ΠΡΟΣΦΑΤΕΣ ΑΝΑΡΤΗΣΕΙΣ

Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ΣΗΜΑΝΤΙΚΟΤΕΡΑ. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ΣΗΜΑΝΤΙΚΟΤΕΡΑ. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Φοβασαι τον Θανατο;

3:30:00 π.μ.
•

Άγιος Νικόλαος Βελιμίροβιτς

Στον ζαχαροπλάστη Σταύρο Ι.

Έχεις ακούσει για τον μακάριο διάκο Αββακούμ; Όταν τον οδηγούσαν οι Τούρκοι μέσω του Βελιγραδίου, στα δεσμά, για να τον καρφώσουν στον πάσσαλο, αυτός ο ιπποτικός Βόσνιος τραγουδούσε: «Ο Σέρβος είναι του Χριστού, χαίρεται, τον θάνατο»! Αυτά τα λόγια ακούγονται εντελώς σύμφωνα με το πνεύμα του απόστολου Παύλου ο όποιος γράφει στους Φιλιππησίους: «Συνέχομαι δε εκ των δύο, την επιθυμίαν έχων εις το αναλύσαι και συν Χριστώ είναι· πολλώ γαρ μάλλον κρείσσον· το δε επιμένειν εν τη σαρκί αναγκαιότερον δι’ υμάς» (Φιλιπ, 1,23-24). Ο απόστολος δεν μιλά καν περί του θανάτου αλλά μόνο περί της μετάβασης απ΄ αυτή τη ζωή στην άλλη ζωή. Και χαίρεται περισσότερο εκείνη τη ζωή παρά αυτήν.

Ρώτησα πρόσφατα έναν υγιή γέρο: «Τι θα επιθυμούσες από τον Θεό να σου δώσει περισσότερο στον κόσμο;» Έβαλε το χέρι στην καρδιά και απάντησε: «Τον θάνατο και μόνο τον θάνατο»! «Πιστεύεις στη ζωή μετά από τον θάνατο;» «Ακριβώς λόγω αυτής της πίστης επιθυμώ όσο πιο γρήγορα τον θάνατο», είπε ο γέρος. Οι άπιστοι φοβούνται τον θάνατο, αφού θεωρούν ότι ο θάνατος είναι εξ ολοκλήρου καταστροφή της ζωής. Πολλοί άνθρωποι που πιστεύουν πάλι φοβούνται τον θάνατο επειδή νομίζουν, ότι δεν ολοκλήρωσαν το καθήκον τους σ’ αυτόν τον κόσμο: Δεν έβαλαν τα παιδιά στον ορθό δρόμο ακόμα, ή δεν ολοκλήρωσαν ό,τι άρχισαν. Ακόμα και κάποιοι άγιοι άνθρωποι είχαν φόβο την ώρα του θανάτου. Όταν κατέβηκαν οι άγγελοι να πάρουν τη ψυχή του αγίου Σίσογιε, αυτός ο αγγελικός άνθρωπος προσευχόταν, να τον αφήσουν ακόμα λίγο στη ζωή ένεκεν μετάνοιας και προετοιμασίας για την άλλη ζωή. Οι άγιοι, λοιπόν, δεν φοβόντουσαν τον θάνατο αλλά την κρίση του Θεού μετά τον θάνατο. Και αυτός είναι ο μόνος δικαιολογημένος φόβος του χριστιανού, ο οποίος πιστεύει σταθερά στην άλλη ζωή και στην κρίση του Θεού.

Ενώ χωρίς την πίστη στην άλλη, την ουράνια ζωή, ο φόβος είναι το σχοινί γύρω από τον λαιμό, με το οποίο ο θάνατος τραβά τους καταδικασμένους στα έγκατά του. Η ζωή για τον άπιστο δεν είναι τίποτα άλλο παρά ο άνεμος του θανάτου, ο άνεμος που σηκώνει και ρίχνει τη νεκρή στάχτη του ανακατεύει αυτή τη στάχτη και την ηρεμεί. Εάν ο άπιστος έως το τέλος σκεφτόταν λογικά, θα έπρεπε να πει ότι η ζωή στην πραγματικότητα δεν υπάρχει. Γι’ αυτόν η μόνη του πίστη είναι ο θάνατος, μόνη αιώνια δύναμη ο θάνατος, μοναδικός Θεός, ο θάνατος. Για μας τους χριστιανούς, όμως, ο θάνατος είναι ολοκλήρωση ενός σχολείου, το σήμα για το τέλος της υπηρεσίας στον στρατό, και γέφυρα για την επιστροφή στην πατρίδα. Στην πραγματικότητα ο θάνατος δεν υπάρχει καθαυτός για εκείνους οι οποίοι πιστεύουν στον Χριστό. Αυτός είπε στη Μάρθα -και τούτο το λέει και σε μας σήμερα- «εγώ είμι η ανάστασις και η ζωή. Ο πιστεύων εις εμέ, καν αποθάνη, ζήσεται- και πας ο ζων και πιστεύων εις εμέ ου μη αποθάνη εις τον αιώνα» (Ιωάν. 11,25-26), Σε ποιον θα πιστεύουμε, εάν όχι στον Χριστό, αδελφέ Σταύρο; Στους ανθρώπους δεν μπορείς να πιστεύεις ούτε όταν λένε το όνομά τους, ακόμα λιγότερο όταν λένε: «Θα σε πληρώσω αύριο», και ελάχιστα όταν μιλούν για βαθιά και υψηλά πράγματα. Εκτός του Υιού του Θεού κανείς δεν ξέρει τίποτα ούτε περί του θανάτου ούτε περί εκείνου που μας περιμένει μετά τον θάνατο. Αλλά Αυτός ήξερε και φανερώθηκε και έδειξε. «Κατεπόθη ο θάνατος εις νίκος» (Α΄Κορ. 15,54), κατά τα λόγια του αποστόλου. Τότε τι έχουμε να φοβόμαστε απ΄ εκείνο που κατεπόθη με την ανάσταση του Χριστού; Δεν συμβαδίζει ο φόβος του θανάτου για τους προσκολλημένους στον Χριστό, τον νικητή του θανάτου και Ζωοδόχο.


Όμως, ένας φόβος παραμένει, εντελώς αμετακίνητος και δικαιολογημένος. Είναι εκείνος ο φόβος, που τον αισθάνονταν και οι άγιες ψυχές στην όψη του θανάτου. Τούτος είναι φόβος όχι από τον θάνατο αλλά από την ανετοιμότητα για εκείνη την αθάνατη ζωή. Ο φόβος από την ακαθαρσία της ψυχής μας. Αφού οι ακάθαρτοι δεν θα δουν τον Θεό, ούτε την πραγματική ζωή στους άγιους ουρανούς.
Ο Κύριος να είναι το θάρρος και η παρηγοριά σου.

Πηγή: (Αγίου Νικολάου Βελιμίροβιτς, “Δρόμος δίχως Θεό δεν αντέχεται”, Εκδ. “Εν πλω”, σ. 269- 272), Η άλλη όψη, Πενταπόσταγμα, Το Zωντανό Iστολόγιο

 Σας άρεσε το άρθρο; Γίνετε μέλη στη σελίδα μας στο Facebook για άμεση ενημέρωση: https://www.facebook.com/hellasorthodoxy

Aγαπη και ταπεινωση, οι δυο αδελφωμενες αρετες

3:30:00 π.μ.
•
- Γέροντα, πώς θα σωθώ με τόσα πάθη που έχω; 
- Με την αγάπη και την ταπείνωση. Μόλις αυξηθούν οι δύο αυτές αρετές, η υπερηφάνεια και η κακία θα μείνουν ατροφικές και τα πάθη θα αρχίσουν να ψυχορραγούν. 

Έτσι όλα τα πάθη σιγά-σιγά θα αφανισθούν και όλες οι άλλες αρετές θα έρθουν μόνες τους. Γι' αυτό στρέψε όλες τις δυνάμεις σου στην αγάπη και στην ταπείνωση. 


Η αληθινή αγάπη είναι αγκαλιασμένη με την ταπείνωση σαν δυο αδέλφια δίδυμα, πολύ αγαπημένα. Η αγάπη δεν χωρίζει από... την ταπείνωση. Μέσα στην αγάπη βρίσκεις την ταπείνωση και μέσα στην ταπείνωση βρίσκεις την αγάπη. 



Για μένα όλη η βάση στην πνευματική ζωή είναι η αγάπη και η ταπείνωση. Όπου υπάρχει αγάπη, κατοικεί ο Χριστός , η Αγάπη , και, όπου υπάρχει ταπείνωση, την Χάρη του Θεού την πιάνει το ενοικιοστάσιο. 
https://www.dimitrisotiropoulosbooks.com/

Τότε παντού βασιλεύει ο Θεός και η γη μεταβάλλεται σε Παράδεισο. Ενώ, όπου λείπει η αγάπη και η ταπείνωση, εκεί κατοικεί το ταγκαλάκι, ο εχθρός, και ζουν από εδώ οι άνθρωποι μαζί του την κόλαση και συνέχεια χειροτερεύουν την θέση τους στην άλλη ζωή. 


Ο ευκολώτερος δρόμος για να σωθούμε είναι η αγάπη και η ταπείνωση γι' αυτά θα κριθούμε. Αυτές οι δύο αρετές συγκινούν και κάμπτουν τον Θεό και ανεβάζουν το πλάσμα Του στον Ουρανό. 


Από τα διακριτικά αυτά- την ταπείνωση και την αγάπη- ξεχωρίζουν οι άγιοι Άγγελοι τα παιδιά του Θεού, τα παίρνουν με αγάπη, τα περνούν άφοβα από τα εναέρια τελώνια και τα ανεβάζουν στον φιλόστοργο Πατέρα Θεό. 


πηγή

 Σας άρεσε το άρθρο; Γίνετε μέλη στη σελίδα μας στο Facebook για άμεση ενημέρωση: https://www.facebook.com/hellasorthodoxy

Η περιοδος του Τριωδιου μας καλει ολους ν' αφησουμε τη ραθυμη και αμαρτωλη ζωη μας...

3:30:00 π.μ.
•

Το κατανυκτικό Τριώδιο ο πιστός χριστιανός το περιμένει με ιδιαίτερη χαρά και νοσταλγία κάθε χρόνο. Η νηστεία, η εγκράτεια, η μετάνοια και η πνευματική χαρμολύπη, είναι βιώματα του ορθοδόξου που ανανεώνονται με το λειτουργικό κύκλο των εορτών του Τριωδίου.
Όποιος μελετήσει με προσοχή το Τριώδιο θα δει με πόση σοφία είναι αρμονισμένη η όλη αρχιτεκτονική του από τους άγιους πατέρας. Ίσως δεν θα μπορούσε να βρεθεί καλύτερος δρόμος για τον ορθόδοξο χριστιανό για να φτάσει στο Πάσχα απ' το Τριώδιο.
Η περίοδος του Τριωδίου μας καλεί όλους ν' αφήσουμε τη ράθυμη και αμαρτωλή ζωή μας και ν' αγωνιστούμε τον καλό αγώνα που μας δείχνει η Εκκλησία, τον αγώνα της εγκράτειας, της νηστείας, της μετανοίας, την κάθαρση της ψυχής και μας πλησιάζει με το Χριστό.

Και πράγματι βλέποντας τον αμαρτωλό τελώνη να στενάζει και να κτυπάει το στήθος του, την οσία Μαρία την Αιγυπτία ν' αγιάζει, την πόρνη να σωφρονεί, το ληστή δίπλα στο Χριστό να θεολογεί και ακούγοντας ακόμα τους κατανυκτικούς ύμνους των εμπνευσμένων υμνογράφων, ο πιστός κατανύγεται, αλλάζει αποφάσεις στο καλύτερο, παίρνει το δρόμο της μετάνοιας και αφήνει τα κρίματα που βάραιναν μέχρι τώρα την ψυχή του και ύστερα «γεύεται πηγής αθανάτου».

https://agiosdimitrioskouvaras.blogspot.gr/2017/02/blog-post_83.html 

 Σας άρεσε το άρθρο; Γίνετε μέλη στη σελίδα μας στο Facebook για άμεση ενημέρωση: https://www.facebook.com/hellasorthodoxy

Η Δευτέρα Παρουσία στη Βυζαντινή και Μεσαιωνική καλλιτεχνική παράδοση

3:30:00 π.μ.
•
Η Δευτέρα Παρουσία-Ι.Μ.Αγ.Αικατερίνης Σινά-12ος αιώνας

Tό εἰκονογραφικό θέμα τῆς Δευτέρας Παρουσίας ἐμπνέεται ἀπό τήν Ἁγία Γραφή καθώς καί ἀπό ποικίλα συγγράμματα τῆς βυζαντινῆς καί μεσαιωνικῆς παράδοσης. Οἱ πιό σημαντικές πηγές τῆς Ἁγίας Γραφῆς πού κατά κάποιον τρόπο καθόρισαν τή διάρθρωση τοῦ εἰκονογραφικοῦ τύπου μποροῦν νά ἀναζητηθοῦν ἀφ᾽ ἑνός στά βιβλία «Δανιήλ» καί «Ἰώβ» τῆς Παλαιᾶς Διαθήκης καί ἀφ᾽ ἑτέρου στήν Καινή Διαθήκη. Πιό συγκεκριμένα, ἡ κύρια πηγή τοῦ βυζαντινοῦ τύπου τῆς Δευτέρας Παρουσίας εἶναι τό Εὐαγγέλιο τοῦ Ματθαίου (25, 31-36). Ὁ Ματθαῖος ἀφηγεῖται μέ παραστατικότητα τήν κρίση καί τῶν διαχωρισμό τῶν ἐκλεκτῶν ἀπό τούς καταδικασμένους, τῶν δικαίων ἀπό τούς ἀδίκους.
Αποτέλεσμα εικόνας για δευτερα παρουσια εικονες
Γεώργιος Κλόντζας-Η Δευτέρα Παρουσία

Ἀπό τήν ἄλλη ὁ Εὐαγγελιστής Μάρκος (12, 25) ἐπιμένει ἰδιαίτερα στήν ἰδέα τῆς ἀνάστασης τῶν νεκρῶν. Τέλος ὁ Εὐαγγελιστής Λουκᾶς (16, 19 - 25) δίνει ἔμφαση στήν παραβολή τοῦ Λαζάρου καί στήν ἀνάσταση τῶν ἐκλεκτῶν, ὁ Ἰωάννης ὑποστηρίζει τήν ἀνάσταση ὅλων τῶν νεκρῶν (5, 28-29). Πέρα ἀπό τή Βίβλο, οἱ ἀμέσως ἑπόμενες πιό σημαντικές πηγές εἶναι ἡ «Ἀπόκρυφη Ἀποκάλυψη Πέτρου», ἡ «Ἀπόκρυφη Ἀποκάλυψη Παύλου» καί ἡ «Ἀποκάλυψη τῆς Παναγίας». Τά κείμενα τῶν Ἀπόκρυφων Ἀποκαλύψεων παρέχουν πληροφορίες σχετικά μέ τίς τιμωρίες τῶν καταδικασμένων καί ταυτόχρονα ἐνέπνευσαν τήν τέχνη τοῦ μεσαιωνικοῦ Βορρᾶ. Ἕνα πολύ σημαντικό ἀποκαλυπτικό κείμενο εἶναι αὐτό τῆς Παναγίας, πού βασίζεται σέ μιά παλαιά βυζαντινή παράδοση, σύμφωνα μέ τήν ὁποία ἡ Παναγία κατέβηκε στήν Κόλαση, εἶδε τά βασανιστήρια τῶν καταδικασμένων στό αἰώνιο πῦρ καί παρενέβει μέ σκοπό νά τούς λυτρώσει. Ἀντίστοιχα γιά τή διάρθρωση τοῦ θέματος στή Δύση εἶναι ὑπεύθυνα τά ἔργα «Legenda Aurea » Jacopo da Voragine, ἡ «Θεία Κωμωδία» τοῦ Δάντη καί τό λεγόμενο «Θέατρο τῶν Μυστηρίων», ὅπως ὀνομάστηκαν θεατρικά ἔργα τῆς ἐποχῆς πού εἶχαν θρησκευτικό καί μυστικιστικό περιεχόμενο καί τά ὁποῖα ἄνθησαν κυρίως στή βόρεια Εὐρώπη.
Αποτέλεσμα εικόνας για a doua venire voronet

Δευτέρα Παρουσία-Μονή Βορονέτς(Ρουμανία 16ος αιώνας)

Ὁ πλήρης εἰκονογραφικός τύπος τῆς Δευτέρας Παρουσίας παρουσιάζεται μόλις τό α΄ μισό του 11ου αἰ. Βέβαια ὑπάρχουν ὁρισμένα πρωιμότερα παραδείγματα, ὅπως ἡ τοιχογραφία τῆς Δευτέρας Παρουσίας στήν Πααγία τῶν Χαλκέων στή Θεσσαλονίκη (9ος αἰώνας). Γενικά ὅμως στή βυζαντινή εἰκονογραφία ἡ ἰδέα τῆς Ἔλευσης τοῦ Κυρίου δέ συνδέεται ἄμεσα μέ τήν εἰκόνα τῆς Κόλασης. Παρόμοια, ἡ ἰδέα τοῦ Κάτω Κόσμου διακρίνεται ἀπό αὐτήν τῆς Κόλασης ὡς τόπου μαρτυρίου. 
Η Δευτέρα Παρουσία-Μονή Ρίλας-Βουλγαρία
https://www.dimitrisotiropoulosbooks.com/
Μιά ἀπό τίς πρῶτες ἀναπαραστάσεις, ὅπου γίνεται κατανοητή ἡ παραπάνω διάκριση, ἀπαντᾶ στό χειρόγραφο τοῦ Κοσμᾶ Ἰνδικοπλεύστη. Σέ αὐτό τό χειρόγραφο εἰκονίζονται οἱ νεκροί νά ἀνασταίνονται ἀπό τόν Κάτω Κόσμο διατεταγμένοι στήν Τρίτη καί κατώτερη σειρά τῆς μικρογραφίας, ἐνῶ στίς δύο ἀνώτερες παριστῶνται τά Τάγματα τῶν Ἀγγέλων καί ὁ ἔνθρονος Χριστός. Ἐπιπλέον, στά παλαιοχριστιανικά μωσαϊκά τῆς Ραβέννας βρίσκουμε ἕνα ψηφιδωτό ἐμπνευσμένο ἀπό τό χωρίο τοῦ Ματθαίου (25, 31), τό ὁποῖο ἀναπαριστᾶ τόν διαχωρισμό τῶν δικαίων καί τῶν ἀδίκων. Ἀπό τά παραπάνω βλέπουμε ὅτι δέν ὑπάρχει καμιά εἰκονογραφική νύξη τῆς Κόλασης ἤ ἔστω τοῦ Παραδείσου.
Αποτέλεσμα εικόνας για Ἡ παράσταση τῆς Δευτέρας Παρουσίας
Δευτέρα Παρουσία - Φραγκιάς Καβερτζάς, 1640 - 1641


Ὡστόσο στό τέλος τοῦ 10ου καί στίς ἀρχές τοῦ 11ου αἰ. διαμορφώνεται ὁριστικά ὁ τύπος τῆς Δευτέρας Παρουσίας καί διαπιστώνεται μιά ἀπροσδόκητη παραγωγή ἔργων τέχνης μέ αὐτό τό θέμα. Στούς ἑπόμενους αἰῶνες τή σκυτάλη παίρνουν μνημεῖα, ὅπως ὁ Ἅγιος Στέφανος καί ἡ Παναγία ἡ Μαυριώτισσα στήν Καστοριά, ἐνῶ κορυφαία τοιχογραφία εἶναι αὐτή τῆς Δευτέρας Παρουσίας στό παρεκκλήσιο στή Μονή τῆς Χώρας. Ὡστόσο ἡ πρώτη ὁλοκληρωμένη ἀναπαράσταση τῆς Δευτέρας Παρουσίας εἶναι τό ψηφιδωτό τοῦ Torcello (νησάκι τῆς Βενετίας). Τό ψηφιδωτό αὐτό θεωρεῖται ἔργο κωνσταντινουπολίτικου ἐργαστηρίου. Τό ψηφιδωτό ἀναπτύσσεται σέ τέσσερα διαζώματα. Ἀρχίζοντας ἀπό τήν κορυφή συναντοῦμε τήν παράσταση τῆς Σταύρωσης καί στή συνέχεια, στό δεύτερο διάζωμα τήν Ἀνάσταση «Εἰς Ἅδου Κάθοδος». Τό ἐκπληκτικό στήν παράσταση αὐτή εἶναι τό μέγεθός της, πού εἶναι πράγματι μεγαλειῶδες. Μάλιστα στή βυζαντινή παράδοση αὐτή ἡ διαδοχή τῶν τριῶν παραστάσεων Σταύρωση - Ἀνάσταση - Δευτέρα Παρουσία εἶναι μοναδική. Ὅμως γενικότερα ἡ συγγένεια τῆς Δευτέρας Παρουσίας μέ τήν Ἀνάσταση δέν πρέπει νά μᾶς ἐκπλήσσει. Ἄλλωστε ἡ ἀναπαράσταση τοῦ Κάτω Κόσμου ἐμφανίζεται ἀρχικά ὡς τμῆμα τοῦ εἰκονογραφικοῦ τύπου τῆς Ἀνάστασης.
Sd τρομακτικό.  Ruska εικονίδιο από sredata στο XV αιώνα.  Novgorodskata από το σχολείο.  Dnes σε Tretyakovskata Gallery στη Μόσχα.  Ρωσική Icon.  Η Δευτέρα Παρουσία.  SourceØ abcgallery.com

Η Δευτέρα Παρουσία-Σχολή του Νόβγκοροντ-15ος αιώνας.Σήμερα στο Μουσείο Τετριακώβ της Μόσχας
Ἀπό τόν 9° αἰ. ἡ εἰκονογραφία τῆς Ἀνάστασης περιλαμβάνει τόν Κάτω Κόσμο ὡς διερμηνεία τῆς Κόλασης. Παράλληλα, ὁ εἰκονογραφικός τύπος τῶν Ἀρχαγγέλων πού πλαισιώνει τήν Ἀνάσταση μοιάζει κατάλληλος γιά τό ἀποκαλυπτικό περιεχόμενο τῆς τοιχογραφίας ἀφοῦ εἶναι συνδεδεμένος μέ τόν Χριστό Παντοκράτορα ἤ τόν Χριστό Δικαστή τῶν Πάντων. Ὡστόσο, ἡ συγγένεια αὐτή μέ τή Δευτέρα Παρουσία καί τήν Ἀνάσταση δέν εἶναι μόνο στιλιστική ἀλλά καί θρησκειολογική. Ὁ Φώτιος, Πατριάρχης Κωνσταντινουπόλεως τόν 10° αἰ. διακήρυξε ὅτι ἡ ἀνάσταση τοῦ Ἀδάμ εἶναι μιά πράξη ἀναδημιουργίας, ἀλλά παράλληλα καί μιά πράξη δικαιοσύνης. Ἡ Ἀνάσταση λοιπόν εἶναι μιά ἀναφορά στή Δευτέρα Παρουσία καί τήν ἔλευση τοῦ Κυρίου πού σκοπό ἔχει τήν κρίση ζώντων καί νεκρῶν. Ἡ συγκεκριμένη διακόσμηση μέ τή Δευτέρα Παρουσία καί τήν Ἀνάσταση συνδέεται μέ τήν παραδοσιακή διενέργεια βαπτίσεων κατά τή διάρκεια τῆς Σαρακοστῆς. Δέν εἶναι τυχαῖο ὅτι ἡ θύρα τοῦ δυτικοῦ τοίχου τῆς santa Maria Assunta ὁδηγεῖ στό βαπτιστήριο τῆς βασιλικῆς, ὅπου πραγματοποιοῦντο οἱ βαπτίσεις πού συμβόλιζαν τό θάνατο, τήν Ἀνάσταση τοῦ Χριστοῦ καί τήν ἄρση τοῦ προπατορικοῦ ἁμαρτήματος. Αὐτή ἡ σύνδεση ἀνάμεσα στή Δευτέρα Παρουσία καί τή Βάπτιση γίνεται αἰσθητή καί στήν τοιχογραφία τοῦ καθολικοῦ της Παναγίας τῆς Μαυριώτισσας. Στή μονή τῆς Καστοριᾶς ἡ ἀνατολική καί ἡ νότια πλευρά τοῦ νάρθηκα καλύπτεται ὡς ἐπί τό πλεῖστον ἀπό τήν παράσταση τῆς Δευτέρας Παρουσίας ἀλλά στά δεξιά της θύρας τῆς εἰσόδου συναντοῦμε μιά μικρότερων διαστάσεων βάπτιση, ἡ ὁποία κατά τή γνώμη μου, δέν τοποθετήθηκε τυχαῖα.
Η Δευτέρα Παρουσία-Ι.Μ.Παναγίας Αγνούντας
Ἄς δοῦμε τήν κυρίως παράσταση τῆς Δευτέρας Παρουσίας. Ἀμέσως δίπλα ἀπό τήν παράσταση τοῦ Χριστοῦ «ἐν δόξῃ» (πού εἶναι ἀναμφισβήτητα ρωμαϊκῆς προέλευσης καί θυμίζει τίς ἀναπαραστάσεις τοῦ αὐτοκράτορα ἐν μέσῳ τοῦ συμβουλίου του), ἔχουμε τή «Δέηση» ἐνῶ στήν ἀμέσως ἑπόμενη σειρά εἰκονογραφεῖται ὁ θρόνος τῆς «Ἑτοιμασίας» (Ψαλμός 88-89, 15). Στό ἴδιο διάζωμα ἕνας ἄγγελος ξεδιπλώνει ἕνα εἰλητάριο διακοσμημένο μέ τά ἀστέρια, πού συμβολίζει τό ἀνακάτεμα τοῦ κόσμου κατά τή Δευτέρα Παρουσία (Ἀποκάλυψη 6, 14) καί τέσσερις ἄγγελοι μέ τίς τρομπέτες τούς ξυπνοῦν τούς νεκρούς ἀπό τή γῆ καί τή θάλασσα. Τέλος, στά δύο τελευταῖα διαζώματα βρίσκεται τό κυρίως δρᾶμα. Ἔχουμε τίς παραστάσεις τοῦ Παραδείσου καί τῆς Κόλασης. Τό πρῶτο διάζωμα κατακλύζεται ἀπό τούς ἐκλεκτούς, ἐνῶ ἡ δεξιά πλευρά κυριαρχεῖται ἀπό τή μορφή τοῦ Σατανᾶ. Στόν ἐνδιάμεσο χῶρο εἰκονίζεται ἐπίσης ἕνα τυπικό βυζαντινό θέμα, ἡ λεγόμενη «Ψυχοστασία», τό ζύγισμα τῶν ψυχῶν ἀπό τόν Ἀρχάγγελο Μιχαήλ. Τέλος, στό τελευταῖο διάζωμα ἔχουμε στά δεξιά (μέ βάση τά βασανιστήρια τῆς Κόλασης. Ὁ Παράδεισος στή βυζαντινή παράδοση ἀντιπροσωπεύεται ἀπό τούς τρεῖς Πατριάρχες Ἀβραάμ, Ἰσαάκ καί Ἰακώβ. Ἡ μεγαλύτερη σημασία δίνεται στόν Ἀβραάμ, ὁ ὁποῖος πάντοτε κρατᾶ στά χέρια του τό Λάζαρο (Λουκᾶς 16, 19 - 25). Ἐπιπλέον, στίς πύλες τοῦ Παραδείσου συναντοῦμε τίς ψυχές τῶν ἀθώων, τήν Παναγία, τόν Ἅγιο Πέτρο, τόν Ἀρχάγγελο Γαβριήλ καί τόν καλό ληστή, τόν πρῶτο ἄνθρωπο πού εἰσῆλθε στόν Παράδεισο σύμφωνα μέ τή ὑπόσχεση τοῦ Χριστοῦ στό Γολγοθᾶ.

Τέλος, στήν ἀριστερή πλευρά εἰκονίζονται οἱ τιμωρίες τῶν καταδικασμένων. Πιό συγκεκριμένα, οἱ λάγνοι καίγονται σέ ἑστίες πυρός, οἱ ἄδικοι κατασπαράζονται ἀπό φίδια, οἱ φιλάργυροι βασανίζονται ἀπό τή φωτιά καί οἱ νωθροί ἀπεικονίζονται διαμελισμένοι. Ἡ ἀπόδοση τῶν τιμωριῶν στή βυζαντινή παράδοση βασίστηκε στό Μέγα Γρηγόριο, ὁ ὁποῖος κήρυξε ὅτι ἡ τιμωρία τῆς καταδικασμένης ψυχῆς εἶναι ἡ αἰώνια φωτιά, τό «αἰώνιο πῦρ». Τό ποτάμι τοῦ αἰώνιου πυρός ξεκινᾶ ἀπό τά πόδια τοῦ Χριστοῦ - Δικαστῆ καί καταλήγει στούς κολασμένους. Ἀπό τήν ἄλλη πλευρά ὁ Ἅγιος Αὐγουστίνος στό ἔργο του «Elucidiarum» ἀναφέρει ὅτι ἐννέα εἶναι τά βασικά βασανιστήρια τῆς Κόλασης: (α) ἡ φωτιά, (β) τό κρύο, (γ) τά φίδια, (δ) ἡ ἀποκρουστική μυρωδιά, (ε) τό μαστίγωμα, (στ) τό σκότος τῆς ἀβύσσου, (ζ) ἡ ντροπή τῆς γυμνότητας, (η) ὁ δρόμος τῶν δαιμόνων, (θ) οἱ ἁλυσίδες φωτιᾶς.



Ἡ Δυτική παραδοχή

Σύμφωνα μέ ὁρισμένους ἱστορικούς τῆς Τέχνης τό εἰκονογραφικό θέμα τῆς Δευτέρας Παρουσίας στή Δυτική τέχνη δέν εἶναι βυζαντινῆς προέλευσης. Ὑφίσταται μιά μακρά παράδοση αὐτοῦ τοῦ θέματος στή Γαλλία, ὅπου χρησιμοποιήθηκε κύρια γιά τή γλυπτική διακόσμηση τῶν θυρῶν τῶν μεσαιωνικῶν καθεδρικῶν ναῶν. Συγκεκριμένα, στή Γαλλία οἱ πρῶτες ἀναπαραστάσεις τῆς Δευτέρας Παρουσίας συνίστανται στήν εἰκόνα τοῦ Χριστοῦ ἐν δόξῃ ἐν μέσῳ τῶν θηρίων τῆς Ἀποκάλυψης, Εὐαγγελιστῶν, γερόντων καί σαλπιζόντων Ἀγγέλων. Μέ ἄλλα λόγια, τό κείμενο πού ἐμπνέει τά ἔργα αὐτά εἶναι τό βιβλίο τῆς «Ἀποκάλυψης». Πολύ ἀργότερα εἰσάγεται καί τό εἰκονογραφικό θέμα τῆς Κρίσης, ὅπως περιγράφεται ἀπό τόν Ματθαῖο καί ἔχουμε τήν ἔγερση τῶν σωμάτων, τήν κρίση καί τό διαχωρισμό δικαίων καί ἀδίκων. Γενικότερα, ἡ Δευτέρα Παρουσία στή βόρειο-εὐρωπαϊκή τέχνη ἔχει ἕνα ἔντονο ἀποκαλυπτικό καί ἐσχατολογικό περιεχόμενο, τονίζεται δηλαδή περισσότερο ὁ Θρίαμβος τοῦ Κυρίου παρά ἡ Θεία Κρίση.

Στήν Ἰταλία τό συγκεκριμένο θέμα εἶναι προϊόν συνάντησης τῆς Ἀνατολικῆς καί Δυτικῆς Παράδοσης. Τά κείμενα πού ἐπέδρασαν στή διαμόρφωση τοῦ θέματος εἶναι ἡ «Θεία Κωμωδία» τοῦ Δάντη καί συγκεκριμένα τό πρῶτο μέρος τοῦ ἔργου μέ τόν τίτλο «Inferno » (Κόλαση) καθώς καί τό «Legenda Aurea» τοῦ Jacobo da Vorgine καί συγκεκριμένα τό κεφάλαιο «De Adventu Domini» (Ἡ Ἔλευση τοῦ Κυρίου). Τό κύριο χαρακτηριστικό της Δυτικῆς εἰκονογράφησης τῆς Δευτέρας Παρουσίας εἶναι ἡ ἔμφαση πού δίνεται στόν Χριστό στόν ρόλο τοῦ Κριτῆ καί στήν τελική Κρίση. Ἡ ἀνθρώπινη ζωή τήν ἐποχή τοῦ Μεσαίωνα ἀντιμετωπίζεται ὡς μιά διαδικασία τῆς ὁποίας κάθε πράξη ἐπικυρώνεται ἀπό μιά δικαστική ἀπόδοση. Συνεπῶς, στίς ἀναπαραστάσεις τῆς Δευτέρας Παρουσίας ὁ Χριστός εἶναι ὁ δικαστής ἐν μέσῳ δωδεκαμελοῦς δικαστηρίου, τῶν Ἁγίων Ἀποστόλων. Τό δεύτερο σημαντικό στοιχεῖο εἶναι ἡ εἰκονογράφηση τοῦ Παραδείσου καί τῆς Κόλασης ὡς συγκεκριμένων τοποθεσιῶν καί τέλος, ἡ ἐπιβλητική παρουσία τοῦ Σατανᾶ, καθώς καί ἡ λεπτομερής περιγραφή τῶν βασανιστηρίων τῶν ἁμαρτωλῶν. Ἐδῶ θά ἀρκεστοῦμε στό παράδειγμα τοῦ Giotto.

Αποτέλεσμα εικόνας για Giotto Cappella Scrovegni Il Giudizio Universale


(Ἡ Δευτέρα Παρουσία τοῦ Giotto στήν Capella Scrovegni στήν Πάδοβα)



Στήν τοιχογραφία αὐτήν πού χρονολογεῖται τό 1305 καί ἡ ὁποία βρίσκεται στήν Capella Scrovegni στήν Πάδοβα. Ἰδιαίτερη σημασία δίνεται στήν παρουσία τοῦ Χριστοῦ ὡς Κριτῆ. Τό ἀποκαλυπτικό πρόσωπο τοῦ Χριστοῦ ἐπαληθεύεται καί ἀπό τίς χειρονομίες, ἀφοῦ μέ τό δεξιό χέρι εὐλογεῖ τούς ἐκλεκτούς, ἐνῶ μέ τό ἀριστερό ἀποδοκιμάζει τούς καταραμένους. Ἀμέσως ἀπό κάτω, ὁ χῶρος καταλαμβάνεται ἀπό ἕναν μεγάλο Σταυρό. Εἶναι καθαρά Δυτικῆς προέλευσης τό μοτίβο πού θέλει τήν εἰκονογράφηση τῶν ὀργάνων τοῦ Πάθους στή Δευτέρα Παρουσία. Ὅσο ἀφορᾶ τήν εἰκονογράφηση τοῦ Παραδείσου καί αὐτή διαφέρει σημαντικά. Ἀρχικά ἀνάμεσα στά πρόσωπα τῶν ἐκλεκτῶν ἀναγνωρίζουμε συγκεκριμένες μορφές, ὅπως ἡ Παναγία ἡ ὁποία διαδραματίζει σημαντικό ρόλο ὡς μεσολαβήτρια τῶν ψυχῶν. Τέλος φτάνουμε στήν Κόλαση, ἡ ὁποία εἰκονίζεται ὡς συγκεκριμένη τοποθεσία καί ὄχι τόσο ὡς προορισμός. Ἡ Κόλαση τοῦ Giotto κυριαρχεῖται ἀπό τήν παρουσία τοῦ Σατανᾶ. Εἰκονίζεται ὄρθιος σέ πλήρη διάσταση, σχεδόν φουσκωμένος ἀπό τό φαγητό νά κατασπαράζει ἕναν ἁμαρτωλό καθώς φίδια βγαίνουν ἀπό τά αὐτιά του. Παρόμοια περιγραφή βρίσκουμε στήν «Κόλαση» τοῦ Δάντη. Ἡ πηγή γιά τή γέννηση αὐτῆς τῆς σκηνῆς εἶναι τό βιβλίο τοῦ Ἰώβ, ὅπου τό στόμα-τέρας ὀνοματίζεται Λεβιάθαν, καθώς καί οἱ ὁμιλίες τοῦ Ἁγίου Γρηγορίου τοῦ Θεολόγου. Ὁ σπαραγμός ἀπό τό Στόμα τῆς Κόλασης σημαίνει τήν ὕστατη καταδίκη. Ὁ Ἅγιος Γρηγόριος στό ἔργο του «Τά Ἠθικά τοῦ Ἰώβ» ἀναφέρεται στό ἀδαμιαῖο ἁμάρτημα μέ τήν ἑξῆς μεταφορά:
Ο Χριστός Παντοκράτωρ και η Τελική Κρίση. Ιταλία, 1300 Μωσαϊκό στο Βαπτιστήριο του San Giovanni στη Φλωρεντία

«Ὁ Ἀδάμ πιστεύοντας στό Σατανά, αὐτομάτως καταδίκασε τόν ἑαυτό του νά καταβροχθιστεῖ ἀπό τό στόμα του». Ἡ δημιουργική φαντασία, ὡστόσο, τῶν καλλιτεχνῶν τοῦ Μεσαίωνα ἐξαντλεῖται στήν ἀπεικόνιση τῶν βασανιστηρίων στά ὁποῖα ὑποβάλλονται οἱ καταδικασμένοι. Αὐτά συνήθως μοιάζουν νά ἔχουν ξεπηδήσει ἀπό τή «Θεία Κωμωδία» τοῦ Δάντη καί ὁρισμένα θυμίζουν καί τήν Ἀπόκρυφη Ἀποκάλυψη Παύλου, ἔργο εὐρείας ἀποδοχῆς, τό ὁποῖο ἀναφέρει χαρακτηριστικά ὅτι οἱ σημαντικότερες ἁμαρτίες εἶναι ἡ τοκογλυφία καί ἡ ὁμοφυλοφιλία καί οἱ ποινές πού ἐπιβάλλονται εἶναι οἱ ἑξῆς: (α) τά φλεγόμενα δέντρα, ἀπ᾽ ὅπου ἀπαγχονίζονται οἱ ἁμαρτωλοί, (β) ὁ φοῦρνος μέ τή φωτιά, τό χιόνι ἤ τόν πάγο, (γ) ἡ γέφυρα ἀπ᾽ ὅπου οἱ καταδικασμένοι πέφτουν στή φωτιά, (δ) ὁ τροχός τῆς φωτιᾶς, (ε) ὁ βράχος μέ τά χίλια σκαλιά. Ὁ Giotto μέ τήν εὐγλωττία του ἀποτυπώνει μέ τή χρήση ἀνεκδοτολογικῶν ἐπεισοδίων κάποια παραπάνω βασανιστήρια. Ἕνα ἐπιπρόσθετο στοιχεῖο πού καθιστᾶ τή Δευτέρα Παρουσία πιό δραματική εἶναι οἱ χειρονομίες καί οἱ ἐκφράσεις ἀπελπισίας καί ἀπόγνωσης πού συνοδεύουν τίς μορφές τῶν καταραμένων καί ὀπτικοποιοῦν τό φόβο τους. Ἡ εἰκόνα τοῦ Ἰούδα ἀπό τήν ἄλλη πλευρά εἶναι ἐπίσης ἰταλικῆς προέλευσης. Συνήθως παρίσταται τή στιγμή τῆς αὐτοκτονίας του, νά κρέμεται ἀπό τό δέντρο. Στήν Capella Arena εἰκονογραφεῖται μέ ἀκόμα πιό εἰδεχθή τρόπο, νά χύνονται τά ἐντόσθια του. Ὁ λόγος γιά τόν ὁποῖο ἡ παρουσία τοῦ Ἰούδα εἶναι τόσο ἐμφατική, εἶναι τό γεγονός ὅτι ἀντιπροσωπεύει τήν ἁμαρτία τῆς τοκογλυφίας καί τῆς φιλαργυρίας. Στό μεσαιωνικό κόσμο δύο ἦταν τά μεγαλύτερα θανάσιμα ἁμαρτήματα: ἡ τοκογλυφία καί ὁ σοδομισμός.
Αποτέλεσμα εικόνας για Giotto Cappella Scrovegni Il Giudizio Universale


(Λεπτομέρεια ἀπό τήν παράσταση «Ἡ Δευτέρα Παρουσία» τοῦ Giotto στήν Capella Scrovegni)


Ἀπό τόν 13° αἰ. καί ἔπειτα καθίσταται ὅλο καί πιό ἔντονη καί τρομακτική ἡ ἀπεικόνιση τοῦ θανάτου καί τῶν βασανιστηρίων, προφανῶς οἱ μεγάλες ἐπιδημίες λοιμοῦ, ὅπως ἡ ἐπιδημία τοῦ 1340, ἄφησαν τά ἴχνη τους στό συλλογικό ἀσυνείδητο τῶν καλλιτεχνῶν. Τήν ἴδια ἐποχή ἀλλάζει ἡ φιλοσοφική ἔννοια τοῦ θανάτου, ὁ ὁποῖος ἀπό ἕνα θάνατο-λύτρωση πού συμβολίζει τή συμπύκνωση τῆς ζωῆς καθίσταται ὁ θάνατος πού συμβολίζει τήν ἀπελπισία καί τήν ἀπόγνωση γιά τήν ἀπώλεια τῆς ζωῆς. Ἡ χρήση αὐτοῦ τοῦ εἰκονογραφικοῦ τύπου ἀπό τήν ὀρθόδοξη καί τήν καθολική Ἐκκλησία εἶχε ὡς σκοπό τόν ἄμεσο ἔλεγχο καί τό χειρισμό τοῦ ὑποσυνειδήτου τῶν πιστῶν καί ἦταν ἕνας τρόπος ἐπιβολῆς τῆς ἐξομολόγησης. Μάλιστα, ὁ Baschet τονίζει ὅτι ἡ ἀνάπτυξη τοῦ θέματος τῆς Κόλασης καί τῶν βασανιστηρίων ἦταν ἀνάλογη μέ τήν ἀνάπτυξη καί τῶν ἐκσυγχρονισμό τῶν πόλεων. Ὅσο πιό μοντέρνος καθίστατο ὁ τρόπος ζωῆς, τόσο μεγαλύτερη χειραγώγηση καί καθοδήγηση χρειαζόταν ἀπό τήν πλευρά τῆς Ἐκκλησίας καί τόσο πιό τρομακτικές γίνονταν οἱ παραστάσεις τῆς Τελικῆς Κρίσης-Δευτέρας Παρουσίας. Καί μέσα ἀπό αὐτό τό πρίσμα χρειάζεται νά δοῦμε τίς τροποποιήσεις στήν ἐκφραστική τῆς τέχνης.



ΒΙΒΛΙΟΓΡΑΦΙΑ

1. Philippe Aries, Patricia M. Ranum, Western attitude towards death from the middle ages to the Present, Baltimore 1974.
2. Mosche Barasch, Gestures of despair in medieval and early renaissance art, New York 1976.
3. Jerome Baschet, Les justice de I’ au del’ a, Les representation de I’ enfer en Italie (XII - IV siecle), Rome 1993.
4. E. Bertaux, Arts dans I’ Italie meridionelle, II vol., Paris 1994.
5. P. Brieger, M. Millard, Ch. Singleton, Illuminated manuscripts of the divine comedy, London 1969.
6. J. Caroll, Exiles of eternity an exposition of Dante’s inferno, London 1909.
7. An. Cassel, Dante's fearful art of justice, Canada 1904.
8. A.M. Cocagnac, Le jugement dernier dans I’ art occidental, Paris 1955.
9. An. Derbes - M. Sandona, “Baren Metal and the Fruitful Womb: The program of Giotto's Arena chapel in Padua”, Art Bulletin 80, 1998, σσ. 274-291.
10. M. Garidis, «Etudes sur le jugement dernier post byzantine du XVE a la fin du XΙΧe siecle, Iconographie, Estetique», Ἑταιρεία Μακεδονικῶν Σπουδῶν, Θεσσαλονίκη 1985.
11. A. Kartsonis, The making of an image, Princenton 1986.
12. E. Male, Religious art in France in the Middle ages, a study of medieval iconography and its sources, Princeton 1986.
13. Ν. Μουτσόπουλος, Καστοριά, Παναγία Μαυριώτισσα, Ἀθήνα 1967.

Ἀνδρέου Χρονάκη,ἱστορικοῦ
Διμηνιαῖο Ὀρθόδοξο Περιοδικό τῆς Ἱερᾶς Μητροπόλεως Ἱεραπύτνης καί Σητείας.

ΡΑΓΔΑΙΕΣ ΕΞΕΛΙΞΕΙΣ: Ο π. Νικολαος Μανωλης ανακοινωσε τη διακοπη της μνημονευσης του Επισκοπου του

2:30:00 π.μ.
•
ΕΚΤΑΚΤΟ: Ο πρωτοπρεσβύτερος π.Νικόλαος Μανώλης, σήμερα το πρωΐ στον Ιερό Ναό Αγίου Σπυρίδωνα Τριανδρίας, στο κύρηγμά του, ανακοίνωσε την απόφασή του, να διακόψει τη μνημόνευση του Επισκόπου του, Μητροπολίτη Θεσσαλονίκης Ανθίμου. Σε λίγο θα έχουμε περισσότερες λεπτομέρειες.  

https://www.dimitrisotiropoulosbooks.com/

Κατάνυξη Νέα ενημέρωση:
Δείτε το σχετικό βίντεο εδώ

ΚΥΡΙΑΚΗ ΤΗΣ ΑΠΟΚΡΕΩ. Αγάπη. Ναι ποιά αγάπη;

2:30:00 π.μ.
•
«ἐφ' ὅσον ἐποιήσατε ἑνὶ τούτων τῶν ἀδελφῶν μου τῶν ἐλαχίστων, ἐμοὶ ἐποιήσατε» 
 1. Η σημερινή ευαγγελική περικοπή έρχεται να μας υπενθυμίσει μια μεγάλη αλήθεια. Την περασμένη Κυριακή μίλησε το ιερό Ευαγγέλιο για την αγαθότη­τα του Θεού- Πατέρα, που περιμένει το πλάσμα του να επιστρέψει. Αυτό όμως δεν πρέπει να μας κάμει να ξεχάσουμε και την δικαιοσύνη Του. Ο Θεός δεν είναι μονάχα στοργικός Πατέρας. Είναι και δίκαιος Κριτής. 
«Οὔτε ὁ ἔλεος αὐτοῦ ἄκριτος, οὔτε ἡ κρίσης ἀνελεήμων» λέγει ο Μ. Βασίλειος. Θα κρίνει τον Κόσμο, μας λέγει το Ευαγγέλιο, και μάλιστα όχι αυθαίρετα, αλλά σύμφωνα με τα έργα μας. Μας φέρνει, λοιπόν, η σημερινή περικοπή ενώπιον του γεγονότος της κρίσε­ως. Και λέμε «γεγονότος», γιατί η παγκόσμια κρίση αποτελεί για την πίστη μας εσχατολογική βεβαιότητα και πραγματικότητα, που ομολογείται σ' αυτό το Σύμ­βολο μας ως εκκλησιαστική πίστη: «Και πάλιν ἐρχόμενον κρῖναι ζῶντας καί νεκρούς...».

 Καλούμεθα, λοιπόν, σήμερα να συνειδητοποιή­σουμε τρία πράγματα. 


https://www.dimitrisotiropoulosbooks.com/
 Πρώτον, ότι Κριτής μας θα είναι ο Ι. Χριστός, ως Θεός. Σωτήρ ο Χριστός αλλά και Κριτής. Αν την πρώτη φορά ήλθε ταπεινός στη γη, «ἵνα σώσῃ τόν κόσμον», τώρα θα έλθει «ἐν τῇ δόξῃ αὐτοῦ», ίνα κρίνη τον κόσμον. Αυτός που έγινε για μας «κατάρα» πάνω στον Σταυρό, έχει κάθε δικαίωμα να μας κρίνει, αν αφήσαμε να μείνει μέσα μας και στην κοινωνία μας ανενέργητη η θυσία Του.

 Δεύτε­ρον θα κρίνει όχι μόνο τούς Χριστιανούς, ούτε μόνο τούς εθνικούς, όπως πίστευαν οι Εβραίοι για την κρί­ση του Θεού. Θα κρίνει όλους τούς ανθρώπους, χρι­στιανούς και μη, πιστούς και απίστους. 

Τρίτον βάση της κρίσεως, το κριτήριο, θα είναι η αγάπη. Η στάση μας δηλαδή απέναντι στους συνανθρώπους μας. Καθο­λική - παγκόσμια η κρίση, καθολικό - παγκόσμιο και το κριτήριο. Ο παγκόσμιος νόμος της ανθρωπιάς, στον όποιο συναντώνται όλοι, χριστιανοί και μη. Και όσοι εγνώρισαν τον Χριστό και όσοι δεν μπόρεσαν να τον γνωρίσουν και γι' αυτό έμειναν μακριά από το Ευαγγέλιό Του. Στο νόμο αυτό, δεν υπάρχει χώρος για προφάσεις και δικαιολογίες. Η πείνα, η δίψα, η γύ­μνια, η αρρώστια, η φυλακή βοούν, δεν μπορούν να μείνουν κρυφά, για να έχει το δικαίωμα να ισχυρισθεί κάποιος πώς δεν τα πρόσεξε... Δεν μπορεί να τ' αγνοή­σει κανείς, χωρίς προηγουμένως να παύσει να έχει συναισθήματα ανθρώπου, αν δεν έχει τελείως «αχρειώσει», εξαθλιώσει, την εικόνα του Θεού μέσα του.

2. Το συγκλονιστικό μεγαλείο και την φρικτότητα της ώρας της Κρίσεως ζωγραφίζουν με υπέροχα χρώ­ματα οι ύμνοι της ημέρας. «Ὦ, ποία ὥρα τότε! ὅταν... τίθωνται θρόνοι καί βίβλοι ἀνοίγωνται, καί πράξεις ἐ­λέγχωνται καί τά κρυπτά τοῦ σκότους δημοσιεύον­ται»! Είναι φρικτή και η απλή σκέψη της ώρας της κρίσεως, γιατί όχι μόνο υπενθυμίζει την ανετοιμότητά μας να εμφανισθούμε μπροστά στο βήμα του φοβερού Κριτού, αλλά και διότι αποκαλύπτει την τραγικότητα της ζωής μας, την οποία δαπανάμε μέσα σε έργα μα­ταιότητος, που δεν αντέχουν στο φως της αιωνιότητος. Δεν δικαιούμεθα ενώπιον του κριτού μας για όσα ο κόσμος θεωρεί μεγάλα και σπουδαία: γνώσεις, θέ­σεις, τίτλους, αξιώματα, πλούτο, δόξα. Αυτά όλα είναι δυνατό μάλιστα να οδηγήσουν στην καταδίκη μας.

 Κρινόμεθα βάσει της έμπρακτης εφαρμογής της αγά­πης μας. Όχι ως άτομα δηλαδή, αλλά ως μέλη της αν­θρώπινης κοινωνίας. Ο Θεός δεν έπλασε άτομα, αυτό­νομα και ανεξάρτητα. Μάς έπλασε, για να γίνουμε πρόσωπα και κοινωνία προσώπων. Και οι μεγαλύτε­ρες αρετές, αν μείνουν απλώς ατομικές, είναι μετοχές χωρίς αντίκρυσμα ενώπιον του Μεγάλου Κριτού. Για­τί δεν βρήκαν την πραγμάτωση τους μέσα στην αν­θρώπινη κοινωνία. Δεν καταξιώθηκαν σε διακονίες. Έτσι λ.χ. η γνώση είναι θεία ευλογία, όταν όμως θηρεύεται για χάρη του συνανθρώπου, για την διακονία του πλησίον. Το ίδιο και η εγκράτεια και η ευλάβεια, και η νηστεία και σύνολη η άσκησή μας. Αν όλα αυ­τά γίνονται για μια ατομική δικαίωση και όχι ως δια­κονία των αδελφών, των πλησίον, μας ελέγχει η φωνή του Θεού: «Ἔλεον θέλω καὶ οὐ θυσίαν» (Ματ. θ΄ 13)! Αγάπη θέλω και όχι την θρησκευτικότητα, που αποβλέπει στην αυτοέξαρση και την αυτοπροβολή. Πού βλέπει τον τύπο ως πεμπτουσία της ευσέβειας.

3. Ο κόσμος έχει μάθει να εξαγοράζει τα πάντα, ακόμη και τις συνειδήσεις. Στο χώρο όμως της πίστε­ως δεν ισχύει ο νόμος αυτός. Η ατομική ευσέβεια δεν μπορεί να εξασφαλίσει θέση στην βασιλεία του Θεού, αν δεν γίνει πρώτα εκκλησιαστική, αν δεν συνοδεύε­ται δηλαδή από τα έργα της αγάπης. Ο στίβος του χριστιανού είναι και η κοινωνία και όχι μόνο το «ταμιείον». Εις το ταμιείον του καταφεύγει ο Χριστια­νός για τον πνευματικό του ανεφοδιασμό. Ποτέ όμως δεν εξαντλείται η πολιτεία του στο στενό χώρο της α­τομικότητας του. Αν η πνευματικότητα μας είναι ορ­θή, θα οδηγεί σε ανιδιοτελή αγάπη. Ας το ακούσουμε μια για πάντα: Το επιχείρημα των γλυκανάλατων χρι­στιανών της ανευθυνότητος και του «λάθε βιώσας» δεν έχει καμμιά δύναμη: «Κύτταξε την ψυχή σου» δεν σημαίνει τίποτε περισσότερο από δειλία και υποχώ­ρηση, αν δεν συνοδεύεται και από το στίβο: «Πάλευσε για να φτιάξεις τη χριστιανική σου κοινωνία». Διαφορετικά είμασθε κατά λάθος ανάμεσα σε χριστια­νούς. Η θέση μας είναι κάπου στην Άπω Ανατολή, στη νέκρωση του νιρβάνα.

4. Αισθάνομαι όμως την ανάγκη να προλάβω στο σημείο αυτό μια απορία. Αν κρινόμασθε βάσει της έμπρακτης αγάπης μας, τότε που πηγαίνει η πίστη; Ποια σημασία έχει ο υπέρ της πίστεως και της καθαρότητος του δόγματος αγώνας; Αν δεν έχει διαστά­σεις αιώνιες, τότε γιατί να γίνεται;

  Κατά την ώρα της κρίσεως η πίστη, και ως αφο­σίωση και ως διδασκαλία, δεν αποκλείεται, όπως πι­στεύουν εν πρώτοις πολλοί. Προϋποτίθεται. 
Κριτής μας είναι Ο ΧΡΙΣΤΟΣ. Μας σώζει η μας κατακρίνει η συμπεριφορά και στάση μας απέναντι Του. Γιατί μας διευκρινίζει ότι στο πρόσωπο Του αναφέρεται κάθε πράξη μας προς τον συνάνθρωπό μας, καλή ή κακή. Ηθικά αδιάφορες πράξεις δεν υπάρχουν. Αν τονίζει σαν κριτήριο την αγάπη, δεν σημαίνει πώς θέλει ν' αποκλείσει την πίστη. Θέλει να προλάβει ακριβώς την καταδίκη της πίστεως εκ μέρους μας σ' ένα σύνολο θεωρητικών αληθειών χωρίς ανταπόκριση και εφαρ­μογή στη ζωή μας. 
Όπως ο κεκηρυγμένος άθεος και ο συνειδητός αρνητής της πίστεως μεταφράζει την α­θεΐα και απιστία του σε αντίθεα έργα, έτσι και ο πιστός πρέπει να κάμει την πίστη του κινητήρια δύναμη της ζωής του. Γιατί «ἡ πίστις χωρίς τῶν ἔργων» (Ιακ. β΄ 20) της α­γάπης, είναι νεκρά. Δεν αποκλείει, λοιπόν, την πίστη, αφού αυτή είναι η προϋπόθεση του ορθού βίου και της σωτηρίας. Αλλά και κάτι περισσότερο. Όχι μόνο «ὁ μή πιστεύσας» (εις τον Χριστό) δεν σώζεται, αλλά και ο μη ορθώς πιστεύσας. Ο Θεός δεν είναι μόνο α­γάπη, είναι και αλήθεια (Ιωαν. ιδ' 6· Α' Ιωαν. δ' 8· δ' 16· ε' 6) και μάλιστα Αυτοαλήθεια. Όποιος προδίδει την αλήθεια προδίδει και την αγάπη. Η αγάπη του Χριστού «συγχαίρει δε τῇ ἀληθείᾳ» (Α΄ Κορ. ιγ΄ 6) συζεί δηλαδή και συνευδοκιμεί με την αλήθεια, δεν υπάρχει χωρίς αυ­τήν. Να λοιπόν πώς καταξιώνεται ο αγώνας για την καθαρότητα του δόγματος. Γιατί είναι αγώνας για την αγάπη, είναι η μεγαλύτερη εκκλησιαστική διακονία. Είναι αγώνας πρώτιστα κοινωνικός, γιατί γίνεται χά­ριν του Λαού του Θεού, για να μείνει ανεπηρέαστος α­πό την πλάνη, που είναι πραγματική αυτοκτονία.
Αδελφοί μου!
Όταν ο Χριστός μας ανέφερε την παραβολή της Κρίσεως, οι λόγοι Του μπορούσαν να νοηθούν όχι μό­νο σε συνάρτηση προς τούς συγχρόνους του, αλλά και προς όσους έζησαν πριν απ' Αυτόν. Όσοι δεν γνώρισαν τον Χριστό, μπορούν να έχουν λόγους να κριθούν μόνον για την αγάπη τους, μολονότι αγάπη χωρίς πίστη στον Θεό δεν είναι ποτέ δυνατόν να υπάρχει. Όποιος ειλικρινά ασκεί την αγάπη «δέχεται» τον Θεό, έστω και αν τον αγνοεί. Ο άπιστος δεν δύνα­ται να έχει παρά μόνο φαινομενικά αγάπη. Και μόνο εκεί, που υπάρχει βάπτισμα και «άγιο Πνεύμα», είναι δυνατό να υπάρξει «τελεία αγάπη», αγάπη χριστιανι­κή.

Το ζήτημα όμως πρέπει, νομίζω, να τεθεί κατ' άλ­λο τρόπο. Όταν εμείς σήμερα ακούμε την παραβολή, δύο χιλιάδες χρόνια μετά την σάρκωση του Υιού του Θεού, πώς είναι δυνατόν να χωρίσουμε από την αγά­πη μας την (ορθή) πίστη; Το Ευαγγέλιο λέγει καθαρά: «ὁ… μὴ πιστεύων ἤδη κέκριται, ὅτι μὴ πεπίστευκεν εἰς τὸ ὄνομα τοῦ μονογενοῦς υἱοῦ τοῦ Θεοῦ» (Ίωαν. γ' 18). Μετά την ένσαρκη δηλαδή οικονομία η κρίση εί­ναι συνέπεια της στάσης κάθε ανθρώπου έναντι του Χρίστου. Κριτήριο μένει η αγάπη. Αγάπη όμως που προϋποθέτει την εις Χριστόν πίστη. Γιατί αυτή είναι η μόνη αληθινή. Αυτή μονάχα δικαιώνει και σώζει...
Πρωτοπρεσβύτερου Γεωργίου Δ.Μεταλληνού 

ΦΩΣ ΕΚ ΦΩΤΟΣ«Κηρύγματικές σκέψεις στα ευαγγελικά αναγνώσματα»

Εκδόσεις "Ορθόδοξος Κυψέλη"

Πρώτο Ψυχοσάββατο...

6:30:00 μ.μ.
•


ΠΗΓΗ
https://www.dimitrisotiropoulosbooks.com/

Ψυχοσάββατον (1907) Αλέξανδρος Μωραϊτίδης

4:20:00 μ.μ.
•

Είχε διαβάσει εις το Ευαγγέλιον, αλλά και πολλαίς φοραίς του εξηγούσεν ο μακαρίτης ο Γέροντας, ο πνευματικός της νήσου, με τα μεγάλα μάτια και την χονδρήν φωνήν, πως η ψυχή είνε πλέον πολύτιμον πράγμα από το σώμα, και, αν την χάση κανείς, με τίποτε πλέον, ουδέ με τον κόσμον όλον, δεν ημπορεί να την εξαγοράση . . . Το επίστευεν αυτό, και περισσότερον ακόμα επίστευε την φωνήν του Γέροντα, οπού χονδρά-χονδρά αντηχούσεν έως μέσα εις την καρδίαν του πάντοτε:
— «Ή τι δώσει άνθρωπος αντάλλαγμα της ψυχής αυτού; . . .»
Διά τούτο ο Γεωργάκης της Λιμπέρταινας δεν ελυπήθη τόσον, όταν έμαθε τον θάνατον της μητέρας του, όσον τώρα, οπού εξημέρωνε το ψυχοσάββατον, το πρώτον ψυχοσάββατον, μετά τον θάνατόν της. Η σκούνα, με την οποίαν εμπαρκάρισεν ως ναύκληρος, ήτο αραγμένη εις μίαν έρημον ακτήν, παρά την είσοδον του Ελλησπόντου, από παρακαιρόν. Είχον φορτώσει τούβλα από τη Μασσαλίαν, προωρισμένα διά τον σιδηρόδρομον της Ανατολής, τα οποία έπρεπε να παραδώσουν εις Νικομήδειαν, και εξ αιτίας ισχυρών βορείων ανέμων εχασομερούσαν τώρα τόσαις ημέραις έξω από το Σιτλί-Μπαχάρ.
Από το πρωί ακόμα, την Παρασκευήν, σαν εκύτταξε την Σύνοψιν, επάνω εις την πρωινήν του προσευχήν, τον κατέλαβε μία βαθυτάτη μελαγχολία, όταν είδε πώς εξημέρωνε ψυχοσάββατον εις την ερημίαν εκείνην, τόσον, οπού ελησμόνησε να δώση εργασίαν εις το πλήρωμα. Και σαν να του κακοφάνη ολίγον του πλοιάρχου, όστις ήτο αγανακτισμένος και από τον καιρόν. Αλλά καλόβολος φυσικά, ως ήτο, ο καπετάν Γιάννης και ανοιχτόκαρδος, δεν τον ήλεγξε πολύ πικρά τον νεαρόν ναύκληρον, γιατί τον εγνώριζε «περήφανον στη δουλειά του» πάντοτε. Αλλ' όταν, εξελθών από το καμάρι πίσω αφού έπιε τον καφέ του, είδε τους ναύτας να ξετινάζουν τα ράντσα των, τας κρεμαστάς των κλίνας, είπε προς τον λοστρόμον του, όστις ακκουμβισμένος επάνω εις την κωπαστήν παρηκολούθει τα κυλιόμενα πέραν αγρίως λευκά κύματα του Αιγαίου:
— Θυμήθηκες πάλι την μάννα σου! . .

https://www.dimitrisotiropoulosbooks.com/
Τούτο ήρκεσεν εις τον αγαθόν ναύκληρον να συνέλθη, να εννοήση το σφάλμα του και να προχωρήση προς την πρώραν.
— Οι ζωντανοί με τους ζωντανούς, εψιθύρισεν ο καπετάν Γιάννης τότε, ανάπτων το τσιγάρον του, και οι πεθαμένοι με τους πεθαμένους . . .
— Καμμιά φορά όμως έχουν την ανάγκην μας και οι πεθαμένοι, υπέλαβεν ο νεαρός ναύκληρος με κάποιαν συστολήν.
Μετ' ολίγον επί κεφαλής του πληρώματος ο Γιωργάκης, ο ναύκληρος, ειργάζετο εις την συρραφήν μιας παλαιάς εσχισμένης μπούμας του πλοίου, την οποίαν είχον απλώσει επί του καταστρώματος. Συχνά δε ίστατο, με την σακκορράφαν την χονδρήν εις χείρας, βλέπων προς τους ιστούς επάνω περίφροντις μάλλον ή αφηρημένος.
— Θα της βράσουν τάχα κανένα πιατάκι κόλλυβα; διελογίζετο. Ποιος να φροντίση! Εκεί οπού στην αράδα θα λάμπουν στολισμένα τα κόλλυβα όλων των πεθαμένων του χωριού, εις την ενορίαν μας, αποκάτω από την εικόνα του Χριστού, κάθε ένα με το κεράκι του, κάθε ένα με τους χρωματιστούς του φιόγκους, θα είναι μαζί και το δικό της το πιατάκι, ευμορφοστολισμένο, με σταφίδες, με κουφέτα, με γαρύφαλα, με βαρακωμέναις μαντζουράναις και αρμπαρόρριζαις; Και δίπλα θα είναι και το καλό το σαμδανάκι μας, με μια λαμπαδίτσα κίτρινη, με μαύραις κορδέλλαις; Ποιος να σου τα κάμη αυτά, πτωχή μου μαννούλα! Θα σου ζυμώσουν τουλάχιστον καμμιά λειτουργιά; θα σε μνημονεύση κανένας παπάς;
Και προσεπάθει να κρύψη τα μάτια του, οπού άρχισαν να βουρκώνουν.
— Α! παιδιά! Ως το μεσημέρι να την ξενετάρωμε! απέτεινε τότε παρακέλευσιν προς τους ναύτας, οπού γύρω γύρω συνέρραπτον το παλαιόν εκείνο ιστίον, ο καθένας με την σακκορράφαν του και με το πέτσινο γάντι του.
Και πάλιν ίστατο σιωπηλός, βαστάζων ακίνητον την σακκορράφαν του και βλέπων προς τους ιστούς:
— Τι να σου κάμη και η καϋμένη η 'ξαδέλφη μου, η μόνη συγγένισσά μου! Τι να σου κάμη η φτωχή και αυτή! διελογίζετο τότε ο Γιωργάκης της Λιμπέριαινας, συνεχίζων τας σκέψεις του, τι να σου κάμη η ξενοδουλεύτρα! Αδειάζει κι' αυτή, οπού και εις τον ύπνο της ακόμα πλέκει την κάλτσα της κινούσα τα χέρια της! . . .
Και ανεστέναξε βαθέως:
— Να ήμουν ταχυά κι' εγώ στην Παναγία την Λημνιά, τη ενορία μας, ταχυά το ψυχοσάββατο! Τι κόλλυβα σωρό, οπού θα πάνε για όλους τους πεθαμένους! . . .
Και μετ' ολίγον:
— Να ήμαστε το ελάχιστο σε κανένα λιμάνι απόψε, σε καμμιά σκάλα, νάβγω να πάω στην εκκλησιά ταχυά το ψυχοσάββατο! . . . Να σου ανάψω ένα κεράκι το ελάχιστο! . . . Και του ήλθε τότε εις την ανάμνησιν το τελευταίον γράμμα της εξαδέλφης του, οπού του έγραφε για τον θάνατον της μητέρας του, στην Μαρσίλια· εκεί οπού φόρτωναν τα τούβλα· το είχε μέσα εις το κόρφο του, σαν φυλακτό, το γράμμα εκείνο, και το είχε μάθει απόξω νεράκι;
— Όταν θάφευγες, του έγραφεν η Λουξανιώ, η εξαδέλφη του, ήταν χαρούμενη· θυμάσαι με πόσαις ευχαίς και με πόσαις χαραίς σε κατευώδωσε. Σαν να μη ήθελε να πονέσης εις τον υστερνόν σου εκείνον μισεμόν. Σαν νάξευρεν ότι για τελευταία φορά σε έβλεπε, και ήθελε με χαρά να σ' αποχαιρετίση, για νάχης για πάντα ως ευχή της, την χαρά. Την είδες! την θυμάσαι! Ελαβε δύναμιν, σαν από άνωθεν. Εσηκώθη επάνω, οπού είχε μήνες να σηκωθή από το στρώμα, και σου έσφιξε το χέρι και σ' εφίλησε:
— Στο καλό, παιδί μου! την ευχή μου, παιδί μου! Δεξιά και αριστερά η ευτυχίαις να σου έρχωνται, παιδί μου! . . .
Εσταμάτησεν εδώ τας αναμνήσεις του ο Γιωργάκης βουρκωμένος, και έσκυψε μέσα εις τον κόλπον του, προσποιηθείς ότι κάτι εμβήκε μέσα εις το μάτι του, διά να μη εννοήσουν οι ναύται.
Έπειτα πάλιν εξηκολούθησε την αποστήθισιν της επιστολής:
— Σαν κατέβηκες την σκάλα, να την έβλεπες! Πού ευρέθηκεν εκείνη η δύναμι! Θυμήθηκε τα νειάτα της. Επανεκάθησε στο παραθύρι για να σε καμαρώση:
— Αρί, από πού θα ξαγναντίση το παιδάκι μου;! . . Από το παραθύρι της σαλίτσας εφαίνετο μια γωνίτσα του λιμανιού. Εκύτταζε και έλεγε, εις τα χαμένα, έτσι.
— Στο καλό, παιδί μου! στο καλό! Δεξιά και αριστερά! . . .
Αλλά προς το βράδυ ο καιρός εχάλασε. Χειμώνας, βλέπεις.
Επήρεν ένας κρύος μαΐστρος! Χιονιά δυνατή! Εγονάτισε τότε μπροστά εις την Παναγίτσα μας, την Τριχειρούσα, κ' έκλαιεν:
— Αρί, Λουξανιώ, πώς τάφησα το παιδάκι μου και μούφυγε! Πώς τώκαμα αυτοδά, αρί. Δεν το κρατούσες, αρί να μη φύγη το παιδάκι μου; Δεν το κρατούσα, μαθές! . .
Κ' έκαμε μετάνοιαις εις την Παναγίτσα μας, κ' έκλαιε κλάματα κ' εφώναξε δυνατά:
— Δεν μ' έπαιρνες κι' εμένα μαζί . . .
Αλλ' επί τέλους επροδόθη ο ναύκληρος. Είδαν οι ναύται γύρω-γύρω τα βουρκωμένα τα μάτια του και ένας γεροντονιός, κοντός και καμπουράκος, με την κομμένη μύτη, οπού του την επήρε το διάκι σε μια φορτούνα, ο Καπότας, λέγει συνηθισμένος να παρεμβαίνη παντού:
— Αλήθεια, κυρ Γιωργάκη, σχωρέθηκε η γρηά!
— Τώρα! απήντησε καταπίνων δύο λυγμούς ο Γιωργάκης της Λιμπέριαινας και περνών νέον σπάγγον εις την σακκορράφαν του, δέκα μέραις ύστερα οπού φύγαμε για την Μαρσίλια. Δεν σας τώπα;
— Θεός σχωρέστηνε! επανέλαβεν ο Καπότας με την έρρινον πάντοτε φωνήν του· καλή γρηούλα!
Και προσέθηκε:
— Και τι οργή Θεού, κυρ Γιωργάκη! Να μη είμαστε σε καμμιά σκάλα να της πας αύριο ένα πιατάκι κόλλυβα, που ξημερώνει, κατάλαβες, ψυχοσάββατο! . . . ένα κεράκι να της ανάψης, κατάλαβες . . .
Η υπενθύμισις αύτη ήτο έλαιον εις την πυράν. Εξήναψεν ο πόνος του πάλιν. Δεν εβάσταξε πλέον. Επέρασε την σακκορράφαν του εις μίαν πτυχήν του ιστίου και εγερθείς μετέβη εις το μαγειρείον ν' ανάψη ένα τσιγάρο, ως είπεν.
Ο μάγειρος, ένας νέος τσεσμελής, ένας ηλιοκαμένος και θαλασσοψημένος πρώην τρατάρης, μ' ένα άσπρο τουλουπάνι περί τον ναυτικόν του κούκου, χωμένος μέσα εις το ξύλινον οίκημα του μαγειρείου, εσυγύριζε τη φασολάδα για το «τσούρμο» και συγχρόνως εκαθάριζε σιτάρι διά τον καφέ, έτσι από καλωσύνη του και όχι από φιλάργυρον ιδιοτέλειαν, γιατί βλάπτει ο καθαρός καφές — έλεγεν εις τους ναύτας — στα νεύρα.
Το σιτάρι ήτο όντως εύμορφον, μεγαλόκοκκον και χρυσόξανθον, σιτάρι της Αίνου, κ' εκίνησεν αμέσως την προσοχήν του ναυκλήρου, όστις εκόλλησε, θαρρείς, επάνω λαίμαργον το βλέμμα του. Ολίγον κατ' ολίγον ήρχισε τα πραΰνεται τότε η ανήσυχος μορφή του. Η ψυχή του εγαληνίασε, και εις τους οφθαλμούς του τους θαμβούς έλαμψαν αίφνης αστραπαί παραμυθίας . . .
***
Και ήτο αληθινά αξιαγάπητος η κυρά Λιμπέριαινα, μία γυναίκα φιλάσθενος, κοντή και ξηραγγιανή, μία γερόντισσα, να είπωμεν, πλέον, οπού επέρασε την ζωήν της πολύ σεμνά και πολύ ταπεινά, χωρίς να ενοχλήση εις το παραμικρόν ποτέ τον άλλον. Ύστερα από ένα ταχυθάνατον γάμον της ουδέ εφαίνετο ποτέ έξω, κλεισμένη εις τον οικίσκον της μέσα, αυτή με την μακράν της χηρείαν, εν προσευχαίς και νηστείαις διάγουσα, ως άλλη Άννα Φανουήλ, και μόνον εις την γειτονικήν της Εκκλησίαν της Παναγίας της Λημνιάς επήγαινε σκυφτή- σκυφτή πρωί και βράδυ, παρακολουθούσα τους εσπερινούς και τους όρθρους, ως κανδηλανάπτρια. μ' ένα σάλι μαύρο σκεπασμένη. Αν είχε καμμίαν χαράν, η χαρά της ήτο μόνον το μοσχαναθρεμμένο παιδί της, ο Γιωργάκης της, τον οποίον επτά μηνών βρέφος της τον άφησεν ο μακαρίτης ο πατέρας του, ο καπετάν Λιμπέριος, ένας φιλήσυχος μικροκαπετάνιος, οπού απέθανε την ίδια νύκτα με το κότερό του, ένα εύμορφο και γλήγορο κότερο, οπού το πονούσε και από την γυναίκα του περισσότερον.
— Βοηθάτε με, για το Θεό, παιδιά! βοηθάτε με, εφώναζε την νύκτα εκείνην, οπού είχε σηκωθή μία αγρία παλαβονοτιά, αναστατώσασα όλον τον λιμένα της μικράς νήσου, ο οποίος είνε εκτεθειμένος εις την μανίαν της.
Ο καπετάν Λιμπέριος επάνω εις τον ύπνον του, εξαφνισθείς από τας αγρίας πνοάς του χειμερινού νότου εκείνου, κατέβη αμέσως εις τον λιμένα και εις ένα βράχον επάνω θαλασσωμένος, ξεσκούφωτος, και με τα άσπρο του εσώβρακον, σαν ο βρυκόλακας του λιμανιού, προσεπάθει να διασώση το ωραίον πλοιάριον, το οποίον παρασυρθέν είχε διπλαρώσει επάνω εις την βραχώδη ακτήν του λιμένος.
— Βοηθάτε με! έκλαιεν ολολύζων ο καπετάν Λιμπέριος μισοπνιγμένος μέσα εις τα αφρισμένα κύματα, και προσπαθών να πιάση από το μπαστούνι το κότερον, σαν παιδί από το χέρι, ο πτωχός, να το τραβήξη έξω . . .
Αλλ' ένα τελευταίον κτύπημα του λεπτοκαμωμένου πλοίου επί των υφάλων εκεί διέλυσεν αυτό πάραυτα εις ξύλα και σχοινία, ότε και ο καπετάν Λιμπέριος έξαφνα, σαν να εγλίστρησεν, ευρέθη φαρδύς-πλατύς μέσα εις τα άγρια κύματα, συγκυλιόμενος και αυτός μετά των άλλων ναυαγίων, μέσα εις τους γοερούς γογγυτούς των αφρών και του ανέμου.
Η πένθιμος είδησις την εύρε την κυρά Λιμπέριαιναν προσευχομένην, γονατιστήν, εμπρός εις την Τριχειρούσαν της, ενώ το παιδίον, το νήπιον, εκλαυθμύριζεν άυπνον μέσα εις την κούνιαν του παραδέρνον.
Αλλ' είχε πλάτος καρδιάς η αξία όντως γυναίκα αυτή και διήλθε νικηφόρος την θλιβεράν χηρείαν της, αφιερωμένη εις την ανατροφήν του τέκνου της, το οποίον ήδη, έφηβος είκοσιπενταετής, ήτο ο καλύτερος ναύτης της νήσου και ο συμπαθής ναύκληρος της σκούνας του καπετάν Γιάννη, απέξω από το Σιτλί-Μπαχάρ . . .
Εις το τελευταίον ταξείδι έμενε τρεις μήνας, σχεδόν όλον το φθινόπωρον, μαζί με την μητέρα του, η οποία υποφέρουσα από ένα επίπονον μαρασμόν είχε καταπέσει τελείως.
Ο χειμών πολύ πρώιμα εκραγείς και με ασυνήθη βίαν το έτος εκείνο, είχεν αποκλείσει ολοτελώς την μικράν νήσον με τας συνεχείς θυέλλας του και τας τρικυμίας του, ολίγας ημέρας μετά τον εις την νήσον καταπλούν της σκούνας, ήτις φορτωμένη σίδηρα παλαιά κατέβαινεν από την Πόλιν, κατευθυνομένη εις Μασσαλίαν.
 — Καλύτερα, μαννούλα μου, οπού όλο βρέχει και χιονίζει, και
κάθομαι κοντά σου, εις την παραστιά . . .
 — Την ευχίτσα μου νάχης, παιδί μου. Δεξιά και αριστερά! . . .
επανελάμβανεν η γερόντισα αντί πάσης άλλης ομιλίας.
Κι' εσιώπα κατόπιν σιγήν μακράν και νεκρικήν, γυρμένη από το ένα πλευρόν εις το προσκέφαλόν της, παρά την εστίαν, και βλέπουσα ατενώς προς έν σημείον της οροφής, ως εν θεωρία μυστική των ησυχαστών της αρχαίας Λιβύης.
Και ο Γιωργάκης, ο εύσωμος ναύτης, με τους κυανούς του οφθαλμούς, εν οις κατηυγάζετο, θαρρείς, το γλυκύ του Αιγαίου χρώμα, με ένα πρόσωπον στρογγύλον και πράον, στιλπνόν και άμωμον, ως η αθωότης, με μίαν χάριν άπλαστον και διαυγή, ως το νάμα του Ταξιάρχου μας, τρεις μήνας σχεδόν δεν απεμακρύνετο από το πενιχρόν κλινίδιον της μητρός του, ήτις γυρμένη, ως ήτο πάντοτε, του εφαίνετο σαν ζωγραφιά της Αγίας Φωτεινής της Σμύρνης, απαστράπτουσα αγάπην και στοργήν.
Πρωί πρωί της άναπτε την φωτιάν και της έψηνε τον καφέ της, που της είχε φέρει από το ταξείδι, εωσού να ξημερώση καλά και έλθη η εξαδέλφη του, η Λουξανιώ, μία πτωχή και ηλικιωμένη ξενοδουλεύτρα, οπού η δουλειαίς δεν την άφησαν να πανδρευθή, για να της σκουπίση, να της ξετινάξη το μενδεράκι της, και να της μαγειρεύση έπειτα κανένα φαγάκι, έχουσα δίπλα της και τη δουλειά της, το ράψιμό της, καμμιά φορά και τα λανάρια της.
— Δεν μου λες τίποτα, μητέρα! έλεγε καμμιά φορά ο Γιωργάκης, θέλων να διακόπτη την θλιβεράν εκείνην της μητρός του σιωπήν, οπού τόσον τον έθλιβε. Δεν μ' ερωτάς τίποτα!
— Τι να σ' πω, παιδί μου; να σε ζαλίζω! επανελάμβανε πάντοτε η γραία, χωρίς ν' αποσπάση από την μαυρισμένην οροφήν τους οφθαλμούς της, πλανωμένους, θαρρείς, εκεί επάνω εις καμμίαν εικόνα της φαντασίας της, κρεμασμένην εις κάποιαν μυστηριώδη της οροφής γωνίαν.
— Καμμιά φορά όμως συνήρχετο. Η λήθη, η οποία την είχε σαβανώσει, ζωντανήν, διελύετο σιγά-σιγά, σαν να ξεδιπλώνετο κάτι από πάνω της, και τότε το ωχρόν χρώμα του προσώπου της ερρόδιζεν εύμορφα, ως όταν θέλη να βασιλεύση ο ήλιος. Μειδίαμα τότε εζωγραφίζετο εις τα σιωπηλά της χείλη, μειδίαμα ελαφρόν και γλυκύ, ως είναι γλυκύ το ηλιοβασίλευμα· οι οφθαλμοί της οι νεκροί εκείνοι και ακίνητοι, ως εξ υάλου ψεύτικοι, ανεζούσαν αίφνης κ' ελαμπύριζον κ' έπαιζον. Και τότε ενθυμείτο ότι υπάρχει, και ενθυμείτο ότι ζη. Ενθυμείτο ότι υπήρξε ποτε ομιλητική και διαχυτική, και ενθυμείτο τα αστεία της τότε και τα ωραία της τα δίστιχα· και υπανεγειρομένη από το ερημικόν κλινίδιόν της, εσπρώχνετο σιγά-σιγά προς την εστίαν, ως διά να συνδαυλίση την φωτιάν.
Τότε, ως απαντώσα εις παλαιάς του Γιωργάκη ερωτήσεις, χθεσινάς και προχθεσινάς, έλεγε, μ' ένα πένθιμον όμως πάντοτε μειδίαμα, μειδίαμα φεύγοντος, αποχαιρετισμόν, θαρρείς, θλιβερόν προς την ζωήν και τον κόσμον:
Γαϊτάνι πλέκω και δεν αδειάζω. Σαν τ' αποπλέξω, σε κουβεντιάζω.
— Ανέζη τότε εν ταις ολίγαις στιγμαίς εκείναις της χαράς και της διαχύσεως εις τον στυγνόν εκείνον θάλαμον όλος ο κόσμος ο παρελθών, ένας πολύ ωραίος κόσμος, ως είναι ωραία η ζωή· ένας κόσμος εύχαρις και φαιδρός, οπού ακόμη δεν τον είχε σβήσει με την κρύαν σκιάν του το θλιβερόν γήρας.
Και την έβλεπε τότε — εθάρρει — ο Γιωργάκης την μητέρα του νέαν ακόμη, φιλόπονον και ακούραστον, οπού ποτέ της δεν έλεγε, πως θα γηράση, αναιβοκαταιβαίνουσαν της σκάλαις, εις τα πρώτα της μακράς χηρείας της χρόνια, μαγειρεύουσαν, γελώσαν, προσπαίζουσαν. Την εφαντάζετο τότε την σεμνήν γραίαν κατά τας ευτυχείς εκείνας στιγμάς οπού του έλεγε τα τρυφερά δίστιχα, από τα οποία είχεν εις την μνήμην της ολόκληρον θησαυρόν, αλλά τον οποίον τώρα είχε θάψει τόσον βαθειά η πένθιμος νόσος. Την εφαντάζετο ανασκουμπωμένην και ολόχαρον, κατασκευάζουσαν εκείναις της ωραίαις λαχανόπητταις, οπού ήσαν γεμάταις με χαράν παρά με καυκαλίθραις.
— Τι έγιναν εκείνα τα χρόνια, μαννούλα μου!
— Τι έγιναν εκείνα μαθές, παιδάκι μου! . . . Και τότε ίστατο και την έβλεπε και αυτός σιωπηλός και ακίνητος. Την εκύτταζεν, ως εν απορία προς το αιώνιον πρόβλημα της ζωής, το οποίον ιδού ανωρθούτο ενώπιόν του μαύρον, ως φάντασμα, ως ο σκελετός εκείνος με το δρέπανον . . .
— Διατί να γηράσκωμεν! και διατί να αποθνήσκωμεν!
— Όμως ευσεβής, ως ήτο, κ' ευλαβής χριστιανός, κατώρθωνεν ευκόλως να πραΰνη την ψυχήν του, παρηγορών εαυτόν και την μητέρα του με την μόνην αληθινήν παρηγορίαν:
— Έννοια σου, μητέρα. Στην άλλη ζωή να είσαι καλά. Εκεί να περάσουμε καλά, εις την αιώνιον Βασιλείαν. Να ιδής εκεί χαραίς αληθιναίς, αθάναταις χαραίς.
***
— Μετά το γεύμα ο καιρός έδειξε σημεία βελτιώσεως καταφανή· η Ανατολή ήρχισε να καθαρίζη από τα μαύρα εκείνα νέφη, τα οποία είχε τόσον πυκνά σωρεύσει επί του Αιγαίου ο μαΐστρος τόσας ημέρας πνέων. Η Θράκη εξ άλλου φαεινώς ελαμπύριζεν εις το χαμήλωμα εκείνο του ηλίου, τα δε άγρια του Ελλησπόντου κύματα κατέπιπτον ολονέν, εωσού το πέλαγος το Αιγαίον, ήρχισεν όλον γοητευτικώς να γαλανίζη· και από το βάθος του ορίζοντος, κάτω πολύ, και οπίσω από την Τένεδον, σημεία ελαφρά νοτίου ανέμου εσχηματίζοντο.
— Βίρα, παιδιά, διέταξε μετ' ενθουσιασμού ο καπετάν-Γιάννης, ιδών τα καλά του καιρού προμηνύματα.
Πάραυτα οι ναύται ευρέθησαν εις τας θέσεις των.
— Να ξεμουδιάσουμε λιγάκι, παιδιά! προσέθηκεν αμέσως.
— Αλέστα! εφώναξε με την κομμένην μύτην του ο κοντός ο Καπότας, πεθαίνων για το τιμόνι, «να κάμνη τον καπετάνιο».
Έκαμαν ένας-ένας οι ναύται τον σταυρόν τους· και ιδού η μπόμπα της σκούνας, με το βραχνόν και συχνοπιασμένον κύλισμά της, άρχισε να σύρη την άγκυραν, αφίνουσα ένα ασυνήθη σιδηρούν αντίλαλον εις την έρημον ακτήν με τον σκληρόν εκείνον ανασασμόν της.
Ως πτηνά συγχρόνως, ανάλογοι ναύται εθεάθησαν επάνω εις τους εξαρτισμούς του πλοίου, το οποίον ιδού άνοιξεν ένα-ένα τα πανιά του, και ταλαντευθέν επιχαρίτως δεξιά και αριστερά εξεκίνησεν ελαφρά, ως πάπια ξεκολλήσασα πλέον από το έλος, αφού εξετίναξε με χαράν τα δυο κοντά πτεράκια της.
Άφρισεν αμέσως εμπρός εις της μάσκαις της το θαλασσάκι, απ' εδώ και απ' εκεί, και μία ελικοειδής κίνησις συγχρόνως εσημειώθη επί της επιφανείας της θαλάσσης.
Ο Καπότας, κοντός και κυφός, με την κομμένην μύτην, εκάθισεν αμέσως εις το τιμόνι, έχων τα μάτια του διαρκώς εις την κατέναντί του πυξίδα και σοβαρευόμενος με κωμικήν ακινησίαν. Ο καπετάν- Γιάννης καταχαρούμενος εφουμάριζεν εις την πρύμνην διασκευάζων με μίαν παράταξιν δελφίνων, υπερηφάνως εξελισσομένην προ του Ελλησπόντου, ο δε Γιωργάκης, αφηρημένος πάντοτε, ακκουμβών επάνω εις την κωπαστήν, έβλεπε με λαιμαργίαν ευλαβή ένα ερημοκκλησάκι, το οποίον κατάχρυσον εις το ηλιοβασίλευμα εστόλιζε την κορυφήν εκεί ενός λοφίσκου.
— Φύσα, χρυσέ μου, φύσα! ηκούσθη ο καπετάν Γιάννης, αποτεινόμενος προς το ούριον αεράκι.
Η σκούνα εμβαίνει ήδη εις τον Ελλήσποντον ως νύμφη εις την παστάδα. Αι πνοαί του μπάτη προσκόπτουσαι επί των ιστών της και των σχοινίων και των λοιπών του εξαρτισμού πλεγμάτων, αποτελούσιν ηδυπαθή αρμονίαν καλλιφώνου μουεζίνη, ψάλλοντος επί του μιναρέ το γλυκύτατον κ ι ν τ ί, του δειλινού την παθητικήν προσευχήν.
Ιδού το Σιτλί-Μπαχάρ, το αληθινόν θαλάσσιον κλειδίον, επί της Θράκης, αποτόμως και ξηρώς κοπτομένης εις ακτάς τιτανώδεις. Ιδού από το άλλο μέρος και το Κουμ Καλέ επί της Ασίας, ήτις με τας μαλακάς και αβράς όχθας της, τας τόσον απαλώς πρασινοβαλούσας ήδη υπό την πρώιμον χλόην, θαρρείς κ' εκτείνεται ερωτικώς να χαιρετίση, ν' ασπασθή και εναγκαλισθή μίαν φοράν ακόμη την αγαπημένην αδελφήν της, την Ευρώπην, από την οποίαν την εξεχώρισαν αποτόμως εις την διάβασιν της, την κοπτεράν, η Δημιουργία.
Την νύκτα εξηκολούθησεν ο ευνοϊκός άνεμος ισχυρότερος ακόμη. Και ουδέ παρέστη ανάγκη του ρυμουλκού, το οποίον καταγάλαζον μ' ένα πύρινον ζωνάρι είχε διπλαρώσει εις την σκούναν.
Υπό τους αισίους αυτούς του πλου όρους ο καπετάν Γιάννης ευχαρίστως παρεχώρησε την ζητηθείσαν άδειαν εις τον λοστρόμον του, όστις ήθελησεν ενωρίτερον να καταβή εις το ράντζο του, ως είπε δικαιολογούμενος, να ησυχάση.
— Άιντε, και λιγώτερο να θυμάσαι τη μάννα σου! Όσο μπορείς λιγώτερο!
***
Την αυγήν, επάνω εις το γλυκοχάραμα, όταν πλέον ο βαρδιάνος της πρώρας ήρχισε να ξεχωρίζη τους μιναρέδες της Καλλιπόλεως, το πλήρωμα κατά πρόσκλησιν του ναυκλήρου, του Γιωργάκη της Λιμπέριαινας, παρέστη εις μίαν τρυφερωτάτην σκηνήν, η οποία αξίζει τωόντι τον κόπον μιας περιγραφής.
Κάτω εις την πρώραν, εις την αίθουσαν των ναυτών, εκεί προ των εικονισμάτων του πληρώματος, οπού έκαιεν η ακοίμητος του πληρώματος της σκούνας κανδήλα, επάνω εις ένα τραπεζάκι εύμορφα ευτρεπισμένον, ένα πιάτο με κόλλυβα είχε τοποθετηθή με πολλήν στοργήν παρεσκευασμένον. Ήσαν κόλλυβα με χάριν και τρυφερότητα πολλήν στολισμένα. Είχον επιπασθή με στρώμα σακχάρεως, επί της οποίας ετέθησαν σταυροειδώς σταφίδες· κλωναράκια δύο ξηρού βασιλικού και μαντζουράνας συνεπλήρουν την όλην ευπρέπειαν με πολλήν σεμνότητα.
Ένα κηρίον εμπηγμένον εις το μέσον ήτο αναμμένον. Ο Γιωργάκης της Λιμπέριαινας, με φωτιά τα μάτια του από την αγρυπνίαν και από τον μυστικόν της νυκτός θρήνον, ξεσκούφωτος κι' έχων έτοιμον θυμιατόν πήλινον, από εκείνα τα πρασινοκίτρινα του Τσανακαλέ, έκαμεν αμέσως τον σταυρόν του και ήρχισε να θυμιάζη τους ναύτας γύρω-γύρω αναγινώσκων συγχρόνως το Τρισάγιον και ψάλλων: «Μετά πνευμάτων δικαίων . . . . .». Οι ναύται καταπτοηθέντες αίφνης από της πρώτης εκείνης επιβολής, μεθ' ης παρέστη ενώπιον των οφθαλμών των, την εωθινήν εκείνην ώραν, η απροσδόκητος αυτή σκηνή του πένθους, έστησαν εν ευλαβεία κατανυκτική γύρω-γύρω, ως εις Εκκλησίαν. Απεκαλύφθησαν και ήρχισαν να κάμνουν τον σταυρόν των. Μερικοί και εδάκρυον παρακολουθούντες την πένθιμον εκείνην ψαλμωδίαν. Όταν δ' ο ναύκληρος ήρχισε να ψάλλη τελευταίον: «Μετά των Αγίων ανάπαυσον . . . ;» σιγά-σιγά με κλαίουσαν φωνήν, συχνά διακοπτομένην από τους λυγμούς της ψυχής του, οι ναύται δεν ημπόρεσαν να κρατηθούν από την συγκίνησιν και ανεκραύγασαν πάντες εν χορώ:
— Θεός σχωρέστηνε! Θεός σχωρέστηνε! . . . Και την εμακάρισαν έπειτα με την καρδίαν των, αληθώς, τρώγοντες τα τόσον κατανυκτικώς αοράτως ευλογηθέντα κόλλυβα, τα οποία εις την ερημίαν εκείνην, καταμεσής εις το πέλαγος, είχε παρασκευάσει η ευλαβής προς την ψυχήν της μητρός του στοργή του συμπαθούς ναυκλήρου.
Ο καπετάν Γιάννης παρασταθείς και αυτός περί το τέλος της ιεράς εκείνης σκηνής, της οποίας είχεν οσφρανθή το ευώδες θυμίαμα διασκορπισθέν από της πρώρας εις όλον το πλοίον, δεν ηδυνήθη να κρύψη ένα δάκρυ και αυτός, μ' όλας τας φαιδράς και θυμήρεις έξεις των τρόπων του, και είπε λαμβάνων και αυτός από τα κόλλυβα:
— Οι πεθαμένοι πολλαίς φοραίς έχουν ανάγκην των ζωντανών. Είναι αλήθεια!
Ενώ συγχρόνως πίσω από την πρύμνην, όπου καμαρώνων ως γυφτοσκέπαρνον διηύθυνε τα πηδάλιον ξενυκτισμένος, κοντός και κυφός, ως ήτο, ο Καπότας, δεξιώτατος όντως πηδαλιούχος, νομίζων ότι εις αυτόν ωφείλετο ο δρόμος της ελαφράς σκούνας, εφώναξε δυνατά, με την έρρινον πάντοτε φωνή του:
— Κι' εμένα λίγα κόλλυβα, να σχωρέσω!
***
Ύστερον, εκεί που έτρωγον, το μεσημέρι, διηγείτο ο μάγειρος, ο τσεσμελής εκείνος νεανίσκος, με το άσπρο μανδήλι περί τον ναυτικόν του κούκον, ότι την ώραν οπού έψαλλεν ο Γιωργάκης «Μετά των Άγιων ανάπαυσον» και συνέψαλλον και οι λοιποί, ότε όλοι οι ναύται εκλαίομεν από την συγκίνησιν — έλεγεν ο τσεσμελής — τότε, την στιγμήν εκείνην, είδεν επάνω προς τον φεγγίτην της πρώρας, από μέσα από τα τζάμια του σπιράγιου «σαν ένα κάτασπρο πράγμα, σαν 'ποκάμισο, σαν σάβανο» οπού ελαφρά-ελαφρά εξεδιπλώνετο κι εξανεμίζετο και κάτι λάμψεις έλαμψαν τότε, σαν της αυγής τα πρώτα ξανοίγματα. Και είδεν εκεί ο τσεσμελής την μακαρίτισσαν, την ίδιαν την κυρά-Λιμπέριαινα, αδύνατην και ξηραγγινήν ως ήτο, αλλά χαρούμενην και καλοκαρδισμένην, και άκουσε μίαν γλυκυτάτην φωνήν, σαν σβύνουσαν μουσικήν, σαν ουράνιον ψαλμωδίαν, εις τα ύψη επάνω:
— Δεξιά και αριστερά, παιδί μου!

ΩΦΕΛΙΜΑ

ΓΕΡΟΝΤΕΣ

ΘΑΥΜΑΤΑ

 
Copyright © ΕΛΛΑΣ-ΟΡΘΟΔΟΞΙΑ. Designed by OddThemes | Distributed By Blogger Templates20