π. ΘΗΣΕΑΣ ΚΥΠΡΙΩΤΗΣ - Ο ιερεας των αναπηρων

π. ΘΗΣΕΑΣ ΚΥΠΡΙΩΤΗΣ +2006
Ένα όμορφο αγόρι με καστανά, σκαλωτά μαλλιά ήταν ο Θησέας. Παπαδάκι στην Εκκλησία του χωριού τους, την Καμάρα Κερκύρας. Προσεχτικό. Σεμνό. Αμίλητο. Σοβαρό. Γλυκό. Σωστό αγγελούδι.
Πόσο φάνταζε μέσα στα όμορφα, αθώα μάτια του ο παπάς του χωριού τους όταν φορούσε τα ιερά του και λειτουργούσε – αρχάγγελος, λες αυτός! Φάνταζε στα μάτια του μικρού Θησέα, μα μιλούσε και στην ψυχή του.
Τον έκανε να τον ζηλεύει την καλή ζήλεια.
- Θα γίνω παπάς όταν μεγαλώσω! Είπε μέσα του μια μέρα, την ώρα που ο παπάς τους στην Ωραία Πύλη, με το Άγιο Ποτήρι στα χέρια κοινωνούσε αθώα βρέφη.
Το είπε στον πατέρα του.
- Πατέρα, θέλω να γίνω παπάς. Άσε με να πάω σε ιερατική σχολή να σπουδάσω.
- Έχουμε να παντρέψουμε τις αδερφάδες σου πρώτα. Κάτσε εδώ και στρώσου στη δουλειά. Ένας εγώ τι να πρωτοκάνω;

Και κάθισε ο Θησέας. Και δούλευε. Και δούλευε. Δυό, τρία, πέντε χρόνια, ως τα τριάντα του που παντρεύτηκαν οι αδερφές του!
- Τώρα πήγαινε να σπουδάσεις, του είπε ο πατέρας του.
Πήγε στήν Ιερατική Σχολή Βελλάς και άρχισε τις σπουδές του.
Ένας απ’ τους καθηγητές του του είπε μια μέρα:
- Έχεις τη νόμιμη ηλικία. Μπορείς να παντρευτείς, να χειροτονηθείς και να συνεχίσεις τις σπουδές σου. Γιατί να χάνεις τα χρόνια σου;
- Καλά τα λέτε, μα που να βρώ την κατάλληλη κοπέλλα;
- Θα την στείλη ο Θεός.

Όταν κατέβηκε στο χωριό του στις διακοπές ο Θησέας είπε στον πατέρα του τη σκέψη του καθηγητού.Τη βρήκε σωστή εκείνος.
Μαζεύτηκε, λοιπόν, όλη η φαμελιά, συσκέφθηκαν, τα είπαν και έκαναν ένα γράμμα και ζητούσαν μια καλή κοπέλλα για πρεσβυτέρα.

Ήρθε η απάντηση:
- Είναι άξιο και καλό παλληκάρι. Τον εκτιμούμε. Τον αγαπούμε όλοι στο σπίτι μας. Μα παπαδιά δέ γίνεται η κόρη μας...
Ξανασκέφθηκαν και έγραψαν σε άλλη.
Η ίδια απάντηση.
Έγραψαν και σε τρίτη.
Άρνηση και εδώ.Τί θα γίνει τώρα;

Ένα μεσημεράκι, καθώς καθόταν και σκεφτόταν και παρακαλούσε το Θεό να του στείλει το κατάλληλο πρόσωπο, ήρθε ο ταχυδρόμος.
- Θησέα, γράμμα.
Το πήρε στα χέρια του. Το γύρισε πίσω – μπρος πάλι.Δεν είχε αποστολέα.Κάτι μέσα του τού είπε να πιστέψει και να πεί και είπε με χαρά κι’ ευγνωμοσύνη:
- Εδώ μέσα είναι η πρεσβυτέρα μου!
Άνοιξε το γράμμα με βεβαιότητα.
Ήταν;
Ήταν!
« ’Αγαπητέ μου Θησέα, διάβαζε. Καθώς τελειώσαμε τον Εσπερινό ήρθε να φιλήσει το χέρι του παπά και να πάρει την ευχή μου μια κοπέλλα. Ήσυχη σαν περιστέρα και αθώα σαν αρνάκι. Με δυό πλεξούδες κάτω απ’τη μέση.
- Την ευχή σας, δέσποτα, μου είπε.
- Του Χριστού, κόρη μου, της είπα. Δεν είσαι απ’το χωριό μας. Από πού και τίνος είσαι;
- Του παπά Ανδρέα κόρη απ’τους Κουσπάδες – ένα χωριό στην άλλη άκρη της Κέρκυρας.
- Ά, ο παπά Ανδρέας είναι γνωστός μου. Δεν ήξερα πως έχει κόρη της παντριάς. Θέλεις να γίνεις παπαδιά, παιδί μου;
- Αυτό είναι τ’όνειρό μου. Έχω ετοιμάσει κιόλας και ρούχα για τον παπά μου.

Να μην τα πολυλογούμε, είναι αυτή που έπρεπε και σου την στέλνω, πρεσβυτέρα εν φακέλλω. Ο Θεός σου την στέλνει. Φώς φανάρι το πράμα. Καλά στέφανα και γρήγορα παπάς, ιερεύς και λειτουργός του Υψίστου.
Με την εν Κυρίω, αγάπη
Παπά Αλέξανδρος»

Ήταν, λοιπόν, μέσα στό φάκελλο που κρατούσε στα χέρια του ο Θησέας η πρεσβυτέρα του! Σημείο τ’ουρανού! Ή όχι; Πώς όχι; Ναί! Ναί! Σημείο!

Η πρώτη συνάντηση έγινε στην εκκλησία του Αγίου Γεωργίου, όπου ήταν εφημέριος ο παπά – Αλέξανδρος. Κοιτάχτηκαν στα μάτια.
- Αυτή είναι η πρεσβυτέρα που μου στέλνει ο Θεός! είπε με βεβαιότητα ο Θησέας!
- Αυτός είναι ο παπάς μου!, είπε με την ίδια βεβαιότητα και χαρά η Αικατερίνη.

Έγιναν οι γάμοι και η χειροτονία. Μυστήρια και τα δύο μεγάλα. Συγκινήσεις και χαρές ανείπωτες.
Τέσσερα χρόνια υπηρέτησε με όλη του τη καρδιά. Είχε γίνει η ψυχή του χωριού! Η χαρά του. Το στήριγμά του. Η ελπίδα του. Ο πατέρας του.
Μα πάνω στο κλείσιμό τους έγινε... ανάπηρος!...
Ανάπηρος ιερέας! Ένας και μοναδικός στην Ελλάδα!
- Τι κρίμα!... Μα πώς έγινε αυτό; Ρωτάτε.Πάνω στις δουλειές του, έπεσε μια μέρα από μια σκάλα. Χτύπησε. Πόνεσε.
- Ε, πέρασε, πάει, είπε μόλις πέρασε ο πόνος.

Μα εκείνος κρύφτηκε, οχυρώθηκε μέσα στο κορμί του παπά και άρχισε τον πόλεμο. Πήρε να πονάει ο πάτερ Θησέας. Ήρθε στην Αθήνα, στα νοσοκομεία. Μήνες και μήνες στο κρεβάτι. Η μέση. Το πόδι. Μια λανθασμένη θεραπεία ένα ολόκληρο χρόνο!... Και το κακό προχωρούσε εν τω μεταξύ ανενόχλητο. Πλάι του, νύχτα-μέρα, η πρεσβυτέρα. Ως την Ελβετία αναγκάστηκε να πάει. Βρήκαν την αιτία εκεί. Το χτύπημα της σκάλας του έκανε ζημιά ανεπανόρθωτη: Ο πάτερ Θησέας θα ήταν σε όλη του τη ζωή ανάπηρος!... Του φόρεσαν ένα βαρύ σιδερένιο μηχάνημα στο πόδι και του είπαν να πάει στην πατρίδα του... Προσπάθησε να κάνει το πρώτο βήμα ο παπάς. Βαρύ και δύστροπο το πόδι με το μηχάνημα. Ένας σιδερένιος σταυρός, που έπρεπε να το σηκώνει σ’όλη του τη ζωή.
Δε λέω πως δεν στενοχωρήθηκε ο παπάς και πως δεν έκλαψε η πρεσβυτέρα, που είδε τον αεικίνητο λευίτη να σέρνει με δυσκολία το πόδι του. Κοιτάχτηκαν. Δες, και στου παπά τα μάτια δυό δάκρυα. Άνθρωπος είναι και ο ιερεύς. Δεν άργησε όμως να ξαναβρεί τη διάθεσή του. Έπιασε απ’το χέρι τη πρεσβυτέρα του.

- Μαζί θα περπατήσουμε, χέρι με χέρι, στο δρόμο που στη θέωση θα μας φέρει, της είπε.

Γύρισαν στη πατρίδα. Και ο ανάπηρος πατήρ Θησέας έγινε ιερέας των αναπήρων στο ΚΑΠΑΨ. Ιερέας και πατέρας. Ο πόνος τους πόνος του. Και η χαρά τους χαρά του. Σέρνοντας το πόδι πήρε να λειτουργεί με τη καρδιά, ξεχνώντας το σιδερένιο σταυρό του. Να ακούει την εξαγόρευση των αμαρτιών και να απαλλάσει τους ανθρώπους από τα σιδερένια δεσμά του κακού.

Άρχισε να τους μιλάει κάθε Κυριακή στην Εκκλησία. «Εμείς οι ανάπηροι...» είναι η προσφώνησή του πάντα. Και η συνέχεια είναι πάντα μετάγγιση της ζωής της καρδιάς του στις καρδιές τους.
Συχνά είναι πάνω απ’το προσκέφαλό τους. Και άλλοτε ξεκινά και πηγαίνει και τους βρίσκει στα σπίτια τους, για να τους δώσει χαρά από τη χαρά του, ελπίδες από τις ελπίδες του, δύναμη και υπομονή απ’τους δικούς του θησαυρούς.

Και στο αγώνισμα της φαμελιάς αγωνίστηκε ο πάτερ. Τρείς θυγατέρες ανάστησε μ’ένα μισθό, χωρίς «τυχερά» και άλλα έσοδα, που έχουν άλλοι. Κάτω, χαμηλά, στα θεμέλια του ’Εθνικού ‘Ιδρύματος ’Αποκαταστάσεως ’Αναπήρων Λιοσίων, σε δυό μικρά δωμάτια έχει τη φωλιά του – ακρογωνιαίος πνευματικός θεμέλιος λίθος του νοσοκομείου, ο φτωχός και ταπεινός, μα θερμός και φωτεινός πατέρας των αναπήρων, ο πατήρ Θησέας.

- Πείτε μας κάτι από την πείρα σας των 24 χρόνων ιερωσύνης με το σιδερένιο σταυρό, πάτερ Θησέα.

- Να σας πω κάτι που η χάρη του Θεού κάνει σε μένα και μ’αφήνει κατάπληκτο και παντοτινά ευγνώμονα. Στα 4 πρώτα χρόνια της ιερωσύνης μου ήμουν γερός, γεμάτος δύναμη και ενθουσιασμό, ευκίνητος και αεικίνητος. Όπως ήταν φυσικό, μετά την αναπηρία μου έπρεπε να κουράζομαι εύκολα και, συνεπώς, να περιορίσω τις δραστηριότητές μου. Έ, λοιπόν, εδώ είναι η δύναμη του Θεού «η τα ασθενή θεραπεύουσα και τα ελλείποντα αναπληρούσα». Πέφτω, πολλές φορές, το βράδυ κατάκοπος σωματικά και ψυχικά από τη συμμετοχή μου στα δράματα των εξομολογουμένων, που ζω. «Δε θα μπορέσω να σηκωθώ το πρωί», σκέφτομαι και λέω στη πρεσβυτέρα μου. Στις 5 όμως είμαι όρθιος και μόλις πάω στον ιερό ναό το βαρύ σιδερένιο μηχάνημα του ποδιού μου γίνεται ...φτερό! και πετώ στον Όρθρο και τη Θ.Λειτουργία, 4 και περισσότερες ώρες, χωρίς να νιώθω την παραμικρή κόπωση. Προσκομίζω, ψάλλω στον όρθρο αριστερά, λειτουργώ, κηρύττω, κοινωνώ, διαβάζω μνημόσυνα, όρθιος τόσες ώρες και νιώθω όπως πριν πάθω την αναπηρία, 24 χρόνια νεώτερος τότε, και καλύτερα! Νά το θαύμα του Θεού. Δόξα στ’ Όνομά Του!

- Και με τα οικονομικά σας πώς πήγατε, πώς πάτε πάτερ Θησέα, αφού δεν έχετε, δεν παίρνετε «τυχερά»; Τί κάνατε, πώς τα βγάλατε πέρα με τις τρεις θυγατέρες σας;
- Τις τακτοποίησε μια χαρά και τις τρεις ο Κύριος, καλύτερα κι από αν ήμουν πλούσιος. Σπούδασαν και οι τρεις. Παντρεύτηκαν καλά και οι τρεις και η μια μ’έκανε και παππού! Δόξα τω Θεώ! Καθήστε να φάμε στο φτωχικό μας, παρακαλώ.

Κάθησα ευχαρίστως. ‘Απλό φαγητό πρόσφερε η πρεσβυτέρα: χόρτα βραστά, που μάζεψε η ίδια, αυγά τηγανητά, τυράκι και πρόσφορο απο την εκκλησία.
- ‘Έτοιμα, είπε. Ορίστε.
- Μια στιγμή, νάρθουν και τα παιδιά. Και ήρθαν: Η μια θυγατέρα του, σπρώχνοντας το αμαξίδιο με τον τετραπληγικό φοιτητή της Βιολογίας (!) και ο γαμπρός του φέρνοντας με το αμαξάκι της την παραπληγική παπαδοπούλα.
Έγινε η προσευχή και τρώγαμε. «Μακάριος ος φάγεται άριστον εν τη βασιλεία του Θεού» ένιωσα, σκέφθηκα και είπα. Εκεί θα τρεφόμαστε με την Αγάπη. Την αγάπη που ένοιωθα τώρα μέσα στο απλό φαγητό, στο τραπέζι της θερμής αγάπης τούτου του άξιου λευίτη της Αγάπης, του πατέρα Θησέα Κυπριώτη.

- Δέσποτα, είναι άνθρωποι που υποφέρουν από ανίατες αρρώστιες και αναπηρίες και το «όν αγαπά Κύριος παιδεύει – εκπαιδεύει» δεν το καταλαβαίνουν. Δεν το δέχονται. Τί έχετε να μας πείτε γι’ αυτά;

Αδελφοί μου (επιστολή σε περιοδικό των αναπήρων),

Διάβασα στο Δ.Ε. «ΒΗΘΕΣΔΑ» τα δυό γράμματα «από το αμαξίδιο» που αναφέρονται στο θέμα: «Παιδεύει! Γιατί;» και θα μου επιτρέψετε να εκφράσω μερικές προσωπικές μου σκέψεις, σαν ανάπηρος που είμαι και πολύ δοκιμασμένος. Δεν είμαι, βέβαια, πάνω στο αμαξίδιο, αλλά έχω σοβαρή αναπηρία, με πολλές δυσκολίες και πιο πολλές ακόμα σωματικές διαταραχές, που συμβαίνουν σε εμάς τους παραπληγικούς.

Έχω ζήσει την ψυχολογική κατάσταση του δευτέρου επιστολογράφου «Ν.Τ.» με τα τόσα βασανιστικά ερωτηματικά, που τόσο ζωντανά διατυπώνει στο γράμμα του σαν απάντηση στον φίλο Παγκράτη και τον νοιώθω απόλυτα.

Ήμουν στην αρχή της τρομερής δοκιμασίας, που με βρήκε τόσο ξαφνικά και αναπάντεχα. Ξέρετε τι είναι να βρεθείς από τη μιά μέρα στην άλλη σ’ένα κρεβάτι του Ε.Σ. με τέλεια ακινησία των κάτω άκρων (στη πραγματικότητα με τελεία παράλυση από τη μέση και κάτω), με αφόρητους πόνους στη μέση και στα πόδια και με όλα τα οδυνηρά επακόλουθα, που συμβαίνουν συνήθως σ’αυτές τις καταστάσεις; - Ουρολογικά – κενώσεις – ουρολοιμώξεις – φλεβίτιδες – θρομβώσεις – κολικοί νεφρών κ.π.α.

Επιπλέον, βρέθηκα ξαφνικά μακρυά από την οικογένειά μου, ολομόναχος στην Αθήνα και η γυναίκα μου στη Κέρκυρα να βολοδέρνεται ολομόναχη για να προστατέψει και να μεγαλώσει τα τρία μικρά κοριτσάκια μας.
Παράλληλα, χωρίστηκα από όλα τα αγαπημένα μου πρόσωπα, συγγενείς, συνεργάτες και φίλους. Άφηνα εγκατελελειμένο το έργο της ιερατικής μου αποστολής, που με τόσο ζήλο και αυτοθυσία είχα αρχίσει στη μικρή ενορία του χωριού, που ο Κύριος μου είχε εμπιστευθεί, σαν εφημέριος. Έμεινε ορφανεμένο το μικρό εκείνο «ποίμνιο» που είχα αναλάβει να ποιμάνω και τόσο πολύ είχα αγαπήσει! Έκλεισαν οι Εκκλησίες του χωριού, σταμάτησαν οι Λειτουργίες και τα κηρύγματα, κόπηκαν στη μέση τα «Κατηχητικά» και τόσες άλλες δραστηριότητες, που είναι στα καθήκοντα του ιερέως, και για τις οποίες τόσους κόπους και προσπάθειες και θυσίες είχα καταβάλει. Τώρα, με τη δοκιμασία αυτή, όλα γκρεμίζονταν σε ερείπια μέσα σε μια μέρα. Δεν έβλεπα δηλαδή τότε κανένα φως, που να μου δίνει κάποια ελπίδα. Έβλεπα μόνο ζημιά –πανωλεθρία- χαλάσματα και στον εαυτό μου και γύρω μου. Ένα μεγάλο, οδυνηρό, αδυσώπητο «Γιατί;» φούντωνε μέσα μου, που πήγαινε να με πνίξει. Γιατί ο Θεός επέτρεπε μια τέτοια δοκιμασία, που μόνο ερείπια, δυστυχία και πόνο δημιουργούσε;
Έπρεπε να περάσει αρκετός καιρός, να υποφέρω πάρα πολύ, να βασανισθώ αφάνταστα, για να διαπιστώσω εκ των υστέρων το μεγαλειώδες σχέδιο του Θεού, που σκοπό είχε να φέρει πνευματική ωφέλεια μεγάλη και σε μένα και σε πολλούς άλλους.
Προσωπικά, απεκόμισα τόσα πολλά απ’αυτή τη δοκιμασία, ώστε δεν μπορώ παρά ενδεικτικά μόνο να αναφέρω ελάχιστα.

1) Πριν από τη δοκιμασία μου δεν είχα επισκεφθεί ποτέ ασθενή σε Νοσοκομείο. Εξομολογούμαι. Ήταν τόσο σκληρή η καρδιά μου, ώστε απέφευγα συστηματικά κάθε επικοινωνία με ασθενή και πονεμένο για να μη στενοχωρηθώ και μου χαλάσει το κέφι. (Κάτι παρόμοιο έχω συναντήσει και σε πολλούς άλλους συνανθρώπους, δυστυχώς. Π.χ. έχω ακούσει να λέγουν: «Δεν μπορώ να έρχομαι σ’αυτό το Ίδρυμα, γιατί μου κάνει κακό να βλέπω αυτούς τους ανθρώπους στη κατάσταση που βρίσκονται. Τόση δυστυχία! Μου πιάνεται η ψυχή». Έτσι ένοιωθα και εγώ. Αλλά αυτό, νομίζω, είναι εγωπάθεια.
Όμως η δοκιμασία με μαλάκωσε τόσο. Με ταπείνωσε. Με έκανε να νοιώθω τον πόνο. Και με
αξίωσε να γινω, με το θέλημα του Κυρίου, ένας μόνιμος πια σύντροφος του πόνου, ο καλός
Σαμαρείτης, ο «πλησίον» του αναπήρου – ανάπηρος κι’ εγώ. 24 περίπου χρόνια μέχρι σήμερα, (ελπίζω και μέχρι τέλους της ζωής μου) ζω πλάϊ, αγκαλιά μπορώ να πω, με τους ηρωϊκούς αγωνιστές του Ε.Ι.Α.Α. τους αναπήρους. Συμμετέχω με όλες μου τις δυνάμεις στον αγώνα τους,τονώνω το ηθικό τους,συμβάλλω στην ηθική τελείωση και την ψυχική τουςσωτηρία, που είναι και ο κύριος σκοπός της ζωής μας.


2) Επάνω στο κορύφωμα της δοκιμασίας μου, έκανα την πρώτη αληθινή μετάνοια και ειλικρινή εξομολόγηση. Και συγχρόνως αξιώθηκα να γνωρίσω τον άγιο Γέροντα π. Φιλόθεον Ζερβάκον, που έγινε έκτοτε και πνευματικός μου πατέρας και με στήριζε στον πνευματικόν μου αγώνα μέχρι της κοιμήσεώς του.
3) Έγινε αφορμή η δοκιμασία να ξυπνήσουν και ισχυροποιηθούν μέσα μου δυνάμεις που ήταν αφανείς. Π.χ. πριν από τη δοκιμασία δεν έιχα καθόλου υπομονή . Εκνευριζόμουν με το παραμικρό. Τα έβαζα με τους άλλους και τους πλήγωνα με την απότομη συμπεριφορά μου. Όλα, μα όλα μου έφταιγαν και συνέχεια βαρυγκομούσα και εγκρίνιαζα. Δεν είχα καθόλου υπομονή. Όταν μ’έπιανε καμμιά γριππούλα δεν μπορούσα να μείνω ούτε μια μέρα στο κρεββάτι. Μου ερχότανε τρέλλα. Η δοκιμασία αυτή με κράτησε 13 ολόκληρους μήνες στο κρεββάτι τελείως ακίνητον σε υπτία κατάκλιση χωρίς να μπορώ στο ελάχιστο να γυρίσω στο πλάϊ ή να σηκωθώ καθιστός. Και υπέμεινα όλο αυτό το μαρτύριο με αφάνταστη καρτερία, ώστε δεν μπορούσα να αναγνωρίσω τον εαυτόν μου.

Αλήθεια, τί τεράστιες δυνάμεις κρύβει μέσα του ο άνθρωπος! Μήπως, συν τοις άλλοις, είναι και αυτός ένας λόγος, που ο Θεός επιτρέπει τη δοκιμασία, για να βγουν δηλ. στην επιφάνεια οι δυνάμεις, με τις οποίες έχει προικίσει τον άνθρωπον, ώστε να αξιοποιηθούν και πολλαπλασιασθούν τα τάλαντα;
Εδώ μου έρχεται στο μυαλό ο Ιώβ. Είχε πολλές αρετές φανερές και γνωστές ο ευλογημένος. Η υπομονή όμως υπήρχε μέσα του καλυμμένη και άγνωστη. Έπρεπε να έρθει εκείνη η τρομερή δοκιμασία για να φανεί σε όλη της το μεγαλείον η υπέροχη και πανύψηλη εκείνη αρετή της υπομονής και να γίνει υπόδειγμα και παράδειγμα πανανθρώπινον η «Ιώβειος υπομονή».

4) Δεν θα προχωρήσω σε άλλες λεπτομέρειες. Γενικά, όμως, θέλω να τονίσω, να ομολογήσω ότι δεν ήμουν καλός χριστιανός πριν από τη δοκιμασία – ας ήμουν ιερέας – και το χειρότερο, δεν είχα επίγνωση της πνευματικής μου πτωχείας. Ενόμιζα ότι εβάδιζα καλά και ήμουν ένας πολύ καλός Χριστιανός.
Η δοκιμασία μού άνοιξε τα μάτια της ψυχής. Μού έδωσε την ευκαιρία και τη δυνατότητα να δω μέσα μου, και να διαπιστώσω, ότι μόνο κατ’όνομα ήμουν χριστιανός. Δεν θέλω να ισχυριστώ ότι τώρα είμαι ένας τέλειος χριστιανός – είναι μεγάλος αυτός ο λόγος – όμως είμαι βέβαιος ότι αγωνίζομαι γι’αυτό το σκοπό. Και αυτό λέει πολλά, νομίζω.

5) Η ενορία μου έμεινε τρία χρόνια χωρίς ιερέα. Ορφανεμένη. Ο Κύριος όμως ευλόγησε και χειροτονήθηκε ιερέας από το ίδιο το χωριό, πολύ καλός. Και πιστεύω καλλίτερος από μένα. Ποιός όμως θα μπορούσε να προβλέψει, ότι με αυτή τη δοκιμασία θα εξασφάλιζε ο Κύριος πνευματικό πατέρα στους αναπήρους του Ιδρύματος; Και μάλιστα δοκιμασμένο και καλλιεργημένον μέσα στο καμίνι της αρρώστιας και του πόνου για να μπορεί να τους καταλαβαίνει και να τους νιώθει; Και το είχαν τόσο μεγάλη ανάγκη οι άνθρωποι αυτοί! Τώρα βλέπω εκ των πραγμάτων και διαπιστώνω πόσο ο Κύριος σκέπτεται και φροντίζει όλα τα πονεμένα παιδιά Του!
Άς έλθουμε τώρα στους άλλους αναπήρους, που βλέπω πόσο δοκιμάζονται. Είμαι τόσο κοντά τους σαν ανάπηρος κι’ εγώ. Και σαν πνευματικός πατέρας είμαι σε θέση να διαπιστώνω καλλίτερον παντός άλλου τις τεράστιες ψυχικές ωφέλειες, που φέρει ο πόνος και η δοκιμασία. Πολλές ψυχικές νεκραναστάσεις είδα και βλεπω μέσα σ’αυτό το Ίδρυμα εξαιτίας της δοκιμασίας. Άνθρωποι, πάσης
ηλικίας και φύλου, που σ’όλη τους τη ζωή δεν είχαν πλησιάσει Μυστήριο, τώρα εξομολογούνται και Κοινωνούν. Κι εν συνεχεία ακολουθούν με συνέπεια Χριστιανική ζωή και γίνονται ζωντανό παράδειγμα στο περιβάλλον τους. Έχω υπ’ όψιν μου πολλές τέτοιες ιστορίες μεταστροφής και ψυχικής σωτηρίας, που έζησα και απόλαυσα στα 24 χρόνια της διακονίας μου στο Ίδρυμα.
Το συμπέρασμα από όλα αυτά είναι ότι συμφωνώ απόλυτα με τα γραφόμενα του φίλου μας Παγκράτη.

Για τον άλλο αξιαγάπητο φίλο μας «Ν. Τσ.», χωρίς να θέλω να τον κατηγορήσω (πώς μπορώ, εξ’ άλλου, αφού κι’ εγώ πέρασα από το ίδιο μονοπάτι των αδυσώπητων ερωτηματικών;) τον νιώθω απόλυτα και τον δικαιολογώ, αλλά θα τον παρακαλέσω να κάνει υπομονή και να προσπαθήσει να δει με κάποιο άλλο μάτι τη δοκιμασία, κάπως φιλικά, ας πούμε. Άς περιμένει κι’ αυτός, και όλοι μας να δούμε τα αποτελέσματα της κάθε δοκιμασίας. Το «Μηδένα προ του τέλους μακάριζε» ας το μετατρέψουμε «κανένα πριν από το τέλος μη καταδικάσεις». Κάτι που βλέπουμε σήμερα σαν κατάρα και καταστροφή, αύριο μπορεί να το βλέπουμε σαν ευλογία και σωτηρία. Υπάρχουν τόσα παραδείγματα στη ζωή της ανθρωπότητας.
Σε αυτό το σημείο ας θυμηθούμε τη παραβολή του πλουσίου και του Λαζάρου. Το αποτέλεσμα της δοκιμασίας του Λαζάρου ήταν να καταλήξει στους κόλπους του Αβραάμ (στον Παράδεισο). Αν υποτεθεί, λοιπόν, ότι κάποια δοκιμασία θα παραμείνει μόνιμη και θα διαρκέσει εφ’ όρου ζωής, πάλι ο δοκιμαζόμενος δεν θα ζημιωθεί, αν η δοκιμασία αυτή γίνει αιτία να κερδίσει την αιώνια ζωή. Τουναντίον, το κέρδος θα είναι ανυπολόγιστο, και η τέτοια δοκιμασία αποβαίνει ευλογία. Πιστεύω ότι ο Θεός στέλνει τη δοκιμασία σαν ευλογία, στο κάθε παιδί Του, αλλά εξαρτάται από τον καθένα μας αν θα αποβεί εις ωφέλεια ή θα γίνει επιζήμια. Έχει σημασία πώς τη βλέπουμε και πώς την αντιμετωπίζουμε. Πρέπει να τη βλέπουμε σαν εκπαίδευση και όχι σαν παίδευση. Να εξετάζουμε τον εαυτόν μας, τί είμαστε και σε τί υστερούμε. Να προσπαθούμε να διορθώσουμε ό, τι στραβό υπάρχει μέσα και να ξεριζώσουμε κάθε σάπιο από τη ψυχή μας. Επωφελούμενοι από τον πόνο, να μαλακώσουμε, να ταπεινωθούμε και να πλησιάσουμε όσο γίνεται περισσότερο τον Κύριον. Έτσι θα είμαστε βέβαιοι ότι μεγάλη ωφέλεια θα αποκομίσουμε από τη δοκιμασία. Και θα αποβεί αυτή, αληθινή ευλογία για μας και τους άλλους._

ΜΟΙΡΑΣΤΕΙΤΕ ΤΟ:

Δημοσίευση σχολίου

 
Copyright © ΕΛΛΑΣ-ΟΡΘΟΔΟΞΙΑ. Designed by OddThemes | Distributed By Blogger Templates20