Τι έμαθα από τον παπα - Στέφανο


ΤΟ ΣΗΜΕΡΑ ΔΕΝ ΜΟΙΑΖΕΙ ΜΕ ΤΟ ΧΤΕΣ.

Όταν στις 30 Νοεμβρίου του 2001( γιορτή του Άγ. Ανδρέα) το βαπόρι κατέβασε στα Καρούλια στον Άρσανά (στα Κατουνάκια) το σήμερα δεν έμοιαζε σε τίποτε με το χθες. Το χιόνι πού είχε πέσει άφθονο από βραδύς, σκέπαζε όλο τον ’Άθωνα. Παντού άσπριζε, παντού έφεγγε, παντού έλαμπε. Τά καλντερίμια γλιστρούσαν αρκετά. Από τά δένδρα πάνω καί από τούς θάμνους έπεφτε το χιόνι τούφες-τούφες. Γλιστρούσε. Δύο μαυροκότσυφες πέταξαν ξαφνιασμένοι πού τούς χάλασα την ησυχία. Τρύπωσαν μέσα σέ κάτι πουρνάρια. Το σπίτι τού Παπά-Στέφανου δεν ήταν μακριά από τη θάλασσα. Άλλα σπίτια εκεί κοντά δεν υπήρχαν τότε. Γύρω ψυχή πουθενά δεν φαινόταν. Όλοι λούφαζαν στα άσκηταριά τους, απολαμβάνοντας ίσως το χιονισμένο τοπίο. Σπάνια άλλωστε χιονίζει τόσο χαμηλά.
Ό νεοεκλεγείς θυμάμαι τότε πρόεδρος τής Ρωσίας Πούτιν πού θέλησε τη χθεσινή μέρα να επισκεφτεί  το 'Άγιον ’Όρος (το ρωσικό) δεν μπόρεσε τελικά να έρθει, να προσκυνήσει. Διότι ή θάλασσα είχε τεράστια κύματα. 0ι δρόμοι ήταν ακατάστατοι από τήν χιονοθύελλα πού μαίνονταν. Καί ή ομίχλη σκέπαζε τά πάντα. Πλήρης ακινησία μεταφορικών μέσων, ούτε καράβι, ούτε αυτοκίνητο, ούτε ελικόπτερο. Όλα ήταν ακινητοποιημένα. Μόνο με τά πόδια μπορούσες να πας κάπου. Το σήμερα όμως δεν μοιάζει ποτέ με το χθες. Κατέβηκα μόνος μου από το πλοίο. Ή καλύβα τού πάπα-Στέφανου τού Σέρβου ήταν κι αυτή άδεια σήμερα. Είχε μόλις λίγες μέρες πού είχε κοιμηθεί στη Σερβία. Ήταν Είσόδια τής Θεοτόκου πού κοιμήθηκε. Αυτή ή καλύβα πού πάντα ήταν γεμάτη από κόσμο (επισκέπτες) άδεια. Έξήνθησε ή έρημος ... όπως ένα κρίνο Κύριε ...

ΜΙΑ ΠΙΣΤΗ ΓΑΤΟΥΛΑ.
Για πρώτη μου φορά καί τελευταία είδα την καλύβι τοΰ Πάπα-Στέφανου χιονισμένη. Γιατί σήμερα εκεί δεν υπάρχει πια τίποτε πλέον πού να θυμίζει πάπα-Στέφανο. Ούτε καλύβα, ούτε βιβλία, ούτε καπνισμένα κουζινικά καί τοίχοι μαυρισμένοι. Ή γατούλα του, μια όμορφη ολόασπρη γατούλα ήρθε καί τρίφτηκε μέσα στα πόδια μου. Δεν ξέρω το γιατί. Είχε μείνει μόνη της. Θυμάμαι όμως πώς τριβόταν τότε μέσα στα πόδια του γέροντα όταν εκείνος ακόμη ζούσε.
Είχε καί μια νάιλον κόκκινη μπαλίτσα ό γέροντας καί τήν πετούσε καί αυτή έτρεχε καί τήν μπλόκαρε όπως κάνουν οι τερματοφύλακες στα γήπεδα. Καί εμείς όλοι γελούσαμε με τά καμώματά της καί τις ικανότητες της. Μου έλεγε ό γέροντας ότι έπαιζε κάποτε για λίγο κι αυτός ποδόσφαιρο στην ΜΠΕΟΓΚΡΑΝΤ (Βελιγραδιού) πριν ασκητέψει ακόμα. Πριν ντυθεί τά ράσα. Ή γατούλα νιάου-νιάου στριφογύριζε γύρω μου ίσως καί να τον έψαχνε ακόμη δεν ξέρω.
Κάτι ζητούσε πάντως από μένα. Τριβόταν, με κοίταζε στα μάτια αλλά δεν φάνηκε να ηρεμεί. Τον γύρευε, μάλλον. Της μίλησα τότε όπως εκείνος τη μιλούσε τότε πού ζούσε.
-Σάνυ, Σάνυ άντε Σάνυ! της είπα. Που είναι τώρα ό πάπα-Στέφανος πού τόσο πολύ σε αγαπούσε καί έσπαζε την μονοτονία της ερημιάς μαζί σου. Πού είναι παπά-Στεφάνος
Σκέψεις καί αναμνήσεις περιτριγυρίζουν τον άνθρωπο. Το σήμερα δεν μοιάζει σέ τίποτα με το χθες. Εγώ καί ή γατούλα, ή Σάνυ! Ό μεγάλος απών• ό Πάπα-Στέφανος ό Σέρβος!

ΑΚΟΜΑ ΚΑΙ ΤΑ ΒΡΑΧΙΑ ΠΕΦΤΟΥΝ

Και σαν να μην έφταναν όλα αυτά ήρθε και έπεσε εκείνες τις μέρες από ψηλά καί ένας τεράστιος βράχος ίσα με μισή καρότσα φορτηγού πράγμα καί έκλεισε καί την μικρή του πόρτα. Μια για πάντα. Ανεπιστρεπτί.
Ατέλειωτες οι βουλές τού Κυρίου καί ανεξερεύνητες. Σκέφτομαι! Καλά τόσα χρόνια μισός αιώνας ζωής ό π. Στέφανος έδώ μέσα δεν έπεσε ούτε ένα λιθάρι. Καί τώρα πού έφυγε ακόμη καί τά βράχια ξεκολλάμε καί πέφτουν! Βρέ μυστήρια πράγματα πού σαν συναντά κανένας στα μονοπάτια της ζωής. Ανεξιχνίαστα, όντως τά κρίματα τού Θεού. Αντε τώρα να βγάλεις άκρη.
Κάθισα εκεί απ’ έξω για λίγο καί συλλογίστηκα. Τί τελικά μένει απ’ όλη αυτή τήν τύρβη της ζωής! Έβλεπα τά πάντα με απορία. Έρημη καί άδεια ή καλύβα. Κανένας πια μέσα στο σπίτι. Καί ένας θεόρατος βράχος να κλείνει καί τη δίοδο. Μέχρις έδώ! Ίσως βρεθεί σκέφτηκα κάποτε κάποιος, κάποια μέρα καί αναποδογυρίζει αυτό το βράχο. ’Αν μπορέσει βέβαια! Μπορεί να μη βρει εκεί σπαθιά καί σφενδόνα όπως βρήκε τότε στην αρχαιότητα ό Θησέας αλλά ίσως μπορεί να βρει άλλα όπλα. Πνευματικά. Πολύ πιο πολύτιμα καί πολύ πιο χρήσιμα για τον αγώνα τής ζωής. Έτσι νομίζω. Όπλα ίσως να μην υπάρχουν, όπως τότε. Αλλά σίγουρα κάτω απ’ αυτή τήν πέτρα θα βρει ένα ασκητή με εγκράτεια πού διακρίθηκε για τον αγώνα του, για τήν άσκησή του, για τήν Αγάπη του προς τον πλησίον, τον άνθρωπο για τήν υπομονή του καί το ειρηνικό χαμόγελο του. Σπάνια πράγματα θα μού πείτε σήμερα. Δυσεύρετα.

ΠΑΝΤΑ ΧΑΡΟΥΜΕΝΟΣ.

Ίσως καί γι’ αυτό όλοι τον αγαπούσαμε.
-Πού τήν εύρισκε αλήθεια εκείνη τήν αντοχή, τη γαλήνη, τήν ειρήνη, τήν σιγουριά, το χαμόγελο. Εκεί μέσα στα κάθετα εκείνα βράχια; Μάς διόρθωνε με Αγάπη. Μάς δίδασκε με χαμόγελο. Μόλις έλεγες «διψώ», πεταγόταν όρθιος.
-Τώρα-τώρα πάω, θα σου φέρω νερό! κι έφευγε τρέχοντας να σου φέρει νερό. Σαν μικρό παιδί. Δεν περίμενε. Κι εμείς ντρεπόμασταν γιατί κουραζόταν για μάς. Καί γύριζε πάντα χαρούμενος κεφάτος φορτωμένος με κεράσματα καί νερό.
-Κρύο νερό καί λουκούμι κάνει καλό στην καρδιά! έλεγε, χαμογελώντας. Περνάει ή στενοχώρια.
Το νερό του ήταν πάντα δροσερό γιατί μαζεύονταν μέσα σέ μια τρύπα ενός βράχου.
Είχε δύο τέτοιες δεξαμενές μέσα στην κόψη τού βράχου. Αυτές γέμιζαν από νερό της βροχής. ’Άλλο νερό εκεί γύρω δεν υπήρχε εκτός από αυτό το βρόχινο πού το μάζευε το χειμώνα. Στην σπηλιά πού κατοικούσε έβλεπε κανείς μαυρισμένους τοίχους από παλαιότερους ασκητές πού έζησαν εκεί πριν διακόσια καί τριακόσια χρόνια.
Ήταν μια φοβερή εμπειρία μέσα στην σπηλιά εκείνη. Πολύ απλή καί πολύ κρυφή. Χειμώνα-καλοκαίρι δέ είχε πάντα τήν ίδια θερμοκρασία. Γύρω στους 16°-18° βαθμούς Κελσίου. Το καλοκαίρι είχε εκεί καί μια ξύλινη παλέτα καί ξάπλωνε για λίγο εκεί. Γιατί πιο έξω είχε φοβερή ζέστη. Τη νύχτα όμως δρόσιζε. Ήταν καλά. Ήθελες καί κουβέρτα. Κατεβάζει δροσιά ό ’Άθωνας!

ΜΟΙΡΑΣΤΕΙΤΕ ΤΟ:

Δημοσίευση σχολίου

 
Copyright © ΕΛΛΑΣ-ΟΡΘΟΔΟΞΙΑ. Designed by OddThemes | Distributed By Blogger Templates20