆς ἐργασίας αὐτῆς, ἔπρεπε νά παίξη μικρούς ρόλους γιά νά ζήση βιοποριστικά. Ἐκείνη ἀντιδροῦσε. Τήν συμβούλευσα, ἀφοῦ ἤθελε νά σταματήση ὡς ἠθοποιός, νά ἀναζητήση κάποια ἄλλη ἐργασία γιά νά καλύπτη τά βασικά της ἔξοδα. Ἔκανε κάποιες προσπάθειες πρός τήν κατεύθυνση αὐτή, ἀλλά μέ διαφόρους λόγους δέν συνέχιζε.
Σέ ἐρώτηση δημοσιογράφου γιατί ἐξαφανίσθηκε, ἐκείνη ἀπάντησε:
«Ὄχι, δέν ἐξαφανίστηκα, οὔτε κρύφτηκα ἀπό κανέναν. Τή δουλειά μου τήν ἄφησα γιατί δέν τήν ἀγαποῦσα πιά. Καί ὅταν δέν ἀγαπᾶς κάτι, δέν μπορεῖς νά τό ὑποστηρίξεις. Καταπιέζεσαι. Ἡ Ἐκκλησία μέ στήριξε νά ἀσκήσω τό ἐπάγγελμα τοῦ ἠθοποιοῦ γιά δεκατρία συναπτά ἔτη. Ἀλλιῶς θά τά εἶχα παρατήσει πολύ νωρίτερα». 
Ἄρχισε νά ζῆ μέ ὅσα οἰκονομικά εἶχε ἀποκτήσει ἕως τότε. Ἀλλά μέ τόν καιρό πούλησε τό αὐτοκίνητό της, καί δέν μποροῦσε νά μετακινηθῆ παρά μόνον μέ τήν βοήθεια ἄλλων, καί γι’ αὐτό μείωσε τίς ἐλεύσεις της στήν Ναύπακτο. Ξενοίκιασε ἕνα καλό διαμέρισμα πού εἶχε καί μετά φιλοξενεῖτο σέ γνωστούς της, δηλαδή ἔπεσε σέ μιά οἰκειοθελῆ ὑλική πτωχεία.
Πολλές φορές ἐπιδίωξα νά τήν βοηθήσω οἰκονομικῶς, ἀλλά δέν τό ἤθελε, στενοχωριόταν, τό ἀπέρριπτε μέ ἀποφασιστικότητα. Μοῦ ἔλεγε: «Ἐσᾶς σᾶς χρειάζομαι γιά νά λύνω τίς θεολογικές μου ἀπορίες καί νά μέ βοηθᾶτε πνευματικά».
Παράλληλα, ὅμως, αὔξησε τίς μελέτες της στόν ἅγιο Σιλουανό, τόν Γέροντα Σωφρόνιο καί ἄλλους ἁγίους, καί δεχόμουν βροχηδόν ἐρωτήσεις γιά τά θέματα αὐτά.Ὅπως μοῦ ἔλεγε, πολλά βράδυα ἀγρυπνοῦσε καί προσευχόταν, συμμετεῖχε σέ διάφορες ἀγρυπνίες καί πρωινές θεῖες Λειτουργίες, παρακολουθοῦσε ἀθόρυβα διάφορες ὁμιλίες στήν Ἀθήνα. Τήν ἔβλεπα στό ἀκροατήριο ὅταν τύχαινε νά ὁμιλῶ στήν Ἀθήνα. Τήν ἐνοχλοῦσε ἀφόρητα ὅταν τήν ἀναγνώριζαν καί κυρίως ὅταν τήν περίμεναν δημοσιογράφοι ἔξω ἀπό τό σπίτι της, ἤ ὅταν τῆς τηλεφωνοῦσαν γιά νά μάθουν ἄν ἔγινε μοναχή.
Ἐπιθυμοῦσε νά γίνη μοναχή σέ ἕνα ἀσκητήριο. Δέν ἤθελε, ὅμως, νά πάη σέ ἕνα κοινόβιο μέ πολλές μοναχές, ἀλλά σέ ἕνα μικρό ἡσυχαστήριο, ὥστε σχεδόν νά εἶναι μόνη της. Δέν τό ἔβλεπα αὐτό λογικό, δέν ἦταν σύμφωνο μέ τόν ἐκρηκτικό χαρακτῆρα της, δέν τό θεωροῦσα ὅτι ἦταν ὥριμο καί γι’ αὐτό καί τήν ἀπέτρεπα νά τό κάνη. 
Ζοῦσε πολύ φτωχικά καί σχεδόν ἐρημικά στήν Ἀθήνα. Δέν μποροῦσε νά ἔλθη στήν Ναύπακτο. Κάποτε μοῦ ἔστελνε μηνύματα μέ εἰδικό περιεχόμενο καί ἔπειτα γιά μῆνες ἐξαφανιζόταν. Σέ ἕνα μήνυμά της πρίν λίγους μῆνες ἀπό τήν κοίμησή της, τήν 23 Ὀκτωβρίου 2015, ὥρα 21.22, μοῦ ἔγραψε:
«Πάτερ, ἐπειδή προχθές ἀναφερθήκατε στόν ἅγιο Σιλουανό, ἔχω ἐδῶ καί χρόνια τήν ἀπορία μέσα μου... Πῶς ἐνῶ ἦταν οἰκονόμος καί εἶχε μέριμνες πολλές καί συναναστροφές δέν "ἔχανε" τήν προσευχή -ὅπως ὁ ἴδιος λέει στόν συνασκητή του πατήρ Σπυρίδωνα- τήν ὥρα τῆς ἀσχολίας μέ ἄλλα... Τοῦ τήν ἔδωσε δῶρο ὁ Θεός ἐξαρχῆς αὐτήν τήν "δυνατότητα" ἤ ἔκανε ἄσκηση νά τό καταφέρει αὐτό; Καί γιατί ὁ π. Σωφρόνιος χρειάσθηκε νά μένει τόσα χρόνια μόνος του; Θά μπορούσαμε νά ποῦμε ὅτι ἦταν "μεγάλος ἅγιος" δηλ.; Δυσκολεύομαι τόσο πολύ ὅταν ἀναγκάζομαι νά εἶμαι μέ ἀνθρώπους... Δῶστε μου τά "φῶτα σας" πάνω σ’ αὐτό. Σᾶς παρακαλῶ... καί συγγνώμη πού ἐνοχλῶ».
Ὕστερα ἀπό δέκα λεπτά (21.32΄) μοῦ ἔστειλε ἄλλο συμπληρωματικό μήνυμα:
«Θέλω νά ζητήσω ἀπ’ τό Θεό νά μπορῶ, ὅταν εἶμαι μέ τούς ἀνθρώπους πολλή ὥρα, νά εἶμαι ὅπως ὅταν εἶμαι μόνη μου καί νά μήν μέ ταράζουν οὔτε νά μέ ἀποσποῦν... Εἶναι θράσος νά τό ζητήσω αὐτό; Δίνεται ὡς δῶρο ἤ θέλει νά κάνω ἀγώνα; Ἤ μήπως νά συνεχίσω νά ἀποφεύγω γιατί εἶμαι πολύ ἀδύναμη; Τί γνώμη ἔχετε; Γεωργία Ἀποστόλου».
Συνέχεια τέτοια θέματα τήν ἀπασχολοῦσαν καί μέ ἐρωτοῦσε. Τῆς ἀπαντοῦσα, ὅταν μποροῦσα. Ἀλλά ἐπειδή δέν ἦταν δυνατόν νά ἀπαντῶ μέ μηνύματα, ὅταν ἔπρεπε τῆς τηλεφωνοῦσα γιά νά τῆς τά πῶ προφορικά. Πάντοτε προσπαθοῦσα νά τήν ἐξισορροπῶ γιά νά μή φθάνη στά ἄκρα.
Τό βράδυ ἐκεῖνο, ἐπειδή δέν ἦταν εὔκολο νά ἀπαντήσω γιά τέτοιο θέμα μέ μήνυμα τῆς ἔγραψα, στίς 21.51΄. «Τά θέματα αὐτά δέν ἀπαντοῦνται μέ μηνύματα. Ρώτησε τόν Γέροντά σου».
Ἀμέσως μετά, στίς 22.15΄ μοῦ ἀπάντησε:
«Ὁ παπάς μας δέν μιλάει γι’ αὐτά τά θέματα... Οὔτε τολμῶ νά ρωτήσω... Πιστεύω ὅτι ὁ Χριστός θά εἶναι μαζί μου πιό ἐπιεικής καί προσηνής, ὅταν τόν συναντήσω... Ζήτησα τήν ἄποψή σας τηλεφωνικῶς δεδομένου ὅτι δέν μπορῶ νά ἔρχομαι τίς Δευτέρες καί δεδομένου ὅτι γνωρίζετε προσωπικά καί ἀναλύετε στά βιβλία σας τέτοιου εἴδους θέματα πού ἔχουν σχέση μέ τήν προσευχή. Εὐχαριστῶ πού εὔχεσθε. Θά ἀπαντήση ὁ Κύριος διά τῶν εὐχῶν σας...».
Αὐτά τά μηνύματα δείχνουν τόν χαρακτήρα τῆς Γεωργίας καί τίς ἀναζητήσεις της.
Τά Χριστούγεννα τοῦ 2015 μοῦ ἔστειλε τό τελευταῖο μήνυμά της, τήν 26/12, 14.44΄. «Χρόνια πολλά! Καλή δύναμη!». Καί ἡ ἀπάντησή μου ἀμέσως: «Εὐχαριστῶ γιά τίς εὐχές. Ἀντεύχομαι ὑγεία, εἰρήνη καί ἀγάπη».
Ἀπό τότε μέχρι τήν κοίμησή της, τήν 10 Ἰουνίου 2016, δέν εἶχα κάποια ἄλλη ἐπικοινωνία. Ἀργότερα ἔμαθα ὅτι ἐπιθυμοῦσε νά πεθάνη μόνη της.
Ἀπό χρόνια, ἰδίως ἀπό τότε πού σταμάτησε νά παίζη στά σίριαλ, μοῦ ἔλεγε ὅτι θά πεθάνη καί μάλιστα θά πεθάνη ἀπό καρδιακό πρόβλημα. Τήν προέτρεπα νά πάη στούς γιατρούς, νά κάνη ἐξετάσεις, καί μάλιστα τήν παρακαλοῦσα νά τῆς καλύψω τά ἔξοδα. Δέν συνέχιζε τήν συζήτηση, δέν ἤθελε νά μέ ἐπιβαρύνη οἰκονομικά, ἁπλῶς μοῦ ἔλεγε: «Θά πεθάνω γρήγορα».
Ἔτσι, αἰσθάνθηκα μεγάλη ἔκπληξη ὅταν μοῦ τηλεφώνησε μιά γνωστή της κυρία, στήν ὁποία προφανῶς εἶχε πεῖ ὅτι συνδέεται πνευματικά μαζί μου, ὅτι πέθανε. Δέν ἔμαθα λεπτομέρειες γιά τό θέμα, ἀλλά ἔμαθα ὅτι ἦταν μόνη της καί τήν βρῆκαν πεθαμένη. Θυμᾶμαι ὅτι δέν μπόρεσα νά κοιμηθῶ ὅλη τήν νύκτα, γιατί τήν ἀφιέρωσα σέ αὐτήν, προσευχόμενος γιά τήν σωτηρία τῆς ψυχῆς της.
Ἔχω στήν μνήμη μου τήν Γεωργία Ἀποστόλου, ὡς μιά γυναίκα μέ ἔντονες ἀνησυχίες, μέ μεγάλη δίψα γιά τόν Θεό, ζοῦσε μέσα στήν κοινωνία ὡς ἀναχωρήτρια, μέ ἕνα εἶδος κατά Χριστόν σαλότητος, ἀφοῦ ἔκρυβε ἐπιμελῶς αὐτά πού εἶχε μέσα της, ἀκόμη καί τήν ἀσθένειά της. Τήν θυμᾶμαι, ὡς ἕναν ἄνθρωπο πού εἶχε μιά διαρκῆ μνήμη θανάτου καί τόν ἀντιμετώπιζε μέ γενναιότητα, πού ἐξαφανιζόταν ἤρεμα, μυστικά, καί ἐμφανιζόταν ἔντονα καί ἐμφαντικά σάν τήν ἀστραπή καί τόν κεραυνό, τήν θυμᾶμαι ὡς μιά γυναίκα πού ἀναζητοῦσε τό ξένο, τό ἄγνωστο, τό μυστήριο, τήν συνάντηση μέ τόν «παράξενο Θεό»!
Δέν μπορῶ νά τά ἐξηγήσω ὅλα αὐτά πού συνέβαιναν μέσα της, ἀλλά σέ κάθε θεία Λειτουργία τήν μνημονεύω μαζί μέ τίς κεκοιμημένες μοναχές, καί ἄν καί δέν εἶχε καρεῖ μοναχή, νομίζω ὅτι παρουσιάστηκε στόν Θεό ὡς μοναχή στήν καρδιά.
Ἰούλιος 2017

Ειναι ο Θεος στο κεντρο της ζωης μας ή σε μια ακρουλα;

12:00:00 π.μ.

Όταν σε κάποιον μπει μια επιθυμία, από την ώρα εκείνη δεν μπορεί να ησυχάσει. Αφήνει τον Θεό και ασχολείται με την επιθυμία του. Μπορεί η επιθυμία να είναι και “πνευματική”, όμως παραμένει εμπόδιο για να ενωθεί με τον Θεό. 
------------------------
Επιθυμεί κάποιος να γίνει μοναχός. Και αυτή η επιθυμία του τον κάνει να ψάχνει μοναστήρια, γέροντες. Δεν έχει ησυχία. Φαινομενικά ασχολείται με κάτι το σωτήριο και πνευματικό, όμως τελικά απομακρύνεται από τον Θεό. Δεν ασχολείται με τον Θεό, αλλά με το πώς και πού και πότε θα γίνει μοναχός.



------------------------
Φανταστείτε λοιπόν πόσο επιβλαβές στην πνευματική μας προκοπή είναι όταν αφήνουμε τον Θεό και ασχολούμαστε με κοσμικές επιθυμίες και εμπαθείς πόθους μας. Βγάζουμε τον Θεό από το κέντρο της ζωής μας και βάζουμε στο κέντρο της καρδιάς μας την διατροφή μας, τα ρούχα μας, πότε θα παντρευτούμε, το χτένισμά μας, το αμάξι μας, το σκυλάκι μας, τον τραπεζικό μας λογαριασμό, την παρέα μας, το κινητό μας. 
------------------------
Αφήνουμε την προσευχή, αφήνουμε την άμεση κοινωνία μας με τον Θεό και τρέχουμε σε εξωκκλήσια για να ανάψουμε τα καντήλια. Ασχολούμαστε με τα καντήλια και όχι με τον Θεό. Και καμαρώνουμε που πήγαμε και ανάψαμε τα καντήλια, ενώ ο νους μας έμενε μακρυά από τον Θεό. 
------------------------
Εμείς οι ιερείς ασχολούμαστε με τις στολές και στους σταυρούς, με τα μαλλιά και τα γένια μας και αφήνουμε τον Θεό στην άκρη. Πώς ξεγελιόμαστε έτσι; Ακόμα και τώρα ξεγελιέμαι, και προσπαθώ να γράψω κάτι για τον Θεό αφήνοντας τον Θεό, αντικαθιστώντας Τον με τις γνώσεις μου, με τις σκέψεις μου.
------------------------
Λέμε ότι ο Θεός είναι στην ζωή μας. Όντως, σίγουρα ο Θεός είναι στην ζωή μας, αλλά που ακριβώς; Στο κέντρο ή σε μία ακρούλα;
------------------------
Σίγουρα ως άνθρωποι μου μένουμε μέσα στον κόσμο θα ασχοληθούμε με πολλά ζητήματα, όμως αυτό δεν είναι δικαιολογία για να αφήνουμε τον Θεό στην άκρη της καθημερινότητάς μας. 
------------------------
Χωρίς προσευχή είναι αδύνατον να βρούμε τον Θεό, είναι αδύνατον να ειρηνεύσουμε. Μπορεί να κάνουμε χίλιες δυο “πνευματικές” δραστηριότητες όμως εάν δεν προσευχόμαστε τίποτα δεν έχουμε κάνει. Πνευματική ζωή δεν νοείται χωρίς προσευχή. Μπορεί να μελετούμε τον θείο λόγο, να εκκλησιαζόμαστε, να εξομολογούμαστε, να νηστεύουμε, όμως εάν δεν προσευχόμαστε προκοπή δεν θα κάνουμε.
------------------------
“Κύριε Ιησού Χριστέ, ελέησόν με τον αμαρτωλό” και όλη η ζωή μας γίνεται μία αναφορά προς τον Θεό. 
Η πνευματική ζωή είναι μια προσευχή, μια μόνιμη ατμόσφαιρα πέρα από την σφαίρα των εμπαθών επιθυμιών· είναι η απόκτηση της εσωτερικής ειρήνης που μόνο το Πνεύμα μπορεί να χαρίσει στις καρδιές μας. Πνευματική ζωή είναι η συνεχής εκζήτηση του Θεού. Συνεχής όχι διακεκομμένη...

αρχιμ. Παύλος Παπαδόπουλος 


Η ψυχη μετα τον θανατο

1:52:00 π.μ.



(Ἀνάλυση τοῦ λόγου περί θανάτου τοῦ Ἁγίου Ἰωάννου Μαξίμοβιτς)

Οι πρώτες δύο ημέρες μετά το θάνατο

Για διάστημα δύο ημερών η ψυχή απολαύει σχετικής ελευθερίας και έχει δυνατότητα να επισκεφθεί τόπους που της ήταν προσφιλείς στο παρελθόν, αλλά την Τρίτη ημέρα μετακινείται σε άλλες σφαίρες.

Εδώ ο Αρχιεπίσκοπος Ιωάννης απλώς επαναλαμβάνει τη διδασκαλία που η Εκκλησία ήδη γνωρίζει από τον 4ο αιώνα, όταν ο άγγελος που συνόδευσε τον Αγ. Μακάριο Αλεξανδρείας στην έρημο, του είπε, θέλοντας να ερμηνεύσει την επιμνημόσυνη δέηση της Εκκλησίας για τους νεκρούς την Τρίτη ημέρα μετά θάνατο: «Όταν γίνεται η προσφορά της αναίμακτης θυσίας (μνημόσυνο στη θεία λειτουργία) στην Εκκλησία την τρίτη ημέρα, η ψυχή του κεκοιμημένου δέχεται από τον φύλακα άγγελο της ανακούφιση για τη λύπη που αισθάνεται λόγω του χωρισμού της από το σώμα… Στο διάστημα των δύο πρώτων ημερών επιτρέπεται στην ψυχή να περιπλανηθεί στον κόσμο, οπουδήποτε εκείνη επιθυμεί, με τη συντροφιά των αγγέλων που τη συνοδεύουν. Ως εκ τούτου η ψυχή, επειδή αγαπά το σώμα, μερικές φορές περιφέρεται στο οίκημα στο οποίο το σώμα της είχε σαβανωθεί, περνώντας έτσι δύο ημέρες όπως ένα πουλί που γυρεύει τη φωλιά του.Αλλά η ενάρετη ψυχή πλανιέται σε εκείνα τα μέρη στα οποία συνήθιζε να πράττει αγαθά έργα. Την τρίτη ημέρα, Εκείνος ο Οποίος ανέστη ο Ίδιος την τρίτη ημέρα από τους νεκρούς καλεί την ψυχή του Χριστιανού να μιμηθεί τη δική Του ανάσταση, να ανέλθει στους Ουρανούς όπου θα λατρεύει το Θεό όλων.»
Στην Ορθόδοξη νεκρώσιμη ακολουθία, ο Αγ. Ιωάννης ο Δαμασκηνός περιγράφει παραστατικά την κατάσταση της ψυχής η οποία, έχοντας μεν αφήσει το σώμα αλλά παραμένοντας στη γη, είναι ανίκανη να επικοινωνήσει με τους αγαπημένους της τους οποίους βλέπει: «Οίμοι, οίον αγώνα έχει η ψυχή χωριζόμενη εκ του σώματος! Οίμοι, πόσα δακρύει τότε, και ουχ υπάρχει ο ελεών αυτήν! Προς τους αγγέλους τα όμματα ρέπουσα, άπρακτα καθικετεύει προς τους ανθρώπους τας χείρας εκτείνουσα, ουκ έχει τον βοηθούντα. Διό, αγαπητοί μου αδελφοί, εννοήσαντες ημών το βραχύ της ζωής, τω μεταστάντι την ανάπαυσιν, παρά Χριστού αιτησώμεθα, και ταις ψυχαίς ημών το μέγα έλεος».

Σε γράμμα του προς τον αδελφό μιας αποθνήσκουσας γυναίκας, ο Όσιος Θεοφάνης ο Έγκλειστος γράφει: «Η αδελφή σου δεν θα πεθάνει. Το σώμα του ανθρώπου πεθαίνει, αλλά η προσωπικότητά του συνεχίζει να ζει. Απλώς μεταφέρεται σε μια άλλη τάξη ζωής… Δεν είναι εκείνη που θα βάλουν στον τάφο. Εκείνη βρίσκεται σε έναν άλλο τόπο όπου θα είναι θα είναι ακριβώς το ίδιο ζωντανή όσο και τώρα. Τις πρώτες ώρες και ημέρες θα βρίσκεται γύρω σου. Μόνο που δεν θα λέει τίποτα και εσύ δεν θα μπορείς να την δεις. Θα είναι όμως ακριβώς εδώ. Να το έχεις αυτό στο νου σου. Εμείς που μένουμε πίσω θρηνούμε για τους κεκοιμημένους, όμως για εκείνους τα πράγματα είναι αμέσως πιο εύκολα. Είναι πιο ευτυχισμένοι στη νέα κατάσταση. Όσοι έχουν πεθάνει και κατόπιν επαναφέρθηκαν στο σώμα διαπίστωσαν ότι το σώμα ήταν μια πολύ στενάχωρη κατοικία. Και η αδελφή σου θα αισθάνεται έτσι. Είναι πολύ καλύτερα εκεί, και εμείς νοιώθουμε οδύνη σαν να της έχει συμβεί κάτι απίστευτα κακό! Θα μας κοιτάζει και σίγουρα θα μένει κατάπληκτη με την αντίδρασή μας».

Θα πρέπει να έχουμε υπόψη ότι η ανωτέρω περιγραφή των πρώτων δύο ημερών του θανάτου αποτελεί γενικό κανόνα, ο οποίος κατά κανένα τρόπο δεν ισχύει σε όλες τις περιπτώσεις. Πράγματι τα περισσότερα παραδείγματα από την Ορθόδοξη γραμματεία, δεν συνάδουν με αυτόν τον κανόνα, και ο λόγος είναι φανερός: οι άγιοι, μην έχοντας καμιά απολύτως προσκόλληση στα εγκόσμια και ζώντας σε διαρκή προσδοκία της αναχώρησής τους για την άλλη ζωή, δεν ελκύονται καν από τους τόπους όπου έπρατταν τα αγαθά τους έργα αλλά ξεκινούν αμέσως την άνοδο τους στους Ουρανούς. Άλλοι, ξεκινούν την άνοδο τους πριν το τέλος των δύο ημερών για κάποιον ειδικό λόγο που μόνον η Θεία Πρόνοια γνωρίζει. Από την άλλη οι σύγχρονες «μεταθανάτιες» εμπειρίες, ατελείς καθώς είναι, ανήκουν όλες στον εξής κανόνα: η «εξωσωματική» κατάσταση αποτελεί μόνο το ξεκίνημα της αρχικής περιόδου ασώματης «περιπλάνησης» της ψυχής στους τόπους των επιγείων δεσμών της. Όμως κανείς από αυτούς τους ανθρώπους δεν έχει παραμείνει νεκρός για αρκετό χρονικό διάστημα, έστω μέχρι να συναντήσει τους αγγέλους που πρόκειται να τον συνοδεύσουν.

Μερικοί επικριτές της Ορθόδοξης διδασκαλίας για την μετά θάνατον ζωή, θεωρούν ότι τέτοιες αποκλίσεις από το γενικό κανόνα για την μεταθανάτια εμπειρία αποδεικνύουν την ύπαρξη «αντιφάσεων» στην Ορθόδοξη διδασκαλία. Αυτοί οι επικριτές όμως είναι απλώς και μόνο προσκολλημένοι στις «κατά γράμμα» ερμηνείες. Η περιγραφή των πρώτων δύο ημερών, καθώς και των επομένων, σε καμιά περίπτωση δεν αποτελεί κάποια μορφή δόγματος. Είναι απλώς ένα «μοντέλο», το οποίο μάλιστα εκφράζει την πιο συνηθισμένη χρονική σειρά των εμπειριών της ψυχής μετά τον θάνατο. Οι πολλές περιπτώσεις, τόσο στην Ορθόδοξη γραμματεία όσο και στις αναφορές σύγχρονων σχετικών εμπειριών, όπου οι νεκροί έχουν στιγμιαία εμφανιστεί στους ζωντανούς μέσα στην πρώτη ή τις δύο πρώτες ημέρες μετά το θάνατο, μερικές φορές σε όνειρα, είναι παραδείγματα που επαληθεύουν το ότι όντος η ψυχή συνήθως παραμένει κοντά στη γη για κάποια σύντομη χρονική περίοδο. Κατά την τρίτη ημέρα, και συχνά πιο πριν, η περίοδος αυτή φθάνει στο τέλος της.

Τα τελώνια

Την ώρα αυτή (την τρίτη ημέρα), η ψυχή διέρχεται από λεγεώνες πονηρών πνευμάτων που παρεμποδίζουν την πορεία της και την κατηγορούν για διάφορες αμαρτίες, στις οποίες αυτά τα ίδια την είχαν παρασύρει. Σύμφωνα με διάφορες θεϊκές αποκαλύψεις υπάρχουν είκοσι τέτοια εμπόδια, τα επονομαζόμενα «τελώνια», σε καθένα από τα οποία περνά από δοκιμασία κάθε μορφή αμαρτίας. Η ψυχή αφού περάσει από ένα τελώνιο, συναντά το επόμενο, και μόνον αφού έχει διέλθει επιτυχώς από όλα τα τελώνια μπορεί αν συνεχίσει την πορεία της χωρίς να απορριφθεί βιαίως στη γέεννα. Το πόσο φοβεροί είναι αυτοί οι δαίμονες και τα τελώνια τους φένεται στο γεγονός ότι η ίδια η Παναγία, όταν πληροφορήθηκε από τον Αρχάγγελο Γαβριήλ τον επικείμενο θάνατο Της, ικέτευσε τον Υιό Της να διασώσει την ψυχή Της από αυτούς τους δαίμονες και απαντώντας στην προσευχή Της, ο ίδιος ο Κύριος Ιησούς Χριστός εμφανίστηκε από τους Ουρανούς για να παραλάβει την ψυχή της Πάναγνου Μητρός Του και να την οδηγήσει στους Ουρανούς. Φοβερή είναι πράγματι, η τρίτη ημέρα για την ψυχή του απελθόντος, και για το λόγο αυτό η ψυχή έχει ιδιαίτερη ανάγκη τότε από προσευχές για την σωτηρία της.
Σύντομα, μετά τον θάνατο, η ψυχή πράγματι βιώνει μια κρίση, τη Μερική Κρίση, ως τελική συγκεφαλαίωση του «αοράτου πολέμου» που έχει διεξαγάγει ή που απέτυχε να διεξαγάγει, στην επίγεια ζωή κατά τω πεπτωκότων πνευμάτων. Συνεχίζοντας την επιστολή του προς τον αδελφό της αποθνήσκουσας γυναίκας, ο Όσιος Θεοφάνης ο έγκλειστος γράφει: «Λίγο μετά το θάνατο, η ψυχή αρχίζει έναν αγώνα για να καταφέρει να διέλθει από τα τελώνια. Στον αγώνα της η αδελφή σου χρειάζεται βοήθεια! Θα πρέπει να στρέψεις όλη σου την προσοχή και όλη σου την αγάπη γι’ αυτήν στο πως θα την βοηθήσεις. Πιστεύω πως η μεγαλύτερη έμπρακτη απόδειξη της αγάπης σου θα είναι να αφήσεις την φροντίδα του νεκρού της σώματος στους άλλους, να αποχωρήσεις και, μένοντας μόνος σου οπουδήποτε μπορείς, να βυθιστείς σε προσευχή για την ψυχή της, για τη νέα κατάσταση στην οποία βρίσκεται και για τις καινούριες, απροσδόκητες ανάγκες της. Συνέχισε την ακατάπαυστη ικεσία σου στον Θεό για έξι εβδομάδες και περισσότερο. Όταν πέθανε η Οσία Θεοδώρα, το σακούλι από το οποίο πήραν χρυσό οι άγγελοι για να τη γλιτώσουν από τα τελώνια ήταν οι προσευχές του πνευματικού της πατέρα. Έτσι θα γίνει και με τις δικές σου προσευχές. Μην παραλείψεις να κάνεις όσα σου είπα. Αυτό είναι η πραγματική αγάπη.»

Το «σακούλι» από το οποίο πήραν «χρυσό» οι άγγελοι και «εξόφλησαν τα χρέη» της Οσίας Θεοδώρας στα τελώνια έχει συχνά παρανοηθεί από κάποιους επικριτές της Ορθόδοξης διδασκαλίας. Μερικές φορές συγκρίνεται με τη λατινική έννοια του «πλεονάσματος χάριτος» των αγίων. Στην περίπτωση αυτή, τέτοιοι επικριτές ερμηνεύουν κατά γράμμα τα Ορθόδοξα κείμενα. Σε τίποτε άλλο δεν αναφέρεται το παραπάνω απόσπασμα παρά στις προσευχές της Εκκλησίας για τους αναπαυθέντες και ειδικότερα στις προσευχές ενός αγίου ανθρώπου και πνευματικού πατέρα. Είναι σχεδόν περιττό να πούμε ότι όλες αυτές οι περιγραφές έχουν μεταφυσική έννοια. Η Ορθόδοξη Εκκλησία θεωρεί τη διδασκαλία περί τελωνίων τόσο σημαντική, ώστε έχει συμπεριλάβει σχετικές αναφορές σε πολλές από τις ακολουθίες της, μερικές εκ των οποίων αναφέρονται στο κεφάλαιο περί τελωνίων. Ειδικότερα, η Εκκλησία θεωρεί ιδιαιτέρως απαραίτητο να συνοδεύει με αυτήν τη διδασκαλία κάθε τέκνο της που αποθνήσκει. Στον «Κανόνα για την Αναχώρηση της Ψυχής», που διαβάζεται από τον ιερέα στο νεκρικό κρεβάτι κάθε πιστού, υπάρχουν τα παρακάτω τροπάρια:
«Καθώς φεύγω από τη γη, αξίωσέ με να διέλθω ανεμπόδιστα από τον άρχοντα του αέρα, το διώκτη και βασανιστή, εκείνον που ως άδικος ανακριτής στέκεται πάνω στους φοβερούς δρόμους». (4η Ωδή)

«Ω Πανένδοξε Θεοτόκε, οδήγησέ με εις τους Ουρανούς, στα ιερά και πολύτιμα χέρια των αγίων αγγέλων ώστε, προστατευμένος μέσα στα φτερά τους, να μην αντικρύσω τη ρυπαρή, αποκρουστική και σκοτεινή μορφή των δαιμόνων». (6η Ωδή)

«Ω Αγία Θεοτόκε, Εσύ η Οποία γέννησες τον Παντοδύναμο Κύριο, απομάκρυνε από εμένα τον άρχοντα των φοβερών τελωνίων, τον κυβερνήτη του κόσμου, όταν φθάσει η στιγμή του θανάτου μου, ώστε να Σε δοξολογώ αιωνίως». (8η Ωδή)

Κατ’ αυτόν τον τρόπο, τα λόγια της Εκκλησίας προετοιμάζουν τον αποθνήσκοντα Ορθόδοξο Χριστιανό για τις δοκιμασίες που θα συναντήσει μπροστά του.

Οι σαράντα ημέρες

Κατόπιν, έχοντας επιτυχώς διέλθει από τα τελώνια και υποκλιθεί βαθιά ενώπιον του Θεού, η ψυχή για διάστημα τριάντα επτά επιπλέον ημερών επισκέπτεται τις ουράνιες κατοικίες και τις αβύσσους της κολάσεως, μη γνωρίζοντας ακόμα που θα παραμείνει, και μόνον την τεσσαρακοστή ημέρα καθορίζεται η θέση στην οποία θα βρίσκεται μέχρι την ανάσταση των νεκρών.
Σίγουρα δεν είναι παράξενο ότι η ψυχή, έχοντας διέλθει από τα τελώνια και παύσει μια για πάντα κάθε σχέση με τα επίγεια, εισάγεται στον αληθινά άλλο κόσμο, σε ένα τμήμα του οποίου θα παραμείνει αιωνίως. Σύμφωνα με την αποκάλυψη του Αγγέλου στον Αγ. Μακάριο Αλεξανδρείας, η ειδική επιμνημόσυνη δέηση υπέρ των απελθόντων την ένατη ημέρα μετά τον θάνατο (πέραν του γενικού συμβολισμού των εννέα αγγελικών ταγμάτων) πραγματοποιείται επειδή μέχρι τότε παρουσιάζονται στην ψυχή τα θαυμάσια του Παραδείσου, και μόνον κατόπιν αυτού, για το υπόλοιπο των σαράντα ημερών, της παρουσιάζονται τα μαρτύρια και τα φρικτά της κολάσεως, πριν τοποθετηθεί την τεσσαρακοστή ημέρα στη θέση στην οποία θα αναμένει την ανάσταση των νεκρών και την Τελική Κρίση. Θα πρέπει και πάλι να τονίσουμε ότι οι αναφερόμενοι αριθμοί αποτελούν γενικό κανόνα ή «μοντέλο» της μεταθανάτιας πραγματικότητας, και αναμφισβήτητα δεν ολοκληρώνουν όλες οι ψυχές των απελθόντων την πορεία τους ακριβώς σύμφωνα με τον «κανόνα». Γνωρίζουμε σαφώς ότι η Οσία Θεοδώρα, στην πραγματικότητα, ολοκλήρωσε το «γύρο της κολάσεως» ακριβώς την τεσσαρακοστή ημέρα, σύμφωνα με τη γήινη μέτρηση του χρόνου.

Η κατάσταση των ψυχών μέχρι την Τελική Κρίση

Μερικές ψυχές βρίσκονται (μετά τις σαράντα ημέρες) σε μια κατάσταση πρόγευσης της αιώνιας αγαλλίασης και μακαριότητας, ενώ άλλες σε μια κατάσταση τρόμου εξαιτίας των αιωνίων μαρτυρίων τα οποία θα υποστούν πλήρως μετά την Τελική Κρίση. Μέχρι τότε εξακολουθεί να υπάρχει δυνατότητα αλλαγής της κατάστασής τους, ιδιαιτέρως μέσω της υπέρ αυτών προσφοράς της Αναίμακτης Θυσίας (μνημόσυνο στη Θεία Λειτουργία), και παρομοίως μέσω άλλων προσευχών.

Τα οφέλη της προσευχής, τόσο της κοινής όσο και της ατομικής για τις ψυχές που βρίσκονται στην κόλαση, έχουν περιγραφεί σε πολλούς βίους Αγίων και ασκητών καθώς και σε Πατερικά κείμενα. Στο βίο της μάρτυρος του 3ου αιώνα Περπετούας, για παράδειγμα, διαβάζουμε ότι η κατάσταση της ψυχής του αδελφού της Δημοκράτη της αποκαλύφθηκα με την εικόνα μιας στέρνας γεμάτης νερό, η οποία ήταν όμως τόσο ψηλά που δεν μπορούσε να τη φτάσει από τον ρυπαρό, καυτό τόπο όπου ήταν περιορισμένος. Χάρη στην ολόθερμη προσευχή της Περπετούας επί μία ολόκληρη ημέρα και νύχτα ο Δημοκράτης έφτασε τη στέρνα και τον είδε να βρίσκεται σε έναν φωτεινό τόπο. Από αυτό η Περπετούα κατάλαβε ότι ο αδελφός της είχε απελευθερωθεί από τα δεινά της κολάσεως.

Στο βίο μιας ασκήτριας που πέθανε μόλις τον 20ο αιώνα αναφέρεται μια παρόμοια περίπτωση. Πρόκειται για τη Οσία Αθανασία (Αναστασία Λογκάτσεβα), πνευματική θυγατέρα του Οσίου Σεραφείμ του Σάρωφ. Όπως διαβάζουμε στο βίο της: «Η Αναστασία είχε έναν αδελφό που τον έλεγαν Παύλο. Ο Παύλος κάποτε ήταν μεθυσμένος και κρεμάστηκε. Κι η Αναστασία αποφάσισε να προσευχηθεί πολύ για τον αδελφό της. Μετά το θάνατο του, η Αναστασία πήγε στο μοναστήρι Ντιβέγιεβο, του Οσίου Σεραφείμ, για να μάθει τι ακριβώς έπρεπε να κάνει, ώστε να βελτιωθεί η κατάσταση του αδελφού της, ο οποίος έδωσε τέλος στη ζωή του με τρόπο δυσσεβή και ατιμωτικό… Ήθελε να συναντήσει την Πελαγία Ιβάνοβνα και να ζητήσει τη συμβουλή της… Η Αναστασία επισκέφθηκε την Πελαγία. Εκείνη της είπε να κλειστεί στο κελί της σαράντα μέρες, να προσευχηθεί και να νηστέψει για τον αδελφό της και κάθε μέρα να λέει εκατόν πενήντα φορές: «Υπεραγία Θεοτόκε, ανάπαυσον τον δούλον σου.»

Όταν συμπληρώθηκαν οι σαράντα ημέρες, η Αναστασία είδε ένα όραμα. Βρέθηκε μπροστά σε μία άβυσσο. Στο βάθος της ήταν ένας βράχος από αίμα. Πάνω στο βράχο κείτονταν δύο άνδρες με σιδερένιες αλυσίδες στο λαιμό τους. Ο ένας ήταν ο αδελφός της.

Η Αναστασία διηγήθηκε το όραμα στην Πελαγία και κείνη της είπε να συνεχίσει την νηστεία και την προσευχή.

Τελείωσαν κι άλλες σαράντα ημέρες με νηστεία και προσευχή κι η Αναστασία είδε το ίδιο όραμα. Η ίδια άβυσσος κι ο βράχος πάνω στον οποίο βρίσκονταν οι δύο άνδρες με αλυσίδες στο λαιμό τους. Αυτή τη φορά όμως ο αδελφός της ήταν όρθιος. Περπατούσε πάνω στο βράχο, έπεφτε και ξανασηκωνόταν. Οι αλυσίδες ήταν ακόμα στο λαιμό του.

Η Πελαγία Ιβάνοβνα, στην οποία κατέφυγε και πάλι η Αναστασία, της είπε να επαναλάβει την ίδια άσκηση για Τρίτη φορά.

Όταν τελείωσε και το τρίτο σαρανταήμερο της νηστείας και της προσευχής, η Αναστασία ξαναείδε το ίδιο όραμα. Η ίδια άβυσσος, ο ίδιος βράχος. Τώρα όμως πάνω στο βράχο ήταν μόνο ένας άνδρας, αγνωστός της. Ο αδελφός της είχε απελευθερωθεί από τα δεσμά. Δε φαίνονταν πουθενά. Ο άγνωστος άνδρας ακούστηκε να λέει: «Είσαι τυχερός εσύ. Έχεις πολύ ισχυρούς μεσίτες στη γη.»
Η Αναστασία ανέφερε στην Πελαγία Ιβάνοβνα το τρίτο όραμά της και εκείνη της απάντησε:
«Ο αδελφός σου λυτρώθηκε από τα βάσανα. Δεν μπήκε όμως στη μακαριότητα του Παραδείσου.»
Πολλά παρόμοια περιστατικά αναφέρονται σε βίους Ορθοδόξων Αγίων και ασκητών. Σε περίπτωση που κάποιος έχει την τάση να ερμηνεύει κατά γράμμα τέτοια οράματα, ίσως θα πρέπει να παρατηρήσουμε ότι βεβαίως οι εικόνες με τις οποίες εμφανίζονται τέτοια οράματα, συνήθως σε όνειρα, δεν «φωτογραφίζουν» κατ’ ανάγκη τον τρόπο ύπαρξης της ψυχής μετά τον θάνατο. Πρόκειται περισσότερο για εικόνες οι οποίες μεταβιβάζουν την πνευματική αλήθεια της βελτιώσεως της καταστάσεως της ψυχής στον άλλο κόσμο χάρη στις προσευχές εκείνων που παραμένουν στον κόσμο τούτο.

Πηγή: Αγάπη εν Χριστώ

Κυριακη μετα την Υψωσιν του Τιμιου Σταυρου: Ομιλια περι της αληθους ελευθεριας

12:00:00 π.μ.

Η Ευαγγελική περικοπή της Θείας Λειτουργίας.
Κατά Μάρκον Ευαγγέλιον Κεφ. Η. 34 – 38, θ. 1.

«Τω καιρώ εκείνω, προσκαλεσάμενος ο Ιησούς τον όχλον συν τοις μαθηταίς αυτού είπεν αυτοίς: όστις θέλει οπίσω μου ακολουθείν, απαρνησάσθω εαυτόν, και αράτω τον σταυρόν αυτού, και ακολουθείτω μοι. Ος γαρ αν θέλη την ψυχήν αυτού σώσαι, απολέσει αυτήν· ος δ’ άν απολέση την εαυτού ψυχήν ένεκεν εμού και του ευαγγελίου, ούτος σώσει αυτήν. Τί γάρ ωφελήσει άνθρωπον εάν κερδήση τον κόσμον όλον, και ζημιωθή την ψυχήν αυτού; Ή τί δώσει άνθρωπος αντάλλαγμα της ψυχής αυτού; Ος γαρ εάν επαισχυνθή με και τους εμούς λόγους εν τη γενεά ταύτη τη μοιχαλίδι και αμαρτωλώ, και ο Υιός του ανθρώπου επαισχυνθήσεται αυτόν όταν έλθη εν τη δόξη του Πατρός αυτού μετά των αγγέλων των αγίων. Και έλεγεν αυτοίς: αμήν λέγω υμίν ότι εισί τινες των ώδε εστηκότων, οίτινες ου μη γεύσωνται θανάτου, έως αν ίδωσι την βασιλείαν του Θεού εληλυθυίαν εν δυνάμει».
Απόδοση:

Ο Ιησούς κάλεσε τότε τον κόσμο μαζί με τους μαθητές του και τους είπε: «Όποιος θέλει να με ακολουθήσει, ας απαρνηθεί τον εαυτό του, ας σηκώσει το σταυρό του κι ας με ακολουθεί. Γιατί όποιος θέλει να σώσει τη ζωή του θα τη χάσει· όποιος όμως χάσει τη ζωή του εξαιτίας μου και εξαιτίας του ευαγγελίου, αυτός θα τη σώσει. Τί θα ωφεληθεί ο άνθρωπος, αν κερδίσει ολόκληρο τον κόσμο αλλά χάσει τη ζωή του; Τί μπορεί να δώσει ο άνθρωπος αντάλλαγμα για τη ζωή του; Όποιος, ζώντας μέσα σ’ αυτή τη γενιά την άπιστη κι αμαρτωλή, ντραπεί για μένα και για τη διδασκαλία μου, θα ντραπεί γι’ αυτόν και ο Υιός του Ανθρώπου, όταν έρθει με όλη τη λαμπρότητα του Πατέρα του, μαζί με τους αγίους αγγέλους». Τους έλεγε ακόμη ο Ιησούς: «Σας διαβεβαιώνω πως υπάρχουν μερικοί ανάμεσα σ’ αυτούς που βρίσκονται εδώ, οι οποίοι δε θα γευτούν το θάνατο, πριν δουν να έρχεται δυναμικά η βασιλεία του Θεού». 

(Επιμέλεια κειμένου: Νικολέτα – Γεωργία Παπαρδάκη)
Ομιλία του Αγίου Νεκταρίου Επισκόπου Πενταπόλεως, περί της αληθούς ελευθερίας

«Ει τις θέλει οπίσω μου ελθείν, απαρνησάσθω εαυτόν και αράτω τον σταυρόν αυτού και ακολουθείτω μοι».

Ο άνθρωπος, πλασμένος για να εικονίζει μικρογραφικώς επί της γης την απειρομεγέθη εικόνα του Θείου Δημιουργού, ήταν απαραίτητο να είναι προικισμένος με τις ιδιότητες του Θεού, ώστε να έχει την αναφορά του σ’ Αυτόν. Ως εικόνα του Θεού, ο άνθρωπος έπρεπε να είναι oν αυτοσυνείδητονελεύθερον και αυτεξούσιον, διότι oν χωρίς συνείδηση της υπάρξεώς του, χωρίς ελευθερία, χωρίς εξουσίαν επί του εαυτού του, είναι ανάξιο της υψηλής αυτής κλήσεως, του υψηλού αυτού προορισμού που του επεφύλαξε η μεγάλη βουλή του Θείου ΔημιουργούΗ ελευθερία άρα του ανθρώπου είναι αναγκαία συνέπεια της μεγάλης αποστολής του, της διαπλάσεώς του και της παρουσίας του μέσα στον κόσμο, και επομένως προσόν αναγκαίον και σεβαστόν. Χωρίς την ελευθερίαν ο άνθρωπος θα ήταν ισότιμος με τα λοιπά ζώα, η δουλεία θα υπέτασσε τις ενέργειές του, και θα οδηγούσε τις σκέψεις του μέσα σε έναν περιορισμένον κύκλον, όπου θα περιεστρέφετο. Οι ιδέες του καλού και του αγαθού θα ήσαν άγνωστοι σ’ αυτόν, θα αγνοούσε τι είναι αισχρόν, τι κακόν, τι ψευδές, και δεν θα είχε εξουσίαν αυτενεργείας, δυνατότητα να εξέλθει από τον περιορισμένον κύκλο των εμφύτων ορμών. Η άγνοια του καλού, του αγαθού, του αληθινού θα καθιστούσε τον άνθρωπον ένα oν ανήθικον, θα διέγραφε την ηθικήν ως λέξιν εστερημένην νοήματος, αφού οι πράξεις του θα ήσαν ηθικώς αδιάφοροι, και γι’ αυτό, αχαρακτήριστοι. Η αδιαφορία αυτή και ομοιότης του χαρακτήρος των πράξεων δεν θα διήγειρε καμμίαν αίσθησιν ή εντύπωσι στον νου και στην καρδία του ανθρώπου· η έλλειψις αυτή θα καθι­στούσε την μεν καρδίανασυνείδητον, τον δε νου νωθρό και αδρανή· η ασυνειδησία και η νωθρότης θα επέπιπταν ως σκιερά νέφη και θα εκάλυπταν την θαυμαστήν εικόνα του θείου Δημιουργού, που τόσο λαμπρώς και θαυμασίως εκαλλιτεχνήθη από το δημιουργικόν του χέρι, στην οποία διαλάμπει η αγαθότης, η σοφία και η δύναμίς του και θα τον ημπόδιζαν να ιδή και να γνωρίση τον Πλάστην του και Δημιουργόν του σύμπαντος. Θα αγνοούσε τον Θεόν και τα θεία ιδιώματά του και έτσι η δημιουργία ουδέποτε θα εδόξαζε, θα υμνούσε, θα έψαλλε και θα ευχαριστούσε με επίγνωσι και συνείδησι τον Θεόν.

Ο άνθρωπος επλάσθη για να εικονίζει τον Θεόν επί της γης. Ο Θεός τον έκαμεν oν νοερόν και αυτεξούσιον για να πράττει το θέλημα Αυτού, το οποίον έγραψε μέσα στην καρδίαν του, και το κατέστησε και ιδικόν του θέλημα. Σκοπός της διαπλάσεώς του ήταν να γνωρίσει η δημιουργία τον Θεόν. Επλάσθη λοιπόν για να γνωρίσει τον Πλάστην και Δημιουργόν του, επλάσθη για να υψούται προς τον Θεόν, για να δοξάζει τον Θεόν· επλάσθη με σκοπόν η δημιουργηθείσα κτίσις να αινή ενσυνειδήτως τον θείον Δημιουργόν της. Το αυτεξούσιόν του λοιπόν, το νοερόν και το ηθικώς ελεύθερον, του εδόθησαν για να εκπληρώνει τον μέγα προορισμόν του, την μεγάλην αποστολή του, να συνδέει την γη με τον Ουρανό και να μην αποκλίνει δεξιά ή αριστερά, αλλά να βαδίζει την ευθείαν οδό, πράττοντας μόνο το αγαθόν, το εγγεγραμμένον στην καρδία του, το οποίον και αυτός ορμεμφύτως αγαπά. Διότι αλλιώς, εάν αποκλίνει από τον προορισμό του, γίνεται ανελεύθερος και «εξομοιούται τοις κτήνεσι τοις ανοήτοις» (Ψαλμ. μη’ 12, 20). Ο άνθρωπος είναι αληθώς ελεύθερος πριν απομακρυνθεί από το αγαθόν, και ενόσω συνταυτίζει την θέλησή του προς το θέλημα του Θεού. Όμως ευθύς ως αποκλίνει από την ευθείαν, αποβαίνει όντως ανελεύθερος, η ελευθερία του πλέον είναι ψευδής επίδειξις ψευδούς ελευθερίας.

Η ελευθερία του ανθρώπου, όταν υποτάσσεται στον νόμο του Θεού, δεν περιορίζεται, διότι Αυτός, ως θείος, είναι άπειρος, το δε άπειρον όχι μόνον δεν περιορίζει την ελευθερία, αλλά την συνεκτείνει και την συναυξάνει, όταν ο άνθρωπος τον ακολουθεί. Αιτιολογώντας το καθήκον που έχει ο άνθρωπος να ακολουθεί το θέλημα του Θεού, ο φιλόσοφος και μάρτυς Ιουστίνος μας συμβουλεύει: «Ο Θεός εποίησε τον άνθρωπον ελεύθερον και αυτεξούσιον, ώστε αυτό που από ιδικήν του υπαιτιότητα έχασε, με την αμέλεια και την παρακοήν του, να του το δωρίσει πάλιν ο Θεός διά φιλανθρωπίας και ελεημοσύνης, εάν ο άνθρωπος υπακούσει σ’ Αυτόν. Όπως δηλαδή ο άνθρωπος παρήκουσε και επέφερε στον εαυτόν του τον θάνατον, έτσι και εάν υπακούσει στο θέλημα του Θεού, ημπορεί να κερδίσει την αιώνιο ζωή. Διότι ο Θεός μας έδωσε εντολές άγιες, τις οποίες όποιος τηρήσει ημπορεί να σωθεί, και επιτυγχάνοντας την ανάσταση, να κληρονομήσει την αφθαρσίαν». Γι’ αυτόν λοιπόν τον λόγον ο άνθρωπος οφείλει να φυλάττει με ευλάβεια τον νόμο του Θεού, και να πράττει το θέλημα Αυτού, διότι ως εικόνα του Θεού είναι υποχρεωμένος να εκπληρώνει τον σκοπόν της επί γης αποστολής του. Αλλιώς μέλλει να κατακριθεί ως παραβάτης των καθηκόντων του, επειδή ελησμόνησε την αποστολήν του, και εξ αιτίας της αμελείας του έκαμε κακήν χρήσιν του αυτεξουσίου, και παρεδόθη στα πάθη και τις επιθυμίες.
 
Το αυτεξούσιον του ανθρώπου είναι βεβαίως ανεπηρέαστον· ο βαθμός της ελευθερίας αυτού καταδεικνύεται από τον τρόπο με τον οποίον ο Κύριος τον προσκαλεί: «Ει τις θέλει οπίσω μου ελθείν, απαρνησάσθω εαυτόν...». Ο Σωτήρ καλεί τον άνθρωπον οπίσω του και τον αφήνει ελεύθερον να αποφασίση περί του σπουδαιότατου τούτου ζητήματος, να τον ακολουθήση ή να πάρη τον ιδικόν του δρόμοΉλθε για να σώση τον άνθρωπο και όμως δεν παραβιάζει το αυτεξούσιον αυτού. Τον προσκαλεί να λάβη ενεργόν μέρος στην σωτηρίαν του και όμως δεν επηρεάζει καθόλου το αυτεξούσιον αυτού.


Από την μελέτη της ιστορίας της απολυτρώσεως βλέπουμε τον Υιόν του Θεού γινόμενον άνθρωπον υπέρ της σωτηρίας του ανθρώ­που, πορευόμενον προς το εκούσιον Πάθος με σκοπόν να «άρη την αμαρτίαν του κόσμου» (Ιω. α', 29), να βαστάση τους μώλωπες τους ιδικούς μας, να εκπληρώση το μέγα μυστήριον της Οικονομίας και να συμφιλιώση τον άνθρωπον με τον Θεόν, και εν τούτοις δεν παραβιάζει καθό­λου το αυτεξούσιον του ανθρώπου. Ιδού η κεκλεισμένη πύλη του Παραδείσου ανοίγεται και η πυρίνη ρομφαία, η οποία φυλάττει την είσοδον αυτού, απομακρύνεται και η φωνή του Δεσπότου προσκα­λεί τον άνθρωπο, που ήταν πριν αποκλεισμένος, να εισέλθη δια μέ­σου αυτής στον τόπο της καταπαύσεως· αυτός όμως αφήνεται ελεύθερος, αν θέλη να εισέλθη ή όχι.

Η επίσημος αναγνώρισις της ελευθερίας μας εκ μέρους του Σωτήρος, μας διδάσκει ότι η σωτηρία μας δεν πραγματούται μόνον από την απόλυτον ενέργεια της χάριτος του Θεού, αλλά και από την συγκατάθεση και την σύγχρονον ενέργεια του ανθρώπου. Περί της αναγκαιότητος αυτής ιδού τι λέγουν οι σοφοί Πατέρες της Εκκλησίας· ο θείος Χρυσόστομος λέγει: «η χάρις, μολονότι είναι χάρις, σώζει όσους το θέλουν», και ο άγιος Γρηγόριος ο Θεολόγοςλέγει: «Η σωτηρία πρέπει να προέλθει από την συνεργασία την ιδική μας με τον Θεόν». Ο δε Κλήμης ο Αλεξανδρεύς λέγει: «Όταν οι ψυχές το θέλουν, αποστέλλει και ο Θεός το Πνεύμα, αν όμως λείψει η προθυμία, συστέλλεται και το εκ Θεού Πνεύμα». Αλλά και ο ιερός Ιουστίνος λέγει: «Ο Θεός, ο οποίος έπλασε τον άνθρωπο χωρίς τον άνθρωπον, αδυνατεί να σώσει τον άνθρωπο χωρίς αυτός να το θελήσει». Αρα διδασκόμεθα ρητώς και σαφώς ότι οι παράγοντες της σωτηρίας είναι δύο: πρώτον η ελευθέρα θέλησις του ανθρώπου, και δεύτερον η χάρις του Θεού.

Επειδή όμως ο άνθρωπος είναι ον υλοπνευματικόν, μέσα του εμφανίζονται δύο θελήσεις με την ιδίαν μορφήν, ως ενδόμυχος έκφρασις του ενιαίου προσώπου, το οποίον θέλει να απολαύσει κάποιο πράγμα. Και μολονότι ως προς την μορφήν οι δύο θελήσεις του δεν διακρίνονται μεταξύ τουςδιαφέρουν όμως πολύ εξ αιτίας της διαφοράς των υποστάσεων από τις οποίες λαμβάνουν την αρχή. Διότι το πνεύμα επιθυμεί τα του πνεύματος, η δε σάρξ τα της σαρκός. Γι’ αυτό η μία θέλησις εκφράζει το φρόνημα του πνεύματος, ενώ η άλλη το φρόνημα της σαρκόςΗ αντίθεσις των φρονημάτων γεννά αμοιβαίαν αντίσταση και σφοδράν διαπάλη, κατά την οποίαν η κάθε μία ζητεί να υπερισχύσει και να επιβάλει την ιδικήν της εξουσία. Στον αγώνα αυτόν, ο μεν έσω άνθρωπος επιθυμεί την νίκη του πνεύματος, ο δε έξω την νίκη του φρονήματος της σαρκός, το οποίον είναι θάνατος. Γι’ αυτό και ο Απόστολος Παύλος λέγει: «το μεν φρόνημα της σαρκός θάνατος, το δε φρόνημα του πνεύματος ζωή και ειρήνη» (Ρωμ. η', 6). Όθεν σαρξ και πνεύμα πολεμούν μεταξύ τους· γι' αυτό και ο Παύλος λέγει «η γαρ σαρξ επιθυμεί κατά του πνεύματος και το πνεύμα κατά της σαρκός» (Γαλ., ε', 17)· και «το μεν φρόνημα της σαρκός» είναι «έχθρα προς τον Θεόν τω γαρ νόμω του Θεού ουχ υποτάσσεται· ουδέ γαρ δύναται... το δε φρόνημα του Πνεύματος κατά Θεόν εντυγχάνει υπέρ αγίων (μεσιτεύει υπέρ των χριστιανών)» (Ρωμ. η', 7 και 27).
 
Για την συνύπαρξιν αυτή των δύο φρονημάτων και την φυσικήν συμπάθεια του ανθρώπου προς το φρόνημα του πνεύματος, ιδού τι λέγει ο Απόστολος Παύλος· «συνήδομαι γαρ τω νόμω του Θεού κατά τον έσω άνθρωπον (με ευχαριστεί πάρα πολύ)· βλέπω δε έτε­ρον νόμον εν τοις μέλεσί μου, αντιστρατευόμενον τω νόμω του νοός μου και αιχμαλωτίζοντά με τω νόμω της αμαρτίας τω όντι εν τοις μέ­λεσί μου» (Ρωμ. ζ' 22-23). Αρα ο άνθρωπος εκ φύσεως δέχεται τον νόμο του Θεού, διότι με αυτόν τον νόμον ευχαριστείται ο έσω άνθρωπος, επειδή είναι ο νόμος ο ιδικός του, ο νόμος του νοός του· η δε θέλησις που εκφράζει το φρόνημα του πνεύματος, είναι η αληθής θέλησις του ανθρώπου, επειδή αυτή είναι σύμφωνος με τον νόμο του νοός του, τον σύμμορφον προς τον νόμο του Θεού, ο οποίος ευχαριστεί τον έσω άνθρωπον. Γι' αυτό και ο άγιος Ιωάννης ο Δαμασκηνός λέγει: «το αγαθόν είναι εκ φύσεως εραστόν και επιθυμητόν, φυσικώς πάντοτε αυτό επιθυμούμε. Κακόν δε είναι η παρά φύσιν επιθυμία, όταν επιθυμούμε κάτι διαφορετικόν από το εκ φύσεως επιθυμητόν».



Αλλά μολονότι η αληθής θέλησις είναι η θέλησις του πνεύματος, η επιθυμία δηλαδή του αγαθού, που είναι το φύσει επιθυμητόν, παραταύτα πολλές φορές αδυνατεί να υπερισχύση της αντιστάσεως της θελήσεως της σαρκός για τον λόγο που αναφέρει ο Απόστολος Παύλος· δια «τον νόμον της σαρκός, τον αιχμαλωτίζοντα τω νόμω της αμαρτίας». Για την επίδρασιν αυτήν του νόμου της σαρκός ο Απόστολος λέγει· «το θέλειν παράκειταί μοι (είναι στο χέρι μου), το δε κατεργάζεσθαι το καλόν ουχ ευρίσκω· ου γαρ ο θέλω ποιώ αγαθόν, αλλ' ο ου θέλω κακόν τούτο πράσσω» (Ρωμ. ζ', 20). Διότι ο έσω άνθρωπος θέλει μεν και επιθυμεί το αγαθόν ως οικείον, επιθυμητόν, ως συμφυές αγαθόν, ως ιδικόν του νόμον, αλλ' ο νόμος της σαρκός, ο νόμος της αμαρτίας αντιστρατεύεται προς τις ενέργειες της αληθούς ελευθε­ρίας μας και παρεμποδίζει την εμφάνισι του αγαθού και μας υπαγο­ρεύει την εργασία του κακού· γι' αυτό στην συνέχεια λέγει ο Από­στολος· «ει δε ο ου θέλω εγώ τούτο ποιώ, ουκ έτι εγώ κατεργάζομαι αυτό, αλλ' η οικούσα εν εμοί αμαρτία». Ώστε όντως το μεν αγαθόν είναι νόμος συμφυής και αληθής θέλησις του ανθρώπου, το δε κακόν είναι νόμος ετεροφυής, είναι κάτι το οποίον δεν έχει δημιουργηθή και είναι αντίθετο προς την αληθή θέλησι του ανθρώπου. Επομένως όταν ο άνθρωπος εργάζεται το αγαθόν, εργάζεται ελευθέρως και συμφώνως προς την θέλησι του έσω ανθρώπου και είναι αληθώς ελεύθερος· όταν όμως εργάζεται το κακόν, εργάζεται ανελευθέρως, διότι έχει υποταγή στον νόμο της αμαρτίας και είναι ανελεύθερος και δούλος της αμαρτίας. Συμφώνως προς τα ανωτέρω ελεύθερος είναι όποιος πράττει το αγαθόν, δούλος δε όποιος πράττει το κακόν· και αληθής μεν ελευθερία είναι η κυριαρχία του φρονήματος του πνεύματος η εργαζομένη το αγαθόν, ψευδής δε ελευθερία είναι η επικράτησις του φρονήματος της σαρκός, της κατεργαζομένης τα πονηρά.

Χαρακτηριστικόν της αληθούς ελευθερίας, δηλαδή της αληθούς ελευθέρας θελήσεώς μας, είναι η αγάπη του αγαθού, του καλού, του αληθούς, και η επίμονος παραμονή σ’ αυτήν την αγάπη. Ο έρως προς το αγαθόν είναι η έκφρασις του έσω ανθρώπου, του πνευματικού ανθρώπου, και η εξωτερίκευσις του αισθήματος που τον πλημμυρίζει. Ο έρως αυτός γεννάται από την ταυτότητα των υπαγορεύσεων της καρδίας, με τις υπαγορεύσεις του Θείου νόμου, ο οποίος έχει εγγραφεί μέσα στις καρδιές μας. Αυτό υπαινίσσεται και η Αγία Γραφή, όταν λέγει ότιο Θείος νόμος εδόθη γραπτός μέσα στην καρδία του ανθρώπου (Ρωμ. β’ 14-15). Διότι ο Θεός διέπλασσε την καρδίαν ως έδραν της αγάπης του αγαθού· γι' αυτό και εκ φύσεως αγαπά, ποθεί και ζητεί το αγαθόν και πώς ήταν δυνατόν να γίνη διαφορετικά, αφού η πρώτη εντύπωσις την οποίαν έλαβεν, ήταν η όψις του αγαθού, του άκρου αγαθού; Ναι· ήταν αδύνατον να γίνη διαφορετικά, διότι το αγαθόν άφησε στην καρδία τις πρώτες εντυπώσεις, τις οποίες εχάραξε βαθύτατα μέσα της και γι' αυτό θα είναι αιώνιοι. Η αγάπη αυτή, η επιπόθησις και η επιζήτησις του θείου νόμου είναι που κά­νει τον Απόστολο Παύλο να ονομάζη τον νόμο που είναι γραμμένος μέσα στην καρδία νόμο του νοός του και να τον ταυτίζη με τον νόμο του Θεού.

Η γνώσις αυτή του χαρακτήρος της αληθούς μας θελήσεως μας καθιστά ικανούς να διαφυλάξωμε ανεπηρέαστον την εσωτερικήν μας ελευθερία και να ζήσωμε αληθώς ελεύθεροι· και αληθώς ελεύθε­ρος είναι όποιος διανοείται, θέλει και πράττει ελευθέρωςΧαρακτη­ριστικά της εσωτερικής ελευθερίας είναι η ηθική ανεξαρτησία, η αγαθότης, η αγνεία, η σεμνοπρέπεια, η ανδρεία, η ισχύς, το αήττητον, το ανένδοτον, το αυτοκρατορικόν και το αυτεξούσιον. Ο εσωτε­ρικώς ελεύθερος άνθρωπος κοσμείται με όλες τις αρετές· η ευσέβεια, η δικαιοσύνη, η αλήθεια και η σύνεσις τον καταστέφουν με στεφά­νους πλεγμένους με άνθη αμάραντα· ζώντας επάνω στην γην εικονί­ζει την εικόνα του θείου Δημιουργού του, το κάλλος της οποίας φέ­ρει μέσα του· η πορεία του είναι ευθεία, το πολίτευμά του στον ου­ρανό· ανυψώνεται από τα γήινα και γίνεται αιθέριος και ουρανοβάμων· και, συνενούμενος με τον χορόν των αγγέλων υμνεί τον Θεόν, τον ποιητήν και πλάστην του. Ο εσωτερικώς ανελεύθερος όμως άνθρωπος είναι πράγματι ανελεύθερος· διότι εάν η ηθική εξάρτησις είναι ηθική δουλεία, η δε ηθική δουλεία είναι ανελευθερία, έπεται ότι ο ηθικά, ο εσωτερικά δηλαδή ανελεύθερος άνθρωπος είναι πράγματι ανελεύθερος και δούλος του νόμου της αμαρτίας, αδύνα­τος να δραστηριοποιηθή προς κάποιο αγαθόν, υπαγορευόμενον από την αληθή εσωτερικήν του θέλησι. Αυτό που πράττει είναι σύμφωνο με την θέλησι και το φρόνημα της σαρκός και όχι προς την αληθή, εσωτερικήν του θέλησι. Η ψευδής αυτή ελευθέρα θέλησις ημπορεί να εξαπατήση και να παραπλανήση πολλούς επιπόλαιους ερευνητάς και να τους φέρη στην απώλειαΤους πείθει πολλές φορές να δέχωνται τις προσταγές της, οι οποίες απορρέουν από τα ποικίλα πάθη και τις επιθυμίες της, ως υπαγορεύσεις της αληθούς ελευθέρας θελή­σεώς των και ως εκφράσεις του έσω ανθρώπου, της πνευματικής δη­λαδή φύσεως. Ο ανελεύθερος εσωτερικά άνθρωπος μολύνει την εικόνα του Θεού και «άνθρωπος ων εν τιμή, εξομοιούται τοις κτήνεσι τοις ανοήτοις» (Ψαλμ. μη' 12, 20), ατιμάζεται, ταπεινώνεται και διαφθείρεται.
 
Χαρακτηριστικόν της ψευδούς ελευθερίας είναι η αγάπη του νό­μου της αμαρτίας, η ηθική εξάρτησις, η ηθική αιχμαλωσία, η κακία, η ενοχή, η υπερηφάνεια, η αλαζονεία, η αναίδεια, η δειλία, το θρά­σος, η ανανδρία, η ήττα, η εξαχρείωσις, η ασέβεια, η αδικία, το ψεύδος, η ασυνεσία και οι λοιπές κακίες οι οποίες κατακηλιδώνουν και εξευτελίζουν τον άνθρωπον.


Τον τρόπο με τον οποίον ημπορούμε να διατηρήσωμε τους εαυτούς μας αληθώς ελευθέρους, μας τον υπέδειξενο ίδιος ο Σωτήρ ημών, όταν είπε: «ος γαρ αν θέλει την ψυχήν αυτού σώσαι, απολέσει αυτήν. Ος δ’ αν απολέσει την ψυχήν αυτού ένεκεν εμού, ευρήσει αυτήν». Δηλαδή εδίδαξε ότι μόνο με την αυταπάρνησιν ημπορούμε να σωθούμε. Και αληθώς, για να γίνωμε αληθώς ελεύθεροι, είναι ανάγκη να απαρνηθούμε τους εαυτούς μας, και να σηκώσωμε στους ώμους τον σταυρόν και να ακολουθήσωμε τον Υιόν του Θεού, ο οποίος μας καλεί για να μας ελευθερώσει. «Εάν ουν ο Υιός ελευθερώσει υμάς, όντως ελεύθεροι έσεσθε» λέγει ο Σωτήρ και ελευθερωτής μας. Και πάλιν: «Εάν υμείς μείνητε εν τω λόγω τω εμώ, αληθώς μαθηταί μου εστέ, και γνώσεσθε την αλήθειαν και η αλήθεια ελευθερώσει υμάς» (Ιω. η' 36 και 31-32). Αρα αποβαίνουμε ελεύθεροι όταν ακούμε με προσοχήν το κήρυγμα του Σωτήρος, μένουμε σ’ αυτό, σηκώνουμε στους ώμους τον σταυρόν και τον ακολουθούμε. Και απαρνούμεθα τους εαυτούς μας, όταν αποτασσόμεθα τον νόμο της σαρκός μαζί με τα πάθη και τις επιθυμίες, και σηκώνουμε τον σταυρόν, υπομένοντας κάθε κακοπάθεια υπέρ του νόμου του ΘεούΟ τρόπος, δηλαδή, να διαμείνωμε ελεύθεροι είναι: κατάπαυσις του θελήματος της σαρκός, ενέργεια του θελήματος του πνεύματος, και υποταγή του κατωτέρου στο ανώτερον.

Κατά ταύτα οφείλει ο άνθρωπος να φροντίση και να εργασθή για την σωτηρία του· διότι διαφορετικά διατρέχει τον έσχατον κίνδυνον της απωλείας· επειδή τίποτε κοινόν δεν υπάρχει μεταξύ φωτός και σκότους, μεταξύ αγαθού και κακούΗ αμαρτία, η οποία έχει διαφθείρει τον άνθρωπον, είναι σκότος και κακόν μέγιστον, ως αντιστρατευομένη προς το θέλημα του Θεού. Η εσωτερική ελευθερία του καταλογίζει κάθε παρεκτροπήν ως αμαρτία, η δε αμαρτία απομακρύνει τον άνθρωπον από τον Θεόν. Η ελευθερία όσο μέγα αγα­θόν είναι, τόσο μεγάλες επιβάλλει και τις ευθύνες. Ο εσωτερικώς ε­λεύθερος οφείλει να αποβή άγιος· γι' αυτό ο Θεός και στηνΠαλαιά και στην Νέα Διαθήκη εντέλλεται λέγοντας: «Αγιοι γίνεσθε, ότι εγώ άγιος ειμί» (Λευιτ. ια', 14 και Α' Πέτρ. α' 16)· διότι πώς ημπορεί ο ανόσιος να κοινωνήση προς το Θείον; Και ο Σωτήρ επίσης εντέλλεται λέγοντας: «έσεσθε ουν υμείς τέλειοι ώσπερ ο Πατήρ υμών ο εν ουρανοίς τέλειός εστι» (Ματθ. ε', 48)· διό­τι όπως είναι ο Πατήρ, τον οποίον επικαλούμεθα, τοιαύτα κατ' ανά­γκην πρέπει να είναι και τα τέκναΑγίους λοιπόν και τελείους μας θέλει ο Θεός, διότι μόνον οι άγιοι και τέλειοι είναι υιοί του Πατρός του εν ουρανοίς, και μόνον αυτοί δικαιούνται να επικαλούνται με υιϊκήν στοργή τις χάριτες αυτού και αυτοί μόνοι κληρονομούν την ουράνιον Βασιλείαν. Γι' αυτό και ο Απόστολος Παύλος έγραφε προς τους Κορινθίους· «ή ουκ οίδατε (δεν γνωρίζετε) ότι άδικοι βα­σιλείαν Θεού ου κληρονομήσουσι; Μη πλανάσθε· ούτε πόρνοι, ούτε ειδωλολάτραι, ούτε μοιχοί, ούτε μαλακοί, ούτε αρσενοκοίται, ούτε κλέπται, ούτε πλεονέκται, ούτε μέθυσοι, ούτε λοίδοροι, ούχ άρπαγες, βασιλείαν Θεού ου κληρονομήσουσι» (Α' Κορ. στ', 9-11). Γι' αυτό ο Σωτήρ μας προ­σκαλεί να απαρνηθούμε τους εαυτούς μας και να σηκώσωμε στον ώμο τον σταυρόν και να τον ακολουθήσωμε· «Ει τις θέλει οπίσω μου ελθείν, απαρνησάσθω εαυτόν και αράτω τον σταυρόν αυτού και ακολουθήτω μοι»· αναγνωρίζει μεν την ελευθερία μας και το αυτεξούσιον, αλλά και αφήνει σ' αυτά την σωτηρία μας. Ώστε, όποιος θέλει την σωτηρία του, οφείλει να εργασθή προς απόκτησιν αυτής, αλλιώς και αυτήν θα στερηθή και την απώλεια της αιωνίου ζωής δια της αμελείας και της ακηδίας θα παρασκευάση για τον εαυτόν του και την αιώνιον κόλασι θα κληρονομήση, από την οποίαν εύχο­μαι ο Θεός να μας λυτρώση όλους.

Είναι άρα αναπόδραστος ανάγκη να ακολουθήσωμε τον Κύριον. Διότι αν ο Υιός του Θεού μας ελευθερώσει, τότε θα είμεθα αληθώς ελεύθεροι. Ναι, αληθώς, μόνον ο Υιός του Θεού ημπορεί να μας ελευθερώσει, διότι αυτός είναι η ελευθερία. «Ο δε Κύριος το Πνεύμά εστιν ου δε το Πνεύμα Κυρίου, εκεί ελευθερία», λέγει ο Απόστολος Παύλος (Β’ Κορ. γ’, 17)· μόνον εάν ακολουθούμε τον Σω­τήρα ημπορούμε να μείνωμε ελεύθεροι και να απαλ­λαγούμε από την δουλεία της αμαρτίας· «πας ο ποιών την αμαρτίαν δούλός εστι της αμαρτίας» (Ιω. η’, 34). Εάν λοιπόν θέλωμε να είμεθα ελεύθεροι, οφεί­λουμε να ακολουθούμε τον Σωτήρα Χριστόν.

(20ος αιών – Από τις ομιλίες του Αγίου Νεκταρίου «Περί επιμελείας ψυχής». Επειδή ο όρος «ηθική ελευθερία» που χρησιμοποιεί ο άγιος έχει σήμερα διαφορετική έννοια, τον μεταφέρουμε εδώ ως εσωτερική ελευθερία ή απλώς ελευθερία - Από το βιβλίο «Πατερικόν Κυριακοδρόμιον», σελ. 585-594)

Πηγή: Άλλη Όψη, Τράπεζα Ιδεών 

Κατακριση, η μεγαλη αδικια

2:17:00 π.μ.

Αν δικαιολογούμε τους άλλους, δεν θα τους κατακρίνουμε.


— Γέροντα, έχω μία στενότητα: Δεν έρχομαι στη θέση του άλλου για να τον δικαιολογήσω.

— Να βλέπεις με πόνο τον άλλον που σφάλλει και να δοξάζεις τον Θεό για όσα σου έχει δώσει, γιατί μετά ο Θεός θα σου πει: Εγώ παιδί μου, τόσα σου έδωσα, κι εσύ γιατί μου φέρθηκες σκληρά; 

Να βλέπεις πλατιά τα πράγματα. Να σκέφτεσαι το παρελθόν του ανθρώπου, τις ευκαιρίες που του δόθηκαν να καλλιεργήσει τον εαυτό του και τις ευκαιρίες που είχες εσύ και δεν τις αξιοποίησες. 

Έτσι θα συγκινηθείς από τις δωρεές που σου χάρισε ο Θεός, θα Τον δοξολογήσεις γι’ αυτές και θα ταπεινωθείς, επειδή δεν ανταποκρίθηκες. Παράλληλα θα νιώσεις αγάπη και πόνο για τον αδελφό που δεν είχε τις δικές σου ευκαιρίες και θα κάνεις γι’ αυτόν καρδιακή προσευχή. 
Υπάρχουν άνθρωποι που κάνουν εγκλήματα μεγάλα, αλλά έχουν πολλά ελαφρυντικά. Ποιός ξέρει οι άνθρωποι αυτοί πώς είναι στα μάτια του Θεού; Εάν δεν μας βοηθούσε ο Θεός, μπορεί και μεις να είμασταν αλήτες. Κάποιος εγκληματίας έκανε λ.χ. είκοσι εγκλήματα και τον κατακρίνω και δεν σκέφτομαι τί παρελθόν έχει. Ποιός ξέρει πόσα εγκλήματα μπορεί να έκανε ο πατέρας του!…

Από μικρό παιδί τί κλοπές θα τον έβαζαν να κάνει! Ύστερα, όταν ήταν νέος, πόσα χρόνια θα έζησε μέσα στις φυλακές και θα καθοδηγήθηκε από άλλους έμπειρους φυλακισμένους. Αυτός θα μπορούσε να είχε κάνει όχι είκοσι αλλά σαράντα εγκλήματα και συγκρατήθηκε. 


Ενώ εγώ με την κληρονομικότητα και την αγωγή που είχα, θα έπρεπε τώρα να έκανα θαύματα. Έκανα; Όχι. Άρα είμαι αναπολόγητος. Αλλά, ακόμη και είκοσι θαύματα αν έκανα, ενώ μπορούσα να κάνω σαράντα, πάλι θα ήμουν αναπολόγητος. Με αυτούς τους λογισμούς διώχνουμε την κατάκριση και ανοίγουμε μια ρωγμή στην σκληρή καρδιά μας.


Από το βιβλίο: ΓΕΡΟΝΤΟΣ ΠΑΙΣΙΟΥ ΑΓΙΟΡΕΙΤΟΥ – ΛΟΓΟΙ Ε’ – ΠΑΘΗ ΚΑΙ ΑΡΕΤΕΣ
Ιερόν Ησυχαστήριον » Ευαγγελιστής Ιωάννης ο Θεολόγος » – Σουρωτή Θεσσαλονίκης

Το αγχος ειναι του διαβολου. Οταν βλεπετε αγχος, να ξερετε οτι εκει εχει βαλει την ουρα του το ταγκαλακι.

12:00:00 π.μ.



Γιὰ τίποτε νὰ μὴν ἔχετε ἄγχος. Τὸ ἄγχος εἶναι τοῦ διαβόλου. Ὅταν βλέπετε ἄγχος, νὰ ξέρετε ὅτι ἐκεῖ ἔχει βάλει τὴν οὐρὰ του τὸ ταγκαλάκι. Ὁ διάβολος δὲν πηγαίνει κόντρα. Ἂν ὑπάρχη μία τάση, σπρώχνει καὶ αὐτός, γιὰ νὰ ταλαιπωρήση καὶ νὰ πλανήση τὸν ἄνθρωπο. Τὸν εὐαίσθητο λ.χ. τὸν κάνει ὑπερευαίσθητο. Ὅταν ἔχης διάθεση νὰ κάνης μετάνοιες, σπρώχνει καὶ ὁ διάβολος νὰ κάνης περισσότερες ἀπὸ τὴν ἀντοχή σου καί, ἂν οἱ δυνάμεις σου εἶναι περιορισμένες, δημιουργεῖται μία νευρικότητα, γιατί δὲν τὰ βγάζεις πέρα, καὶ στὴν συνέχειά σου δημιουργεῖ ἄγχος μὲ ἐλαφρὰ ἀπελπισία κατ’ ἀρχὰς καὶ μετὰ συνεχίζει… Θυμᾶμαι, ὅταν ἤμουν ἀρχάριος μοναχός, ἕνα διάστημα, μόλις ἔπεφτα νὰ κοιμηθῶ, μοῦ ἔλεγε ὁ πειρασμός: “Κοιμᾶσαι; Σήκω! Τόσοι ἄνθρωποι ὑποφέρουν, τόσοι ἔχουν ἀνάγκη…” 
Σηκωνόμουν καὶ ἔκανα μετάνοιες, ὅ,τι μποροῦσα. Μόλις ἔπεφτα νὰ κοιμηθῶ, ἄρχιζε ξανά: “Οἱ ἄλλοι ὑποφέρουν κι ἐσὺ κοιμᾶσαι; Σήκω!” Σηκωνόμουν πάλι. Μέχρι ποὺ ἔφθασα νὰ πῶ: “Ἄχ, νὰ μοῦ κόβονταν τὰ πόδια, τί καλά! Θὰ ἤμουν τότε δικαιολογημένος, ἀφοῦ δὲν θὰ μποροῦσα νὰ κάνω μετανοιες”. Μία Μεγάλη Σαρακοστὴ τὴν ἔβγαλα μὲ τὸ ζόρι, γιατί πήγαινα νὰ στριμώξω τὸν ἑαυτό μου περισσότερο ἀπὸ τὴν ἀντοχή μου.
Ὅταν νιώθουμε στὸν ἀγώνα μᾶς ἄγχος, νὰ ξέρουμε ὅτι δὲν κινούμαστε στὸν χῶρο τοῦ Θεοῦ. Ὁ Θεὸς δὲν εἶναι τύραννος νὰ μᾶς πνίγη.


Ο σταυρος ως δρομος προς την σωτηρια

12:00:00 π.μ.


Κάθε ανθρώπινη πολιτεία έχει ένα νομικό πλαίσιο μέσα στο oποίο κινείται, γιατί είναι γεγονός ότι μετά την πτώση του ανθρώπου οι συνθήκες ζωής γίνονται δύσκολες. Ο άνθρωπος περιέπεσε στον σκοτασμό του νου και άλλαξαν οι σχέσεις του και με τον Θεό και με τον συνάνθρωπο. Ο άνθρωπος με σκοτισμένο νου γίνεται ιδιοτελής, φίλαυτος, αυτάρκης, εμπαθής και αυτό έχει τραγικές συνέπειες για την ζωή της κοινωνίας.

Γι' αυτόν τον λόγο εμφανίσθηκαν πολλοί νομοθέτες που αγωνίσθηκαν και αγωνίζονται να κάνουν υποφερτές τις κοινωνικές συνθήκες. Έτσι τα ανθρώπινα πολιτεύματα στηρίζονται στην λογική, στην ανθρώπινη εφευρετικότητα και, φυσικά, όλα εξαρτώνται από τις υπάρχουσες κοινωνικές συνθήκες, αλλά και την δυνατότητα θεραπείας.

Το πολίτευμα όμως της Εκκλησίας είναι σταυρικό. Στηρίζεται πάνω στον Σταυρό του Χριστού.Παρακαλούμε τον Θεό να φυλάττη το δικό Του πολίτευμα δια του Σταυρού.«Και το σον φυλάττων διά του σταυρού σου πολίτευμα». Νομίζω ότι οι περισσότεροι άνθρωποι αγνοούν ότι ο Σταυρός είναι η βάση του ορθόδοξου εκκλησιαστικού πολιτεύματος και ότι το ορθόδοξο πολίτευμα είναι σταυρικό. Θα ήταν, λοιπόν, καλό να χαραχθούν μερικές απλές σκέψεις για το κρίσιμο αυτό θέμα, αφού μάλιστα πιστεύω ότι αν θα μπορέσουμε να καταλάβουμε αυτήν την μεγάλη αλήθεια θα μπορέσουμε να εισδύσουμε στο πραγματικό και βαθύτερο νόημα της Ορθοδοξίας.

Κατ' αρχάς ο Σταυρός στην πατερική διδασκαλία, εκτός του ότι είναι το ξύλο πάνω στο οποίο ο Χριστός τελείωσε την ζωή Του και θριάμβευσε εναντίον των δυνάμεων του σκότους, συγχρόνως είναι και η άκτιστη ενέργεια του Θεού που έσωζε τους ανθρώπους προ του Νόμου, μετά τον Νόμο, προ της ενανθρωπήσεως του Χριστού και μετά από αυτήν.

Ο άγιος Γρηγόριος ο Παλαμάς σε μια ομιλία του αναπτύσσει αυτήν την θεμελιώδη διδασκαλία της Εκκλησίας.

Τονίζει ότι Σταυρός είναι «η της αμαρτίας κατάργησις». Επίσης, υπογραμμίζει την αλήθεια ότι ο Σταυρός του Χριστού «προανεκηρύττετο και προετυπούτο μυστικώς εκ γενεών αρχαίων, και ουδείς ποτε κατηλλάγη τω Θεώ χωρίς της του Σταυρού δυνάμεως».
Έτσι ο Σταυρός του Χριστού προτυπωνόταν μυστικώς στην Παλαιά Διαθήκη και στην πραγματικότητα, όπως λέγει στην συνέχεια της ομιλίας του ο άγιος Γρηγόριος Παλαμάς, βιώνονταν από όλους τους Προπάτορας και τους Προφήτας. Πραγματικά, «φίλοι Θεού πολλοί των πρό νόμου και μετά νόμον, μήπω του Σταυρού φανέντος». Έτσι «και ο Σταυρός ην εν τοις προγενεστέροις και πρό του τελεσθήναι».
Βεβαίως, το σχήμα του Σταυρού πάνω στον οποίο ο Χριστός τελείωσε την ζωή Του είναι τίμιο και προσκυνητό, γιατί είναι εικόνα του εσταυρωμένου. Έχει μεγάλη αξία διότι, πάλι κατά τον άγιο Γρηγόριο τον Παλαμά, ο Χριστός με την θνητή και παθητή σάρκα που προσέλαβε από την Παναγία «τον μεν αρχέκακον όφιν θεοσόφω δελέατι δια του σταυρού αγγιστρεύσας το υπ' αυτού δουλούμενον άπαν ηλευθέρωσε γένος». 
Γι' αυτό διά του Σταυρού ήλθε η σωτηρία σε ολόκληρο το ανθρώπινο γένος.
Επομένως, ο Σταυρός είναι το όργανο εκείνο διά του οποίου ο Χριστός απέθανε και με το οποίο νίκησε τις δυνάμεις του σκότους, αλλά συγχρόνως είναι και η άκτιστη ενέργεια του Θεού που έσωζε και σώζει τους ανθρώπους προ του Νόμου και μετά τον Νόμο, προ της ενανθρωπήσεως και μετά την ενανθρώπηση του Χριστού.

Η Εκκλησία του Χριστού στηρίζεται πάνω στον Σταυρό και όλη η εκκλησιαστική ζωή, όπως σημειώθηκε πιο πάνω, είναι στην πραγματικότητα σταυρική ζωή. Οι Πατέρες συνιστούν ότι πρέπει να προσκυνούμε τον τύπο του Σταυρού, διότι είναι σημείο και τρόπαιο μέγιστο του Χριστού εναντίον του διαβόλου και όλης της αντικειμένης φάλαγγος, «διο και φρίττουσι (οι δαίμονες) και φυγαδεύονται τούτον τυπούμενον ορώντες» (άγ. Γρηγόριος Παλαμάς). Θα ήθελα στην συνέχεια να τονίσω τρεις πραγματικότητες στις οποίες φαίνεται ότι το πολίτευμα της Εκκλησίας είναι σταυρικό, δηλαδή στηρίζεται πάνω στον Σταυρό.


Πρώτον, τα Μυστήρια της Εκκλησίας που αποτελούν το κέντρο της πνευματικής ζωής γίνονται με την ενέργεια του Σταυρού. Το νερό της Κολυμβήθρας αγιάζεται με την σημείωση του Τιμίου Σταυρού, αφού όχι μόνον ο Σταυρός, αλλά και το σχήμα του Σταυρού είναι θείο και προσκυνητό και, επομένως, είναι αγιαστικό. Όταν εισερχόμαστε στην ιερά Κολυμβήθρα βαπτιζόμεθα στον θάνατο του Χριστού, που σημαίνει μετέχουμε της δυνάμεως του Σταυρού. Ο ιερεύς μάς χρίει με το Άγιο Μύρο σχηματίζοντας επάνω μας το σημείο του Τιμίου Σταυρού. Το Μυστήριο της θείας Ευχαριστίας είναι βίωση και μέθεξη του Τιμίου Σταυρού. Κατά την θεία Λειτουργία δεν ενθυμούμαστε τα θαύματα που έκανε ο Χριστός όσο ζούσε, αλλά τον Σταυρό, τον θάνατο και την ανάστασή Του.
Και όταν ο ιερεύς παρακαλή τον Θεό Πατέρα να στείλη το Άγιο Πνεύμα για να μεταβάλη τον άρτο και τον οίνο σε Σώμα και Αίμα Χριστού σχηματίζει πάνω από τα Δώρα τον Τίμιο Σταυρό. Το ίδιο γίνεται με όλα τα Μυστήρια και όλες τις τελετές της Εκκλησίας. Κατά την διάρκεια της «στέψεως» όχι μόνον σχηματίζεται στους νεονύμφους ο Τίμιος Σταυρός, αλλά και όλη η ζωή του χριστιανικού ανδρογύνου, όπως περιγράφεται στις ευχές του Μυστηρίου του Γάμου, είναι σταυρική. Και πραγματικά αν δούμε την οικογενειακή ζωή έξω από τον Σταυρό, τότε αποτυγχάνουμε να την ερμηνεύσουμε και να την κατανοήσουμε ορθόδοξα.


Δεύτερον, όλη η ζωή του Χριστιανού είναι στην πραγματικότητα σταυρική. Ο άγιος Γρηγόριος Παλαμάς, ερμηνεύοντας την εντολή του Χριστού να αίρουμε τον Σταυρό μας, αναφέρει δύο περιπτώσεις άρσεως του Σταυρού. Η μία είναι όταν παραδίδουμε την ζωή μας υπέρ της ευσεβείας κατά τον καιρό των διωγμών της Εκκλησίας και έτσι περιφρονούμε την ίδια την βιολογική ζωή για την δόξα του Χριστού. Η άλλη είναι — κατά τον καιρό της ειρήνης της Εκκλησίας — όταν ο άνθρωπος ζώντας την ζωή της ευσεβείας αγωνίζεται να σηκώνη τον Σταυρό, σταυρώνοντας τα πάθη και τις επιθυμίες.
Όλη η Αγία Γραφή είναι γεμάτη από προτροπές γι' αυτήν την εργασία. «Νεκρώσατε τα μέλη υμών τα επί της γης», τονίζει ο Απόστολος Παύλος (Κολ. γ', 5).
 Ο άγιος Ισαάκ ο Σύρος κάνει λόγο για τον σταυρό της πράξεως και της θεωρίας. Βέβαια, οι λέξεις πράξη και θεωρία στην Ορθόδοξη Παράδοση έχουν εντελώς διαφορετικό νόημα από ό,τι έχουν προσδώσει σ' αυτές οι δυτικοί Χριστιανοί. Οι τελευταίοι όταν μιλούν για πράξη εννοούν την ιεραποστολή, δηλαδή όλη την προσπάθεια να «ευαγγελίσουν» τον λαό, και όταν μιλούν για θεωρία εννοούν τους στοχασμούς και τις σκέψεις που κάνουμε γύρω από τον Θεό και όλα τα θέματα της χριστιανικής διδασκαλίας. 
Αλλά στην Ορθόδοξη Παράδοση όταν κάνουμε λόγο για πράξη εννοούμε κυρίως την μετάνοια, διά της οποίας καθαίρεται η καρδιά του ανθρώπου, και κάνοντας λόγο για θεωρία εννοούμε τον φωτισμό του νου, που εκφράζεται με την νοερά προσευχή και την θέα της ακτίστου δόξης του Θεού. Τόσο η πράξη όσο και η θεωρία είναι βίωση του Σταυρού.
Όταν ο άνθρωπος αγωνίζεται να ακούση τον λόγο του Θεού: «έξελθε εκ της γης σου και εκ της συγγενείας σου» (Γεν. ιβ', 1), δηλαδή καλείται να νεκρώση την πατρίδα και τον κόσμο, να βλέπη πέρα από αυτές τις κτιστές πραγματικότητες, όταν αγωνίζεται να εφαρμόση την παραγγελία του Θεού: «λύσαι το υπόδημα εκ των ποδών σου» (Εξ. γ', 5), δηλαδή να αποθέση τους δερματίνους χιτώνας τους οποίους φόρεσε και διά των οποίων ενεργεί η αμαρτία και να νεκρώση το φρόνημα της σαρκός που αντιστρατεύεται τον νόμο του νοός, και όταν καλήται να ανέβη στο όρος της θεωρίας του Θεού μετά από νόμιμη άθληση, αυτό είναι βίωση του μυστηρίου του Σταυρού.
Γιατί, όπως σημειώνει ο άγιος Γρηγόριος Παλαμάς, που ερμηνεύει τα πιο πάνω, «και η εν Θεώ θεωρία του Σταυρού μυστήριον εστι, του προτέρου εκείνου μυστηρίου μείζον». Έτσι βίωση του Σταυρού είναι η φυγή του ανθρώπου από την αμαρτία καθώς επίσης και η φυγή και η νέκρωση της αμαρτίας από τον άνθρωπο. Γι' αυτό λέμε ότι όλη η χριστιανική ζωή είναι βίωση του Σταυρού.


Τρίτον, όλη η ατμόσφαιρα που υπάρχει στην Ορθόδοξη Εκκλησία είναι σταυρική ζωή. Συνιστά το πολίτευμα του Σταυρού. Η θεολογία είναι έκφραση της σταυρικής ζωής, προϋποθέτει μιά νέκρωση του παλαιού ανθρώπου.
Δεν μπορεί κανείς να θεολογήση αν δεν βιώση τον Θεό, και δεν μπορεί να φθάση στην κοινωνία και την ενότητα με τον Θεό, αν προηγουμένως δεν καθαρθή,γιατί, όπως λέγει ο άγιος Ιωάννης της Κλίμακος, «τέλος αγνείας θεολογίας υπόθεσις». Τόσο η λεγομένη άποφατική θεολογία όσο και η λεγομένη καταφατική θεολογία προϋποθέτουν κάθαρση του ανθρώπου και νέκρωση των σαρκικών δυνάμεων.
Ακόμη, οι λειτουργικές τέχνες, που είναι έκφραση της εκκλησιαστικής παραδόσεως, είναι σταυρικές. Η ορθόδοξη αγιογραφία, η ορθόδοξη αρχιτεκτονική, η ορθόδοξη υμνογραφία και ψαλτική προϋποθέτουν τον Σταυρό. 
Η βάση όλων των λειτουργικών τεχνών είναι στα στάδια της πνευματικής τελειώσεως, δηλαδή η κάθαρση, ο φωτισμός και η θέωση. 

Αν βλέπουμε αυτές τις λειτουργικές τέχνες έξω από την υπόστασή τους, τότε μάλλον ματαιοπονούμε και δεν βοηθούμεθα στην προσπάθεια να σωθούμε. Πιστεύω ότι δεν υπάρχει νόημα όταν αντικαθιστούμε τις δυτικές θρησκευτικές τέχνες με τις λεγόμενες βυζαντινές, όταν παράλληλα δεν αγωνιζόμαστε να βρισκόμαστε στην προοπτική της καθάρσεως, του φωτισμού και της θεώσεως. Το να ψάλλη κανείς ορθόδοξα και παραδοσιακά προϋποθέτει ένα ήθος. Και αυτό το ήθος δεν το κάνει η εξωτερική συμμόρφωση προς μια παράδοση, αλλά κυρίως και προ παντός ο βαθμός της συμμορφώσεώς μας προς την θεραπευτική αγωγή που διαθέτει η Ορθόδοξη Εκκλησία.

Άλλωστε, από την ορθόδοξη διδασκαλία γνωρίζουμε καλά ότι οι εικόνες αγιάζουν τον άνθρωπο που τις προσκυνά με δύο βασικές προϋποθέσεις. Η πρώτη είναι ότι ο αγιασμός είναι μέθεξη της θείας Χάριτος, δυνάμει της υποστατικής ταυτότητας της εικόνας με το τεθεωμένο αρχέτυπό της. Η δεύτερη είναι ότι οι εικόνες αγιάζουν δυνάμει της πνευματικής καταστάσεως του προσκυνούντος. Αν ο άνθρωπος είναι στο στάδιο της καθάρσεως, τότε βοηθείται για την κάθαρση, αν βρίσκεται στο στάδιο του φωτισμού βοηθείται για την τελείωση αυτού του σταδίου και αν βρίσκεται στο στάδιο της θεώσεως αναπτύσσεται περισσότερο σ' αυτό.
Φαίνεται, λοιπόν, καθαρά ότι η προσκύνηση μιας εικόνας, έστω κι αν είναι βυζαντινή, χωρίς να υπάρχουν αυτές οι απαραίτητες προϋποθέσεις, χωρίς, δηλαδή, να γίνεται μέθεξη της θείας Χάριτος, και χωρίς να ακολουθή ο άνθρωπος την θεραπευτική - ασκητική αγωγή της Εκκλησίας δεν προσφέρει πολλά πράγματα. Το ίδιο ακριβώς γίνεται με όλες τις λειτουργικές τέχνες, τηρουμένων φυσικά των αναλογιών.

Γενικά η ορθόδοξη ζωή προϋποθέτει την νέκρωση των εξωτερικών αισθήσεων για να εμφανισθούν και να αποκαλυφθούν οι εσωτερικές αισθήσεις, την αποβολή της φιλαυτίας προς χάριν της αγάπης, την υπέρβαση του ατομισμού και την μετάβαση του ανθρώπου από την αγάπη που ζητεί τα εαυτής στην αγάπη που δεν ζητεί τα εαυτής, και την μεταμόρφωση όλων των ψυχικών δυνάμεων, ώστε από το παρά φύσιν να οδηγηθούν στο κατά φύσιν και υπέρ φύσιν.
Όλη αυτή η ζωή, που συνιστά την μετάνοια, λέγεται σταυρική και πολίτευμα του Σταυρού. Δεν πρόκειται απλώς για μιά τιμητική εξωτερική προσκύνηση του Σταυρού, αλλά για μυστηριακή βίωση της ακτίστου ενεργείας, δηλαδή της καθαρτικής, φωτιστικής και θεοποιού ενεργείας του Θεού.

Εδώ τίθεται ένα μεγάλο πρόβλημα: ένα Κράτος, έστω κι αν είναι χριστιανικό, έστω κι αν προσπαθή να συντονισθή με το πολίτευμα του Σταυρού, μπορεί στην πραγματικότητα να βιώση αυτήν την σταυρική ζωή;
Η εκκλησιαστική ιστορία έχει αποδείξει καθαρά ότι οι Χριστιανοί των πρώτων αιώνων βίωναν τον σταυρό της πράξεως και της θεωρίας. Η ανάγνωση των κειμένων της Αγίας Γραφής και των Αποστολικών Πατέρων το φανερώνει καθαρά. Επίσης, κατά την διάρκεια των διωγμών υπήρχε βίωση του μυστηρίου του Σταυρού. 
Αλλά όταν ο Χριστιανισμός έγινε επίσημη θρησκεία του Κράτους εισήλθαν κάποιες σκοπιμότητες και έτσι, παρά τις υπάρχουσες εξαιρέσεις, άρχισε να εξασθενή το πολίτευμα του Σταυρού. Μιλάω για πολιτικές σκοπιμότητες γιατί η λεγομένη Βυζαντινή αυτοκρατορία είχε κάνει την επιλογή της, ότι δηλαδή η Ορθοδοξία έπρεπε να αποτελή το στοιχείο ενότητος των κατοίκων της.

Ακριβώς όμως εκείνη την εποχή αναπτύχθηκε ο Μοναχισμός που είναι καρπός και αποτέλεσμα της εκκοσμικεύσεως της ορθόδοξης ζωής. Γι' αυτό οι πρώτοι Μοναχοί όταν συναντούσαν Χριστιανούς προερχομένους από τον κόσμο τούς ερωτούσαν αν υπάρχη Εκκλησία στον κόσμο. Βέβαια, γνώριζαν πολύ καλά ότι υπήρχαν Ναοί, όπου τελούνταν τα Μυστήρια, αλλά αυτοί ρωτούσαν αν υπάρχη το σταυρικό πολίτευμα, αν οι Χριστιανοί βίωναν την πράξη και την θεωρία της χριστιανικής ζωής.
Επίσης η διατύπωση τόσων όρων, αλλά και η δημιουργία τόσων Κανόνων δείχνει ότι άρχισε τότε η εκκοσμίκευση στην χριστιανική ζωή, οπότε η Εκκλησία διά των αγίων Πατέρων της ήθελε να δημιουργήση τα όρια που θα δείχνουν την αλήθεια από την πλάνη.

Μπορεί να φανή παράξενο αυτό που θα πω στην συνέχεια. Η προβολή της διδασκαλίας του ησυχασμού, που έγινε τον 14ον αιώνα από τον άγιο Γρηγόριο Παλαμά, ήταν αρίστη προετοιμασία του λαού υπό του Θεού να αντιμετωπίση την δυσκολία της υποδουλώσεως στους Τούρκους.
Και επειδή κατά την διάρκεια της Τουρκοκρατίας έχουμε την επάνοδο στην ασκητική διάσταση της Ορθοδοξίας, στην βίωση του πολιτεύματος του Σταυρού, γι' αυτό στην πραγματικότητα η ημέρα της υποδουλώσεώς μας στους Τούρκους μπορεί να θεωρηθή Κυριακή της Ορθοδοξίας. Τότε χάθηκαν τα εξωτερικά στηρίγματα, η εξωτερική περίλαμπρη επιφάνεια και άρχισε να φαίνεται και να βιώνεται το εσωτερικό μεγαλείο, δηλαδή άρχισε να βιώνεται η πτωχεία με όλη την ορθόδοξη σημασία της λέξεως.

Σήμερα, δυστυχώς, παρατηρούμε, ότι οι περισσότεροι από μας δεν βιώνουμε το πολίτευμα του Σταυρού. 
Έχουμε θρησκειοποιήσει τον Χριστιανισμό, τον έχουμε εκκοσμικεύσει. Όχι μόνον ζητάμε προστασία από το Κράτος, αλλά χάσαμε την ασκητική ζωή. Η θεολογία, η λατρευτική ζωή, ο τρόπος ζωής μας δεν είναι έκφραση του μυστηρίου του Σταυρού, αλλά έκφραση μιας αντισταυρικής ζωής. 
Κυριαρχούν οι εξωτερικές αισθήσεις, η λογική, το δικαίωμα και το θέλημα. Από εκεί προέρχονται όλα τα δεινά.
Δεν θέλω να απαριθμίσω διάφορα περιστατικά της σύγχρονης ζωής, ακριβώς γιατί είναι γνωστά σε όλους μας. Εκείνο που θέλω να πω είναι ότι  αν δεν μάθουμε τι είναι ο Σταυρός κι αν δε βιώσουμε το μυστήριο του Σταυρού, δεν θα μάθουμε ποτέ τι είναι Ορθοδοξία και ποιά πρέπει να είναι η θέση μας μέσα σ' αυτήν. 
Και, φυσικά, δεν θα μάθουμε τι είναι ανάσταση της ψυχής, ούτε τι είναι σωτηρία του ανθρώπου. Και, όπως λένε οι άγιοι Πατέρες, ένας ο οποίος δεν γνωρίζει εκ πείρας τον Θεό, δεν έχει γνώση της ακτίστου Χάριτος του Θεού, αυτός στην πραγματικότητα είναι άθεος. 
Άθεοι δεν είναι μόνον εκείνοι που δεν πιστεύουν στον Θεό, αλλά και εκείνοι που δεν έχουν προσωπική πείρα του Θεού.

Το πολίτευμα της Εκκλησίας είναι σταυρικό, δηλαδή στηρίζεται πάνω στον Σταυρό και διαποτίζεται από αυτόν. 
Και ο Ορθόδοξος Χριστιανός είναι σταυροφόρος, καρφωμένος πάνω στον Σταυρό. Εκεί αισθάνεται αναπαυμένος. Και επειδή είναι σταυρωμένος γι' αυτό είναι και ελεύθερος.

Το πολίτευμα του Σταυρού μητροπολίτου Ναυπάκτου και Αγίου Βλασίου Ιεροθέου Βλάχουεκδ. Ιερά Μονή Γενεθλίου της Θεοτόκου (Πελαγίας), 1992
 
Copyright © ΕΛΛΑΣ-ΟΡΘΟΔΟΞΙΑ. Designed by OddThemes | Distributed By Blogger Templates20