ΠΡΟΣΦΑΤΕΣ ΑΝΑΡΤΗΣΕΙΣ

Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ΙΣΤΟΡΙΑ. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ΙΣΤΟΡΙΑ. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Διεθνης Ημερα Μεταφραστη – Ποιος Αγιος μετεφρασε τη Βιβλο;

10:32:00 μ.μ.

Η Διεθνής Ημέρα Μεταφραστή γιορτάζεται από το 1991 και κάθε χρόνο στις 30 Σεπτεμβρίου, με απόφαση του Συμβουλίου της Διεθνούς Ομοσπονδίας Μεταφραστών (FIT). Αυτή είναι και η ημερομηνία της κοίμησης και του προστάτη των μεταφραστών, Αγίου Ιερώνυμου του Μακαριστού, ο οποίος εκοιμήθη στις 30 Σεπτεμβρίου 420 μ.Χ.

Επιμέλεια: Ευγενία Δίτσα

Ανάμεσα στους μαχητικότερους αντιαιρετικούς διδασκάλους και πολυγραφότερους εκκλησιαστικούς συγγραφείς της αμωμήτου ορθοδόξου πίστεως εξέχουσα θέση κατέχει ο τιμώμενος από την Ορθόδοξη Εκκλησία μας στις 15 Ιουνίου, Άγιος Ιερώνυμος, ο οποίος διακρίθηκε ως ο κατ’ εξοχήν ερμηνευτής της Αγίας Γραφής και αναδείχθηκε ως ο πατήρ της αγιολογίας, της ιστοριογραφίας και της μετάφρασης.

Ο πεντάγλωσσος Άγιος Ιερώνυμος υπήρξε άνθρωπος της ολόθερμης προσευχής και της αυστηρής ασκήσεως και κατέστη γνήσια εικόνα της αγιότητος του Θεού, αφού ελκύστηκε από τον ασκητικό τρόπο ζωής της Ανατολής και εγκολπώθηκε ψυχή τε και σώματι τον Κύριο ημών Ιησού Χριστό. Γι’ αυτό και υπερασπίσθηκε με ξεχωριστή αφοσίωση την αλήθεια της ορθής χριστιανικής πίστεως, αφού σύμφωνα με την άποψή του αποτελούσε τη θεμελιώδη αρχή για τη σωτηρία του ανθρώπου. Παράλληλα, αναδείχθηκε χάρη στον ακάματο θεολογικό του ζήλο και τη δυναμική αντιαιρετική του στάση μία γνήσια ορθόδοξη πνευματική προσωπικότητα με αυστηρή ασκητική ζωή και πλούσια συγγραφική δραστηριότητα.

Ο Αγ. Ιερώνυμος μετέφρασε τη Βίβλο από τα ελληνικά και τα εβραϊκά στα λατινικά μεταξύ του 383 και του 406 μ.Χ. Η Βίβλος, που μετέφρασε, έγινε γνωστή ως η Βουλγάτα.

Ο Άγιος ήταν διανοούμενος, ασκητής, θεολόγος και εκκλησιαστικός συγγραφέας του 4ου αιώνα μ.Χ. Γεννήθηκε το 345 μ.Χ. στο χωριό Στριδώνι της Δαλματίας και πέθανε το 420 στη σκήτη του στη Βηθλεέμ.

Οι γονείς του ήταν ενάρετοι και για να τον μορφώσουν καλύτερα σε ηλικία 7 ετών τον έστειλαν στη Ρώμη. Εκεί έμεινε 15 χρόνια. Εκεί, σπούδασε φιλολογία και ρητορική κοντά σε επιφανείς διδασκάλους, εκεί βαπτίστηκε, αλλά και εκεί έπεσε στη διαφθορά.

Μετά τη Ρώμη επισκέφθηκε τη Γαλλία. Έπειτα επέστρεψε στην Ιταλία και από εκεί πέρασε στην Ανατολή και έφθασε το 373 μ.Χ. στην Αντιόχεια, για να συνεχίσει τις σπουδές του. Γρήγορα συνήλθε από τις νεανικές του παρεκτροπές κι αποσύρθηκε στην έρημο της Χαλκίδας (στη Συρία), διάγοντας ασκητική ζωή.

Αηδιασμένος όμως από τους εκεί υποκριτές μοναχούς επέστρεψε στην Κωνσταντινούπολη, όπου γνωρίστηκε με τον Άγιο Γρηγόριο τον Ναζιανζηνό και τον Άγιο Γρηγόριο Νύσσης και έπειτα από εκεί επέστρεψε στη Ρώμη, όπου εκτιμήθηκε ιδιαίτερα για την πολυμάθεια του.

Η παραμονή του στην Ανατολή υπήρξε καθοριστική τόσο για την πνευματική του ανάνηψη όσο και για την εκμάθηση της ελληνικής και εβραϊκής γλώσσας.

Από το έτος 382 μέχρι και το 384 εγκαταστάθηκε στη Ρώμη, όπου έγινε γραμματέας του πάπα Δάμασου και δίδαξε την ασκητική ζωή σε Χριστιανές κυρίες της ρωμαϊκής αριστοκρατίας. Από αυτές, συνδέθηκε περισσότερο πνευματικά με την Παύλα και τις θυγατέρες της: Ευστοχία και Μαρκέλλα. Πίστεψε πως θα διαδεχόταν τον Δάμασο στον επισκοπικό θρόνο της Ρώμης. Αυτό όμως δε συνέβη, εξαιτίας κάποιων διαβολών από μερίδα του ρωμαϊκού κλήρου. Πικραμένος, τότε, ξαναγύρισε στην Ανατολή, συνοδευόμενος από τις τρεις παραπάνω κυρίες.

Στηλίτευσε τα ήθη των ιερέων της Ρώμης και ήταν υπέρμαχος της παρθενίας. 

Οι σχέσεις του με μια πλούσια, αλλά ευσεβή χήρα, την Πάουλα, και τις θυγατέρες της, σκανδάλισαν τη Ρωμαϊκή κοινωνία και έτσι αναγκάσθηκε να φύγει με τη συνοδεία αυτών από τη Ρώμη και να πάει δια της Αντιόχειας στα Ιεροσόλυμα και από κει στη Βηθλεέμ, όπου έκτισαν δύο Μονές, μία ανδρική και μία γυναικεία, στις όποιες και διέμειναν.

Ο Ιερώνυμος πάντως εγκαταστάθηκε σε μια σπηλιά στα περίχωρα της Βηθλεέμ και από εκεί διεύθυνε το μοναστήρι του, μελετούσε τη Βίβλο αλλά και τους αγαπημένους του Ρωμαίους συγγραφείς και αλληλογραφούσε με τον έξω κόσμο.

Μέχρι τη μέρα του θανάτου του, στις 30 Σεπτεμβρίου του έτους 420, εργαζόταν και μάλιστα εκοιμήθη την ώρα που έγραφε ένα σχόλιο πάνω στον Ιερεμία. Στη Βηθλεέμ οικοδόμησε μια εκκλησία, έναν ξενώνα για τους προσκυνητές στους Αγίους Τόπους αλλά και ένα σχολείο που δίδασκε στα παιδιά, εκτός των άλλων, Ελληνικά και Λατινικά.

Αργότερα το ιερό του λείψανο μετακομίστηκε στη Ρώμη και εναποτέθηκε στον Ναό της S. Maria Maggiore.

Ακολουθία του, ποίημα Νήφωνος Αγιορείτου, εκδόθηκε στην Αθήνα το 1925 μ.Χ.

Ο βίος του Αγίου Ιερωνύμου από τον εκπαιδευτικό Αριστείδη Γ. Θεοδωρόπουλο

Ο Άγιος Ιερώνυμος γεννήθηκε το 347 στην πόλη Στριδώνα της Δαλματίας, η οποία καταστράφηκε από τους Γότθους και βρίσκεται κοντά στη σημερινή Λιουμπλιάνα της Σλοβενίας. Ο πατέρας του ονομαζόταν Ευσέβιος, ενώ παραμένει μέχρι σήμερα άγνωστο το όνομα της μητέρας του. Είχε μία αδελφή που έγινε μοναχή και έναν μικρότερο αδελφό, τον Παυλιανό, ο οποίος τον ακολούθησε στην Ανατολή και έγινε ιερομόναχος. Τα πρώτα γράμματα έμαθε στην πατρίδα του, τη Στριδώνα, αλλά σε ηλικία δώδεκα ετών μετέβη στη Ρώμη μαζί μ’ έναν παιδικό του φίλο, τον Βονώσο, για να συνεχίσουν εκεί τις εγκύκλιες σπουδές τους που βασίζονταν στη φιλολογική μελέτη ποιητών, όπως ο Βιργίλιος και ο Τερέντιος, και ιστορικών και ρητόρων, όπως ο Σαλλούστιος και ο Κικέρωνας. Στη Ρώμη ο Άγιος Ιερώνυμος διδάχθηκε τη ρητορική από τον περίφημο γραμματικό Δονάτο, ο οποίος του αφύπνισε την έφεση προς την τέχνη του λόγου, καλλιεργώντάς του μάλιστα την ικανότητα να τον χειρίζεται άριστα. Παράλληλα επεδείκνυε έναν ξεχωριστό ζήλο στην ανάγνωση και μελέτη των βιβλίων, παρόλο που στη Ρώμη ως νεαρός σπουδαστής είχε επιδοθεί σε διάφορες εκδηλώσεις ψυχαγωγίας και εφήμερες απολαύσεις, όπως το τσίρκο και το θέατρο, παρασυρόμενος από την εφηβεία και τις νεανικές του συναναστροφές. Μάλιστα για αυτόν τον τρόπο της ζωής κατά την περίοδο της νεότητός του δεν σταμάτησε ποτέ να μετανοεί, επικρίνοντάς τον ως μέγα ολίσθημα της εφηβείας του. Κατά τη διάρκεια των σπουδών του συνδέθηκε στενά και με τον Ρουφίνο από την Ακυληία (πόλη και λιμάνι στις ακτές της Αδριατικής), ενώ το 363 με τον θάνατο του αυτοκράτορος Ιουλιανού του δόθηκε η ευκαιρία χάρη στην ελευθερία έκφρασης της Εκκλησίας στη Ρώμη να επισκεφθεί τόσο λατρευτικούς χώρους, όπου λάμβαναν χώρα πολυάριθμες ευχαριστιακές συνάξεις, όσο και τους τάφους των αποστόλων και των μαρτύρων, όπου αυξάνονταν διαρκώς οι εκδηλώσεις τιμητικής προσκύνησης μέσα στις κατακόμβες.

Σε ηλικία είκοσι ετών, περί το 367-368, και αφού είχε λάβει το χριστιανικό βάπτισμα, αναχώρησε από τη Ρώμη για τους Τρεβήρους (σημερινή πόλη Τρίερ της Γερμανίας), έδρα την εποχή εκείνη της αυτοκρατορικής αυλής, αναζητώντας μία καλύτερη σταδιοδρομία στη ζωή του. Στην πόλη αυτή έμεινε μέχρι το 370, όπου χάρη στο έντονο ενδιαφέρον του για την εκκλησιαστική γραμματολογία, αντέγραψε δύο έργα δογματικού χαρακτήρα του Αγίου Ιλαρίου Πικτάβων. Παράλληλα στην πόλη αυτή άναψε και η δίψα του ασκητισμού σύμφωνα με το ανατολικό μοναχικό ιδεώδες του ερημητισμού τόσο για εκείνον όσο και για τον ομόσκηνο φίλο του, τον Βονώσο, ο οποίος μάλιστα αναχώρησε πρώτος για να ασκητέψει. Μετά τους Τρεβήρους ο Άγιος Ιερώνυμος μετέβη στην Ακυληία, όπου ο ιερέας Χρωμάτιος, ο οποίος αργότερα διετέλεσε επίσκοπός της, είχε δημιουργήσει έναν κύκλο από κληρικούς και λαϊκούς που εμπνεόταν από το ιδεώδες του ασκητισμού και την ομολογία πίστεως της Α΄ Οικουμενικής Συνόδου και επιδιδόταν σε πνευματικές ομιλίες. Στον κύκλο αυτό που αποκαλείτο «χορός των μακαρίων», συμμετείχαν μεταξύ άλλων και οι φίλοι και συσπουδαστές του, Βονώσος και Ρουφίνος, ενώ την περίοδο αυτή ο Άγιος Ιερώνυμος είχε την ευκαιρία να γνωρίσει έναν μορφωμένο χριστιανό γέροντα, τον Παύλο, ο οποίος διέθετε μία σημαντική εκκλησιαστική βιβλιοθήκη με έργα επιφανών χριστιανών Λατίνων, τα οποία αποτέλεσαν για εκείνον ανεξάντλητη πηγή μελέτης και ευχάριστης ενασχόλησης.

Περί το 373 ο Άγιος Ιερώνυμος αναχώρησε από την Ακυληία και έφθασε στην Αντιόχεια, έχοντας μαζί του και την προσωπική του βιβλιοθήκη. Εκεί έμεινε στο σπίτι του ιερέα Ευάγριου, όπου του δόθηκε η ευκαιρία να μελετά τους αγαπημένους του συγγραφείς μέσα από την πλούσια βιβλιοθήκη που διέθετε ο ιερέας. Την περίοδο μάλιστα αυτή μελετά ενδελεχώς τους προφήτες και αποστέλλει επιστολές που αποδεικνύουν έμπρακτα τον μεγάλο πνευματικό του ζήλο και τον ενθουσιασμό του για το μοναχικό ιδεώδες. Όμως η επιδημία που έπληξε την περιοχή της Αντιόχειας, έπληξε και τον ίδιο τον Άγιο Ιερώνυμο, ο οποίος στα μέσα της Μεγάλης Τεσσαρακοστής προσβλήθηκε από ισχυρό πυρετό και έφθασε μάλιστα στα πρόθυρα του θανάτου. Σ’ αυτή την κρίσιμη στιγμή για τη ζωή του είδε στον ύπνο του ένα θαυμαστό και αποκαλυπτικό όραμα. Σύμφωνα μ’ αυτό είδε τον εαυτό του να παρουσιάζεται ενώπιον του δικαστηρίου που δεν ήταν άλλο από το θεϊκό βήμα. Εκεί σε σχετικό ερώτημα του δικαστή δήλωσε τη χριστιανική του ιδιότητα, αλλά ο δικαστής του είπε ότι ψεύδεται, αφού δεν είναι χριστιανός, αλλά οπαδός του Κικέρωνα. Μάλιστα διέταξε να τον χτυπήσουν και τότε ο τυπτόμενος από τη συνείδησή του Άγιος Ιερώνυμος άρχισε να φωνάζει να τον ελεήσει ο Θεός και υποσχέθηκε ότι εάν αποκτήσει και διαβάσει ξανά ειδωλολατρικά βιβλία, αυτό θα σημαίνει ότι αρνείται το όνομα του Ιησού Χριστού. Εκείνη τη στιγμή ξύπνησε από το παράδοξο αυτό όραμα και έκτοτε ασχολήθηκε με ξεχωριστό ζήλο και αγάπη με τη μελέτη της Αγίας Γραφής.

Κατά την πρώτη περίοδο της παραμονής του στην Αντιόχεια συνέγραψε και το πρώτο του έργο που αφορούσε τον Προφήτη Οβδιού, ενώ ποθώντας περισσότερη ησυχία και άσκηση, έφυγε από την Αντιόχεια και εγκαταστάθηκε στην έρημο κοντά στη Χαλκίδα της Συρίας, περίπου ενενήντα χιλιόμετρα νοτιοανατολικά της Αντιόχειας, μιμούμενος τα παλαίσματα του Αγίου Αντωνίου. Όμως παρά την αυστηρή νηστεία και την αδιάλειπτη άσκηση, συχνά κάτω από οδυνηρές συνθήκες σκληραγωγίας, δοκιμαζόταν από αλλεπάλληλους λογισμούς και αναμνήσεις γύρω από τις ηδονές και τις απολαύσεις της νεότητός του. Γι’ αυτό και καθημερινά ερχόταν αντιμέτωπος με το αμαρτωλό παρελθόν του και με τον ίδιο του τον εαυτό, αφού κλυδωνιζόταν από τους ρυπαρούς λογισμούς της άστατης εφηβικής του ζωής. Παρόλα αυτά ευρισκόμενος στην έρημο, αισθανόταν απερίγραπτη αγαλλίαση, αφού ο ερημητισμός ήταν για εκείνον ο ιδεώδης τρόπος ζωής και έκφρασης. Το γεγονός αυτό αποδεικνύεται έμπρακτα και μέσα από την επιστολή του προς τον φίλο και συσπουδαστή του, Ηλιόδωρο, αφού έγινε η αιτία προσέλκυσης πολλών ανθρώπων στον μοναχισμό. Παράλληλα επιδόθηκε στην άσκηση της διανοίας, αφού τελειοποίησε τις γνώσεις του στην ελληνική γλώσσα, έμαθε εβραϊκά και αλληλογραφούσε συχνά με τους φίλους του. Στην έρημο της Χαλκίδος έμεινε από το 375 μέχρι και το 377, αφού η έντονη δογματική έριδα που δίχαζε την περίοδο εκείνη τον χριστιανικό κόσμο της Αντιόχειας, τον ανάγκασε να εγκαταλείψει την περιοχή.

Η κατάσταση που προκάλεσε το σχίσμα της Εκκλησίας της Αντιόχειας έγινε ακόμη πιο περίπλοκη, όταν ο Άγιος Ιερώνυμος υποστήριξε ότι ο όρος «υπόστασις» είναι συνώνυμος του όρου «ουσία». Την ίδια άποψη είχε και ο Μέγας Αθανάσιος, ο οποίος ταύτιζε πλήρως την ουσία με την υπόσταση. Σύμφωνα μ’ αυτή την ταύτιση ομολογείται μία και μοναδική ουσία στον Θεό σε αντίθεση με εκείνους που ομολογούν τρεις υποστάσεις. Μπροστά σ’ αυτή την πρόκληση ο Άγιος Ιερώνυμος απέστειλε τόσο επιστολή στον πάπα Δάμασο ζητώντάς του να δώσει λύση στη διένεξη όσο και γράμμα στον πρεσβύτερο Μάρκο, όπου διαμαρτύρεται για την αμφισβήτηση και περιφρόνηση που αντιμετωπίζει από τους ίδιους τους ορθοδόξους. Έτσι επέστρεψε στην Αντιόχεια, όπου χειροτονήθηκε πρεσβύτερος από τον επίσκοπο Παυλίνο με τον απαραίτητο όρο βέβαια να μην ασκήσει ποτέ τα ιερατικά του καθήκοντα, αφού σε όλη του τη ζωή θεωρούσε τον εαυτό του ως έναν απλό μοναχό. Παράλληλα συνέχισε τη μελέτη της Αγίας Γραφής, αφού στην Αντιόχεια δίδασκαν μεγάλοι θεολόγοι και ερμηνευτές της Βίβλου, όπως ο σοφός Απολλινάριος Λαοδικείας, από τον οποίο έμαθε την ερμηνευτική μέθοδο που επικεντρωνόταν στην ιστορική και κυριολεκτική σημασία του κειμένου. Κατά την περίοδο αυτή συνέγραψε τον βίο του μακαρίου Παύλου του πρώτου ερημίτη, ενώ μετέφρασε και το χρονικό του Ευσεβίου Καισαρείας.

Γύρω στο 379-380 έφτασε στην Κωνσταντινούπολη, όπου συναντήθηκε με τον Άγιο Γρηγόριο τον Θεολόγο, τον οποίο ο Άγιος αποκαλούσε «ἄνδρα εὐφραδέστατο», ενώ υπήρξε διδάσκαλος του Αγίου Ιερωνύμου στην ερμηνεία των Γραφών. Γι’ αυτό και σύμφωνα με την προτροπή του Αγίου Γρηγορίου του Θεολόγου ο Άγιος Ιερώνυμος μετέφρασε το χρονικό του Ευσεβίου που αποτελεί βαρυσήμαντο έργο, αφού αποδεικνύει την ιστορική προτεραιότητα της αληθινής πίστεως απέναντι στην ειδωλολατρία και την αίρεση. Επιρροή όμως στον Άγιο Ιερώνυμο δεν άσκησε μόνο η προσωπικότητα του Αγίου Γρηγορίου του Θεολόγου, αλλά και του Αγίου Γρηγορίου Νύσσης που συμμετείχε στη σύνοδο του 381 στην Κωνσταντινούπολη. Το γεγονός μάλιστα αυτό τον ώθησε στην ανάγνωση και μετάφραση των έργων του Ωριγένη. Στο μεταξύ μετά τον αιφνίδιο θάνατο του Μελετίου Αντιοχείας ανέλαβε ο Άγιος Γρηγόριος ο Θεολόγος, ο οποίος όμως αναγκάσθηκε να παραιτηθεί. Το 382 ο αυτοκράτορας Γρατιανός συγκάλεσε σύνοδο στη Ρώμη, η οποία αναγνώρισε ως κανονικό επίσκοπο Αντιοχείας τον Παυλίνο, ο οποίος μαζί με τον Άγιο Επιφάνιο επίσκοπο Σαλαμίνος (Κωνσταντίας) της Κύπρου προσκάλεσαν τον Άγιο Ιερώνυμο που είχε επιστρέψει στην Αντιόχεια για να τους συνοδεύσει στη Ρώμη, όπου θα συγκαλείτο η σύνοδος. Εκεί ο Άγιος ανέλαβε καθήκοντα γραμματέα του ογδοντάχρονου πάπα Δαμάσου, αφού του είχε αναθέσει να απαντά στις γνωμοδοτήσεις της Ανατολής και της Δύσης, ενώ κατά την παραμονή του στη Ρώμη επιδόθηκε με ιδιαίτερη επιμέλεια και ζήλο στην ερμηνεία της Αγίας Γραφής. Γι’ αυτό και ο πάπας Δάμασος τον ρωτούσε για τη σημασία λέξεων και παραβολών μέσα από την Αγία Γραφή, καθώς και για την ερμηνεία διαφόρων θεμάτων που προέκυπταν από τη μελέτη της Βίβλου. Μόλις ο πάπας διεπίστωσε τις εξαιρετικές ικανότητες του Αγίου στην ερμηνεία της Αγίας Γραφής, του ζήτησε να αναλάβει μία νέα λατινική μετάφραση των Ευαγγελίων με βάση το ελληνικό πρωτότυπο, από το οποίο μεταφράστηκαν, αναθεωρώντας τις παλαιές ανακριβείς λατινικές μεταφράσεις. Μάλιστα βάσει του ελληνικού κειμένου αναθεώρησε και τη λατινική μετάφραση του Ψαλτηρίου.

Η φήμη του ως αρίστου ερμηνευτού της Αγίας Γραφής συνέβαλε στο να έρθει σε επαφή με τους αριστοκρατικούς κύκλους της Ρώμης και να γίνει ο πνευματικός καθοδηγητής ενός κύκλου ευγενών και ευσεβών γυναικών που βρισκόταν στον Αβεντίνο λόφο και είχαν συγκεντρωθεί γύρω από τη Μαρκέλλα, μία νεαρή χήρα που ζούσε ασκητικό βίο μαζί με τη μητέρα της, Αλμπίνα. Στις γυναίκες αυτές ο Άγιος Ιερώνυμος δίδασκε τόσο τη μελέτη της Αγίας Γραφής όσο και τις αρχές της ασκητικής πολιτείας και απαντούσε με επιστολές στα ερωτήματα που προέκυπταν. Στη βιβλική μελέτη διακρίθηκε για τον ζήλο και τις ικανότητές της ιδιαίτερα η Μαρκέλλα, ενώ τρεις γυναίκες, η Παύλα, η Βλεσίλλα και η Ιουλία – Ευστοχία παρακολουθούσαν τις αγιογραφικές διαλέξεις του Αγίου και μάθαιναν εβραϊκά. Μέσα από τη διδασκαλία του εξύμνισε τόσο πολύ τον ασκητικό βίο, ώστε τον ταύτιζε με την παρθενία. Ήταν μάλιστα τέτοιος ο ζήλος και η αγάπη του για την ασκητική ζωή και την παρθενία, ώστε πολλοί τον επέκριναν για την αρνητική του στάση απέναντι στον γάμο, όπως ο Ελβίδιος, ένας Ρωμαίος λαϊκός, ο οποίος σε μία πραγματεία του, αμφισβητώντας το αειπάρθενο της Υπεραγίας Θεοτόκου, δεν θεωρούσε την παρθενία ανώτερη από τον γάμο. Ο Άγιος Ιερώνυμος απάντησε όμως στον προκλητικό και ασεβή Ρωμαίο με το έργο «Κατά Ελβιδίου», στο οποίο τονίζει ότι αμφισβητώντας τη μητέρα του Κυρίου, προσβάλλεται ο ίδιος ο Χριστός, αφού μ’ αυτόν τον τρόπο κατηγορείται «ο ναός του σώματος του Κυρίου». Εκτός όμως από την εξύμνιση της παρθενίας επέκρινε τους ψευδοχριστιανούς και τους κληρικούς με κοσμική εμφάνιση και συμπεριφορά, αφού τα ενδιαφέροντα και η δραστηριότητά τους επικεντρώνεται στην αμφίεση, τα αρώματα, τα φαρδιά παπούτσια, τα περιποιημένα μαλλιά και τα δαχτυλίδια στα δάχτυλα, εικόνα που παραπέμπει περισσότερο σε γαμπρούς παρά σε κληρικούς. Κατακριτέοι είναι όμως και εκείνοι που η αποκλειστική ενασχόλησή τους είναι στο να συλλέγουν πληροφορίες για τις μεγάλες κυρίες, τα σπίτια που διαμένουν και τις συνήθειές τους. Η επικριτική αυτή στάση του Αγίου Ιερωνύμου απέναντι στον γάμο και τους κοσμικούς κληρικούς προκάλεσε έντονες αντιπάθειες στο πρόσωπό του, οι οποίες οξύνθηκαν ακόμη περισσότερο μετά τον θάνατο της εικοσάχρονης Βλεσίλλας και κυρίως μετά την εκδημία του πάπα Δαμάσου στις 11 Δεκεμβρίου του 384, ο οποίος ήταν ένθερμος υπερασπιστής του. Έτσι κάποια στιγμή οδηγήθηκε σε εκκλησιαστικό δικαστήριο, κατηγορούμενος για τη στενή του σχέση με τον κύκλο των γυναικών, αλλά υπερασπιζόμενος τον εαυτό του, αθωώθηκε.

Τον Αύγουστο του 385 αναγκάσθηκε να εγκαταλείψει τη Ρώμη μαζί με τον ιερέα Βικέντιο, τον μικρότερο αδελφό του, τον Παυλιανό, και μερικούς μοναχούς. Στη διαδρομή συνάντησε την Παύλα και την κόρη της, την Ευστοχία, και αναχώρησαν για να κάνουν ένα προσκυνηματικό ταξίδι στην Παλαιστίνη για να επισκεφθούν τους Αγίους Τόπους. Περί τα τέλη του 385 έφθασαν στην πόλη των Ιεροσολύμων, όπου είχαν εγκατασταθεί ήδη από χρόνια ο νεανικός φίλος του Αγίου, ο Ρουφίνος, ο οποίος ήταν ηγούμενος σε μία ανδρική μονή στο όρος των Ελαιών και μία ευγενής γυναίκα, η Μελανία, η οποία ήταν ηγουμένη σε μία γυναικεία μονή. Κατά τη διάρκεια μάλιστα της παραμονής τους επισκέφθηκαν όλα τα ιερά προσκυνήματα των Αγίων Τόπων. Μετά την ολοκλήρωση της προσκυνηματικής τους περιοδείας αναχώρησαν για την Αίγυπτο, η οποία ως κέντρο του μοναστικού βίου, αποτελούσε την εποχή εκείνη τον μεγάλο πόλο έλξης για τους χριστιανούς, στη δε Αλεξάνδρεια διευθυντής της κατηχητικής σχολής ήταν ο Δίδυμος ο Τυφλός. Μετά τη σύντομη διαμονή στην Αίγυπτο αναχώρησαν για τη Βηθλεέμ, όπου ο επίσκοπος Ιεροσολύμων Κύριλλος έδωσε την ευλογία του για την ίδρυση δύο μοναστηριών στην περιοχή, ενός ανδρικού με ηγούμενο τον Άγιο Ιερώνυμο και ενός γυναικείου με ηγουμένη την Παύλα. Έτσι ο Άγιος Ιερώνυμος την εποχή αυτή καθοδηγεί πνευματικά τους μοναχούς του, διδάσκοντάς τους την υπακοή και την άσκηση, αλλά και αρχαίους κλασικούς συγγραφείς. Παράλληλα τελειοποιεί τις γνώσεις του στα εβραϊκά, ενώ ταξιδεύει συχνά στην Καισάρεια της Ιουδαίας για να μελετήσει την πλούσια σε έργα χριστιανών συγγραφέων βιβλιοθήκη της πόλης, η οποία μεταξύ άλλων περιλάμβανε όλα τα έργα του Ωριγένη.

Αξιοσημείωτη και θαυμαστή υπήρξε η συγγραφική δραστηριότητα του Αγίου κατά τα επτά πρώτα χρόνια της παραμονής του στη Βηθλεέμ, αφού η περίοδος αυτή θεωρείται η δημιουργικότερη από άποψη συγγραφής για τον «ερημίτη της Βηθλεέμ», όπως χαρακτηριστικά αποκαλείται ο Άγιος. Το πλούσιο συγγραφικό του έργο έχει κυρίως απολογητικό και αντιαιρετικό χαρακτήρα. Κορυφαία έργα αυτής της περιόδου είναι η μετάφραση του έργου του Διδύμου του Τυφλού «Περί του Αγίου Πνεύματος», οι μεταφράσεις των έργων «Περί θέσεως και ονομασίας εβραϊκών τόπων» του Ευσεβίου Καισαρείας και «Περί εβραϊκών ονομάτων» του Ψευδο-Φίλωνος, το ερμηνευτικό έργο «Ζητήματα εβραϊκά εις την Γένεσιν», οι βίοι του Παύλου του Θηβαίου, του Μάλχου και του μοναχού Ιλαρίωνος, καθώς και το έργο «Περί ανδρών επιφανών». Πρωτίστως όμως αφοσιώθηκε στην αναγκαιότητα της μετάφρασης της Αγίας Γραφής και των υπομνημάτων που τη συνόδευαν, αφού βασικό μέλημά του ήταν να επιστρέψει στην ακρίβεια του πρωτοτύπου κειμένου, αποκαθιστώντας μ’ αυτόν τον τρόπο την αυθεντικότητά του, αλλά και να απαντήσει στην κριτική των Εβραίων που υποστήριζαν ότι οι χριστιανοί βασίζονταν πάνω σε μία λανθασμένη ερμηνεία της Βίβλου. Άλλωστε συχνά δήλωνε ότι «άγνοια των Γραφών σημαίνει άγνοια του Χριστού».

Ο φλογερός ζήλος του για την υπεράσπιση της αλήθειας της ορθής χριστιανικής πίστεως τον ώθησε από το 393 να εμπλακεί σε σημαντικές και ποικίλες έριδες. Έτσι το μικρό βιβλίο ενός Ρωμαίου μοναχού, ονόματι Ιοβινιανός, του έδωσε το έναυσμα για μία σφοδρή αντιπαράθεση και διαμάχη. Ο εν λόγω μοναχός θεωρούσε την παρθενία υπερβολή, υποτιμούσε την πνευματική αξία της νηστείας, ισχυριζόταν ότι οι έγγαμοι, οι χήρες και οι άγαμοι είναι ισότιμοι πνευματικά και ότι όλοι οι άνθρωποι θα συγχωρηθούν κατά την ημέρα της κρίσεως. Ως απάντηση σ’ αυτές τις ακραίες θέσεις ο Άγιος Ιερώνυμος συνέγραψε το σκανδαλώδες για πολλούς έργο «Κατά Ιοβινιανού», στο οποίο τονίζεται η υπεροχή της παρθενίας έναντι του γάμου, ενώ υπερασπίζεται τη νηστεία, απαριθμώντας τις πιο παράξενες διατροφικές συνήθειες των λαών. Η σφοδρή διαμάχη όμως του Αγίου δόθηκε με τον περίφημο Αλεξανδρινό θεολόγο και εκκλησιαστικό συγγραφέα, Ωριγένη, στον οποίο παρόλο που έτρεφε μεγάλο θαυμασμό, συγκρούστηκε σφοδρότατα μαζί του. Αν και ο ονομαστός αυτός θεολόγος με το πλούσιο συγγραφικό έργο διετέλεσε διευθυντής της κατηχητικής σχολής της Αλεξάνδρειας, ίδρυσε νέα σχολή στην Καισάρεια της Παλαιστίνης και σφράγισε την ορθόδοξη θεολογία με όρους που πρώτος αυτός χρησιμοποίησε, όπως τον όρο «θεάνθρωπος», προέκυψαν μέσα από τη διδασκαλία του από αντίδραση προς τον γνωστικισμό διάφορες αιρετικές δοξασίες, οι οποίες προκάλεσαν έντονες συζητήσεις και αντιπαραθέσεις. Έτσι σύμφωνα με τον Ωριγένη η δημιουργία του κόσμου είναι άχρονος και προαιώνιος, οι ψυχές προϋπάρχουν, τα σώματα των νεκρών δεν θα αναστηθούν και τα πνεύματα θα επανέλθουν στην αρχική άυλη κατάσταση. Υποστήριζε επίσης ότι ο διάβολος θα μετανοήσει κάποια ημέρα και θα βρίσκεται στη Βασιλεία των Ουρανών μαζί με όλους τους αγίους, ενώ ερμήνευε αλληγορικά τον Παράδεισο, ισχυριζόμενος ότι το κατ’ εικόνα και καθ’ ομοίωση, με το οποίο πλάσθηκε ο άνθρωπος, εξαφανίσθηκε από τον ίδιο τον άνθρωπο μετά την εκδίωξή του από τον Παράδεισο. Γι’ αυτό και όταν το 394 μία ομάδα μοναχών από την Παλαιστίνη με επικεφαλής κάποιον Ατάρβιο πήγε στο μοναστήρι του Αγίου Ιερωνύμου, ζητώντάς του να υπογράψει μία ομολογία πίστεως που καταδίκαζε τις αιρετικές θέσεις του Ωριγένη, εκείνος το έπραξε σε αντίθεση με τον φίλο του, τον Ρουφίνο, ο οποίος με τη συμπαράσταση του επισκόπου Ιεροσολύμων Ιωάννου Β΄ αρνήθηκε να υπογράψει.

Η κατάσταση όμως οξύνθηκε ακόμη περισσότερο, όταν ο Άγιος Επιφάνιος επίσκοπος Κωνσταντίας της Κύπρου, ο οποίος ήταν πιστά αφοσιωμένος στις αποφάσεις της Α’ Οικουμενικής Συνόδου και σφοδρός πολέμιος του Ωριγένη και των θέσεών του, επισκέφθηκε τα Ιεροσόλυμα επ’ ευκαιρία της εορτής των Εγκαινίων του Πανιέρου Ναού της Αναστάσεως, κατά την οποία προσέρχονταν πολλοί προσκυνητές. Ο φιλοωριγενιστής επίσκοπος Ιεροσολύμων Ιωάννης για να τιμήσει τον επίσκοπο Επιφάνιο του ζήτησε να κηρύξει τον θείο λόγο. Τότε ο Επιφάνιος βρήκε την ευκαιρία και εκφώνησε έναν πύρινο λόγο εναντίον του Ωριγένη, γεγονός που ανάγκασε τον Ιωάννη να στείλει τον αρχιδιάκονό του για να διακόψει την ομιλία του. Μάλιστα εξοργίστηκε σε τέτοιο βαθμό ο Ιωάννης, ώστε κατηγόρησε όλους τους συκοφάντες του Ωριγένη, μεταξύ αυτών και τον Επιφάνιο, αποκαλώντάς τους «ανθρωπομορφίτες». Ο σοφός όμως ιεράρχης της Κωνσταντίας του απάντησε ότι όπως καταδικάζουμε κάθε αίρεση, έτσι πρέπει να καταδικάσουμε και τις απαράδεκτες δογματικές διδασκαλίες του Ωριγένη. Η έκρυθμη αυτή κατάσταση υποχρέωσε τον Επιφάνιο να αναχωρήσει από τα Ιεροσόλυμα και να μεταβεί στη μονή του Αγίου Ιερωνύμου στη Βηθλεέμ, όπου πληροφορήθηκε από τους μοναχούς ότι ο επίσκοπος Ιωάννης είχε απαγορεύσει την τέλεση της Θείας Λειτουργίας στη μονή, αφού και ο ίδιος ο Άγιος Ιερώνυμος δεν είχε το δικαίωμα να ιερουργεί στη Βηθλεέμ. Ο Επιφάνιος δεν έμεινε στη μονή, αλλά προτίμησε, σύμφωνα και με την παραίνεση άλλων, να επιστρέψει στα Ιεροσόλυμα και από εκεί να φύγει για την Κύπρο. Η κατάσταση όμως οξύνθηκε ακόμη περισσότερο, όταν το καλοκαίρι του 394 μετά από μία επίσκεψη μοναχών από τη μονή του Αγίου Ιερωνύμου στο μοναστήρι του Αγίου Επιφανίου στη Βησανδούκη της Παλαιστίνης, ο ίδιος ο Άγιος Επιφάνιος χειροτόνησε τον Παυλιανό, τον αδελφό του Αγίου Ιερωνύμου, διάκονο και κατόπιν ιερέα, για να υπηρετήσει τις δύο μονές στη Βηθλεέμ. Το γεγονός αυτό εξόργισε τον επίσκοπο Ιωάννη, αφού η χειροτονία έγινε χωρίς τη δική του άδεια και συγκατάθεση και αυτό σήμαινε αντικανονική καταπάτηση της εκκλησιαστικής του δικαιοδοσίας. Μάλιστα απείλησε να αποστείλει επιστολές διαμαρτυρίας προς όλους τους επισκόπους, αλλά ο γηραιός επίσκοπος της Κωνσταντίας του απάντησε σε σχετική επιστολή ότι δεν έχει φόβο Θεού και ότι εξακολουθεί να υπερασπίζεται την αίρεση του Ωριγένη. Κατόπιν ο Ιωάννης απαγόρευσε στους μοναχούς και τις μοναχές των δύο μοναστηριών του Αγίου Ιερωνύμου την είσοδο στον ναό της Γεννήσεως, ενώ στερήθηκαν τη λειτουργική ζωή, ακόμα και την είσοδο στα κοιμητήρια των χριστιανών, αλλά και τη συμμετοχή στις βαπτίσεις των κατηχουμένων των μοναστηριών. Η κατάσταση χειροτέρεψε πολύ περισσότερο, όταν ο επίσκοπος Ιωάννης πληροφορήθηκε ότι ο Άγιος Ιερώνυμος μετέφρασε στα λατινικά την επιστολή του Επιφανίου που τον κατηγορούσε ως αιρετικό. Γι’ αυτό και θέλησε να εκτοπίσει τον Ιερώνυμο από την Παλαιστίνη, αλλά η απέλαση δεν πραγματοποιήθηκε ποτέ. Στη διένεξη αναμείχθηκε και ο φίλος του Αγίου Ιερωνύμου, ο Ρουφίνος, ο οποίος ως ωριγενιστής και υπερασπιστής του επισκόπου Ιωάννου, ενημέρωσε τον ιερέα Ισίδωρο που ήταν υπέρμαχος της διδασκαλίας του Ωριγένη ότι ο Επιφάνιος και ο Ιερώνυμος κατηγορούσαν τον Ιωάννη ως αιρετικό. Τότε ο Πατριάρχης Αλεξανδρείας Θεόφιλος θέλησε να παρέμβει για να επέλθει ανακωχή. Αρχικά δεν κατέστη εφικτό, αφού οι επιστολές του είχαν σκοπό, οι μεν Επιφάνιος και Ιερώνυμος να αναγνωρίσουν τον Ιωάννη ως επίσκοπό τους, οι δε Ιωάννης και Ρουφίνος να ομολογήσουν την πίστη τους στην ορθοδοξία. Όμως η εκ νέου παρέμβαση του Πατριάρχου Θεοφίλου κατόρθωσε να αλλάξει την κατάσταση και να αρθεί η τιμωρία της ακοινωνησίας για τον Άγιο Ιερώνυμο και τις συνοδείες του, ενώ υπήρξε και συμφιλίωση του Αγίου με τον Ρουφίνο.

Η εικονική αυτή ειρηνική ατμόσφαιρα δεν κράτησε όμως πολύ, αφού η σύγκρουση των δύο παλαιών φίλων αναζωπυρώθηκε με αφορμή τη μετάφραση από τον Ρουφίνο του έργου «Περί Αρχών» του Ωριγένη, το οποίο θεωρούσε κορυφαίο έργο και συνέχεια της φιλοσοφικής παράδοσης των πραγματειών αναφορικά με τη θεία Πρόνοια. Ο Άγιος Ιερώνυμος του απάντησε, σύμφωνα και με την προτροπή των φίλων του, με μία μετάφραση που αποδείκνυε τις αιρετικές θέσεις της ωριγενικής αίρεσης. Στο μεταξύ η αλλαγή στάσης τόσο από τον πάπα Αναστάσιο όσο και από τον Αλεξανδρείας Θεόφιλο, ο οποίος άρχισε να εκδιώκει τους ωριγενιστές μοναχούς, καταδικάζοντάς τους μάλιστα ως αιρετικούς σε μία σύνοδο, ενθάρρυνε τον Άγιο Ιερώνυμο να συνεχίσει τη διαμάχη του εναντίον του ωριγενισμού. Μάλιστα πληροφορούμενος από τον αδελφό του, τον Παυλινιανό, για την πρόθεση του Ρουφίνου να γράψει εναντίον του, συντάσσει μία απολογία κατά του Ρουφίνου, στην οποία τον καταγγέλλει ως μεταφραστή του Ωριγένη και ασκεί κριτική σε μία πραγματεία του. Απεναντίας ο Ρουφίνος τον κατηγορεί ότι πρόδωσε τη συμφιλίωσή τους και καταγγέλλει ως παρερμηνεία τη μετάφραση του Αγίου Ιερωνύμου στο έργο «Περί αρχών», ενώ τον απειλεί ότι θα αποκαλύψει το αμαρτωλό παρελθόν του. Στις κατηγορίες και απειλές αυτές ο Άγιος απάντησε με πειστικά επιχειρήματα, ενώ την πολεμική του απέναντι στον ωριγενισμό θα συνεχίσει και μετά τον θάνατο του Ρουφίνου το 410 στη Σικελία.

Παράλληλα όμως με τη συγγραφή αντιαιρετικών έργων εναντίον του Ωριγένη, ασχολήθηκε επισταμένα και με τη μετάφραση της Παλαιάς Διαθήκης, βασιζόμενος στο εβραϊκό κείμενο, ενώ απαντά και σε πολλές επιστολές που έχουν ερμηνευτικό χαρακτήρα. Αξιομνημόνευτη υπήρξε η επιστολή προς τον ιερέα Νεποτιανό, όπου ο Άγιος αναφέρεται στις υποχρεώσεις και την πρέπουσα συμπεριφορά των κληρικών, αλλά και η επιστολή προς τη νύφη της Παύλας, στην οποία αναφέρεται στη σωστή ανατροφή των κοριτσιών, όταν μάλιστα αυτά πρόκειται να ακολουθήσουν τη μοναχική πολιτεία. Όμως ο θάνατος της αγαπημένης πνευματικής του κόρης, της Παύλας, στις 26 Ιανουαρίου του 404, βύθισε τον Άγιο Ιερώνυμο σε τέτοια ψυχική θλίψη, ώστε εγκατέλειψε κάθε συγγραφική δραστηριότητα, αφού ήταν το πιο αγαπημένο και αξιοσέβαστό του πρόσωπο. Παρόλα αυτά συνέγραψε στη μνήμη της επιστολή με τίτλο «επιτάφιος λόγος στην Αγία Παύλα», όπου αναφέρεται στη διαδρομή του βίου της και σε όλα τα γεγονότα της προσωπικής της ζωής, καθώς και στις αρετές που την κοσμούσαν, όπως η ταπείνωση, η μετάνοια και η ελεημοσύνη. Μόλις συνήλθε κάπως από την απώλεια της Παύλας, άρχισε να μεταφράζει διάφορες επιστολές και κυρίως τους κανόνες του Αγίου Παχωμίου βάσει της ελληνικής απόδοσης του κοπτικού κειμένου, ενώ αργότερα θα συνεχίσει τους σχολιασμούς στους διάφορους προφήτες. Την περίοδο αυτή συνέγραψε και ένα σύντομο αντιαιρετικό έργο (Adversus Vigilantium) εναντίον του ισπανού ιερέα Βιγιλανδίου, στο οποίο ο μελετητής θαυμάζει την πειστική αντιαιρετική του επιχειρηματολογία. Ο εν λόγω ισπανός ιερέας σκιαγραφείται ως ένας ακόλαστος αιρετικός, αφού ήταν εναντίον της τιμητικής προσκύνησης και λιτάνευσης των ιερών λειψάνων, ενώ απέρριπτε τη νηστεία, τον μοναχισμό, την παρθενία, την ελεημοσύνη και τις ολονυχτίες. Αλλά η μαχητικότητα του Αγίου εναντίον των αιρέσεων και ο φλογερός του αγώνας για την υπεράσπιση της ορθόδοξης χριστιανικής πίστεως αποδεικνύεται και από τη σφοδρή μάχη που έδωσε κατά της πελαγιανικής αίρεσης, η οποία υποστήριζε ότι τα ανθρώπινα πάθη ξεριζώνονται από την ψυχή από τον ίδιο τον άνθρωπο και τις ενέργειές του και επομένως δεν έχει ανάγκη τη βοήθεια του Θεού. Ως απάντηση στη διδασκαλία των πελαγιανιστών συνέγραψε το αντιαιρετικό έργο «Dialogus adversus Pelagianos», στο οποίο τονίζεται η αναγκαιότητα της χάριτος του Θεού μέσα στη ζωή του αμαρτωλού ανθρώπου, ο οποίος δεν μπορεί να πορευτεί με τη δική του θέληση και με βάση το αυτεξούσιο. Γι’ αυτό και υπερασπίσθηκε τον θεσμό του νηπιοβαπτισμού. Ο αντιαιρετικός του αγώνας συνεχίστηκε με το ίδιο σθένος μέχρι το καλοκαίρι του 416, όταν η αίρεση των πελαγιανιστών καταδικάσθηκε τελικά από τις επαρχιακές συνόδους της Καρχηδόνας και της Milene, ενώ τον Μάιο του 418 καταδικάσθηκε και από μία παναφρικανική σύνοδο.

Στο μεταξύ την άνοιξη του 416 τα μοναστήρια του Αγίου Ιερωνύμου και της Παύλας δέχθηκαν τη βίαιη επίθεση πανούργων ανθρώπων και καταστράφηκαν, αφού παραδόθηκαν στη λαίλαπα της φωτιάς. Το θλιβερό και απρόσμενο αυτό γεγονός ανάγκασε τον Άγιο να εγκατασταθεί σε άλλο μέρος, ενώ ο αιφνίδιος θάνατος της Ευστοχίας που είχε αναλάβει την ηγουμενία των μοναζουσών μετά τον θάνατο της μητέρας της, της Παύλας, βύθισε για μία ακόμη φορά τον Άγιο σε βαθύτατη θλίψη. Παρ’ όλα αυτά, βρήκε το κουράγιο να συνεχίσει τον αγώνα του εναντίον της πελαγιανικής αίρεσης μέχρι τις 30 Σεπτεμβρίου του 420, όπου καταβεβλημένος πλέον από την προχωρημένη ηλικία και τις ασθένειες παρέδωσε το πνεύμα του στον Πανάγαθο Θεό. Μάλιστα, σύμφωνα με τη μαρτυρία ανώνυμου προσκυνητού από την Ιταλία που επισκέφθηκε τους Αγίους Τόπους μεταξύ 550 και 570, ο Άγιος Ιερώνυμος είχε σκαλίσει πάνω στον βράχο στην είσοδο του Σπηλαίου της Γεννήσεως στη Βηθλεέμ μία επιγραφή, είχε δε φτιάξει και τον τάφο, όπου επιθυμούσε να τον ενταφιάσουν.

Η μνήμη του τιμάται από την Ορθόδοξη Εκκλησία μας στις 15 Ιουνίου, ενώ προς τιμήν του συντάχθηκαν δύο ασματικές ακολουθίες. Η πρώτη εποιήθη το 1886 από τον μοναχό Νήφωνα και συμπληρώθηκε το 1893 από τον Σιμωνοπετρίτη μοναχό Ιερώνυμο, ενώ εκδόθηκε το 1925 με επιμέλεια του Καθηγουμένου του Ιερού Κοινοβίου Σίμωνος Πέτρας Αρχιμανδρίτου Ιερωνύμου. Η δεύτερη ακολουθία εποιήθη στο Άγιο Όρος από τον αοίδιμο Γεράσιμο Μοναχό Μικραγιαννανίτη, Υμνογράφο της Μεγάλης του Χριστού Εκκλησίας, και εκδόθηκε το 1969 από τον αείμνηστο Αρχιεπίσκοπο Αθηνών και πάσης Ελλάδος Ιερώνυμο Α΄ (+15 Νοεμβρίου 1988). Επ’ ονόματι του Αγίου Ιερωνύμου τιμάται ανδρικό ησυχαστήριο στο Αμπελοχώρι Θηβών, το οποίο ιδρύθηκε το 1999 από τον αοίδιμο Αρχιμανδρίτη π. Χρυσόστομο Αγγέλου (+15 Ιουλίου 2009), αλλά και γυναικεία μονή στα Σκούρτα Βοιωτίας, η οποία υπάγεται στην Ιερά Μητρόπολη Νέας Ιωνίας και Φιλαδελφείας.

Επίσης εντός του κτιριακού συγκροτήματος του Ιερού Ιδρύματος της Ευαγγελιστρίας Τήνου υπάρχει μικρό παρεκκλήσιο αφιερωμένο στον Άγιο. Πλούσια υπήρξε και η εικονογραφία του Αγίου, ιδιαίτερα στη Δύση, αφού από τον 13ο μέχρι και τον 17ο αιώνα αναρίθμητες είναι οι εικονογραφικές παραστάσεις, οι οποίες άλλοτε τον παρουσιάζουν με τη μορφή μοναχού που συγγράφει, άλλοτε με τη μορφή του καρδιναλίου, άλλοτε από τη θέα του Εσταυρωμένου που κρατά με το αριστερό του χέρι, ενώ με το δεξί να χτυπά το στήθος του με μία πέτρα. Σημαντική θέση στις εικονογραφικές παραστάσεις του Αγίου κατέχει και η απεικόνιση του υποτακτικού λιονταριού.

Αναμφισβήτητα ο Άγιος Ιερώνυμος υπήρξε ο κατ’ εξοχήν άγιος της Αγίας Γραφής και αυτός που επηρέασε τον θεολογικό κόσμο της Δύσης μέσα από το μεταφραστικό και υπομνηματικό του έργο στη Βίβλο. Έχοντας ως πνευματικό του πρότυπο τον Μέγα Αντώνιο και την ασκητική του πολιτεία κατέστη λαμπρός βιβλικός πατήρ της Εκκλησίας με πλουσιότατο και ανεκτίμητο συγγραφικό έργο και με μαχητική αντιαιρετική δράση, υπερασπιζόμενος την αλήθεια της ορθής χριστιανικής πίστεως και ομολογίας που για εκείνον ήταν το κριτήριο για τη σωτηρία του ανθρώπου. Ας αποτελέσει και για τη σημερινή συγκεχυμένη και αλλοπρόσαλλη εποχή μας ένα φωτεινό πρότυπο που θα διδάσκει, θα καθοδηγεί και θα εμπνέει τον άνθρωπο εκείνο που αναζητά εναγωνίως νόημα στη ζωή και την ύπαρξή του μέσα από την αλήθεια της ορθής πίστεως της Εκκλησίας μας.

 

Βιβλιογραφία

· Μαρίνη Σπυρίδωνος Ν., Ο Όσιος Ιερώνυμος – Ο υπερασπιστής της Ορθοδοξίας, Εκδόσεις Νεκτάριος Παναγόπουλος, Α΄ Έκδοση, Αθήνα 2011.

https://www.orthodoxianewsagency.gr/epikairotita/diethnis-imera-metafrasti-poios-agios-metefrase-ti-vivlo/

Η Τρωικη εκστρατεια: Μυθος ή πραγματικοτητα;

10:06:00 μ.μ.

ΤΟ ΙΣΤΟΡΙΚΟ ΥΠΟΒΑΘΡΟ ΤΩΝ ΕΛΛΗΝΙΚΩΝ ΜΥΘΩΝ

Η ΤΡΩΪΚΗ ΕΣΚΤΡΑΤΕΙΑ

Είναι προφανές ότι οι μύθοι και μάλιστα οι ελληνικοί έχουν ιστορικό υπόβαθρο. Πίσω δηλαδή από κάποιο μύθο κρύβεται κάποιο ιστορικό γεγονός άλλοτε εμφανές και άλλοτε κρυμμένο στο βάθος του χρόνου. Και είναι λογικό ότι όσο πιο παλιό είναι το ιστορικό γεγονός τόσο περισσότερα μυθολογικά στοιχεία έχει. Το θέμα είναι πώς θα ξεχωρίσουμε την ιστορία από τον μύθο, για να βλέπουμε κάθε φορά μέχρι πού φτάνει ο μύθος και από πού αρχίζει η ιστορία. Ένα άλλο πάλι ερώτημα είναι γιατί η ιστορία εμπλέκεται με τον μύθο.

Η εξήγηση είναι η εξής: όσο περνάει ο χρόνος, αν δεν υπάρχουν ιστορικές πηγές, τότε τα ιστορικά γεγονότα ξεθωριάζουν, δεν τα θυμούνται οι άνθρωποι και έτσι αναπληρώνουν τα ξεχασμένα πράγματα με την φαντασία τους.

Άλλος λόγος είναι ότι είτε δεν υπάρχουν ιστορικοί να αποθανατίσουν τα γεγονότα, να τα διατηρήσουν στην μνήμη των ανθρώπων, όπως αναφέρει ο Ηρόδοτος στον πρόλογό του, είτε υπάρχουν αλλά αυτοί είναι ποιητές, οι οποίοι με την ποιητική τους φαντασία πλάθουν ιστορίες με βάση αυτά τα ιστορικά γεγονότα.

Ένας ακόμη λόγος είναι ότι, επειδή τα γεγονότα αυτά είναι πολύ σημαντικά, ο λαός τα υπερβάλλει, για να δείξει από τη μια τον θαυμασμό του και από την άλλη να διδάξει και τις επόμενες γενιές τα ηρωικά κατορθώματα των προγόνων τους.

Ένα είναι γεγονός: ότι πίσω από το μυθικό στοιχείο υπάρχει πάντα ένα ιστορικό με λιγότερα ή περισσότερα μυθικά στοιχεία. Θα σας αναφέρω μερικές περιπτώσεις για διευκρίνιση των όσων λέμε. Η πρώτη αναφέρεται στους Κύκλωπες, η δεύτερη στους Πελασγούς, η Τρίτη στον Διγενή Ακρίτα και η τέταρτη στον κλέφτη Κατσαντώνη.

Οι Κύκλωπες με την περιγραφή του Ομήρου στην Οδύσσεια μας φαίνονται υπερφυσικά όντα και μάλιστα με ένα μάτι, όπως του Πολύφημου, που το τύφλωσε ο Οδυσσέας. Κι όμως ορισμένοι αρχαιολόγοι στην Κοζάνη της Δυτικής Μακεδονίας βρήκαν στις ανασκαφές τους κεφάλι με μία κόγχη στη μέση, που σημαίνει ότι είχε ένα μάτι, και υπέθεσαν ότι μπορεί να είναι κεφάλι Κύκλωπα.

Οι Πελασγοί που είναι Πρωτοέλληνες πιστεύεται ότι είχαν τεράστια σωματική δύναμη, με την οποία έκτισαν τείχη με τεράστιες πέτρες, όπως στις Μυκήνες, και τα τείχη αυτά ονομάστηκαν Πελασγικά ή Κυκλώπεια. Βέβαια και στην κλασική εποχή έχουμε τείχη και κολόνες με τεράστιες πέτρες, που δεν είναι τόσο μεγάλες, όπως των Πελασγικών τειχών, και εν πάση περιπτώσει στην κλασική εποχή έχουμε μεγάλη ανάπτυξη της τεχνολογίας. Γι’ αυτό και τα Πελασγικά ή Κυκλώπεια τείχη κινούνται μέσα στη σφαίρα του μύθου.

Τον Διγενή Ακρίτα τον παρουσιάζουν τα ακριτικά δημοτικά τραγούδια σαν έναν υπεράνθρωπο. Προφανώς πρόκειται για κάποιον άντρα με μεγάλη σωματική διάπλαση και με πολλές ικανότητες, αλλά όχι σε αυτόν τον υπερβολικό βαθμό. Κι όμως το δεχόμαστε λόγω ποιητικής φαντασίας, η οποία εξυπηρετεί τον τονισμό της ανδρείας αυτού του ήρωα.

Στα ακριτικά δημοτικά τραγούδια υπάρχει μυθικό στοιχείο αλλά ακόμη και στα ιστορικά δημοτικά τραγούδια δεν λείπει. Ο Κίτσος και ο Μπουκουβάλας, γνωστοί σε όλη την Κλεφτουριά, περιγράφονται και αυτοί με υπερβολικό τρόπο, που αποσκοπεί στον τονισμό του ηρωισμού του Κίτσου και του Μπουκουβάλα.

Όσο προχωρούμε προς το απώτερο παρελθόν τόσο το μυθικό στοιχείο αυξάνει εις βάρος του ιστορικού. Έτσι για την Τρωική εκστρατεία ξέρουμε πολλά αλλά τα περισσότερα από τον Όμηρο και τους τραγικούς ποιητές, ενώ για την Αργοναυτική εκστρατεία ξέρουμε πολύ λιγότερα και ακόμη λιγότερα έως ελάχιστα για τον μύθο της Ατλαντίδας.

Με τους μύθους ασχολείται η μυθολογία, ενώ η ιστορία με γεγονότα της ζωής του ανθρώπου. Οι μύθοι θεωρούνται ότι είναι φανταστικοί, ενώ τα ιστορικά γεγονότα, επειδή υπάρχουν αποδεικτικά στοιχεία, θεωρούνται αληθινά. Τα πρώτα αποδεικτικά στοιχεία είναι τα γραπτά μνημεία. Δεν επαρκούν όμως μόνο αυτά. Για παράδειγμα για την Ομηρική εποχή έχουμε τα έργα του Ομήρου. Όμως αυτά μας παραδίδονται, όπως λένε, γραπτά μόλις από την εποχή του Πεισιστράτου, ο οποίος φρόντισε για την καταγραφή τους. Μέχρι τότε υπήρχαν οι παραδόσεις και ο προφορικός λόγος, που τα διέσωζε. Επομένως η ιστορία δεν αρχίζει από τότε που υπάρχουν γραπτά μνημεία αλλά από τότε που υπάρχουν αρχαιολογικά λείψανα για μια περίοδο.

Όσο δεν έχουμε επαρκείς αποδείξεις αλλά απλώς ενδείξεις για μια περίοδο δεν έχουμε ιστορία αλλά προϊστορία. Προϊστορία όμως είναι και η μυθολογία, η οποία δεν έχει βέβαια επαρκείς αποδείξεις αλλά και αυτή έχει αρκετές ενδείξεις άλλοτε λιγότερες και άλλοτε περισσότερες. Επομένως η μυθολογία δεν είναι μεν ιστορία, για να έχουμε επαρκή ιστορικά στοιχεία, ώστε να σχηματίσουμε μια ολοκληρωμένη εικόνα για κάποιον λαό ή κάποιον πολιτισμό, αλλά έχουμε αρκετές ενδείξεις, τις οποίες δεν πρέπει να τις παραθεωρούμε.

Τα σχολικά εγχειρίδια αναφέρουν ως πρώτο ελληνικό πολιτισμό την Μυκηναϊκό και παραλείπουν τον Μινωικό και τον Κυκλαδικό, όπως και άλλους πολιτισμούς για παράδειγμα των Μινύων, τους οποίους τους αποδίδουν σε μεσογειακούς όχι ελληνικούς λαούς. Όμως τα πράγματα δεν είναι έτσι. Και από την προϊστορία έχουμε αρχαιολογικά ευρήματα και επιγραφές που ανεβάζουν την αρχή της ιστορίας των Ελλήνων χιλιάδες χρόνια πριν, όπως ο αρχάνθρωπος των Πετραλώνων, που ανακάλυψε ο Πουλιανός, ο οποίος τον χρονολογεί με σύγχρονες επιστημονικές μεθόδους στο 70.000 π.Χ. , ο πολιτισμός του Σέσκλου της Θεσσαλίας 5.000 π.Χ., η πινακίδα του Δισπιλιού της Καστοριάς 5.000 π.Χ.

Από μια άποψη η μυθολογία ενός λαού θα μπορούσε να ενταχθεί στην προϊστορία του, την οποία μπορεί να υποβοηθήσει και η αρχαιολογία και οι άλλες συγγενείς επιστήμες, όπως γεωλογία, αστρονομία κλπ., για να φτάσουμε στην ιστορία.

Ας δούμε τώρα τρία πολύ σημαντικά γεγονότα της ελληνικής ιστορίας που πέρασαν στο μύθο και έγιναν μυθικές διηγήσεις. Οι μυθικές αυτές διηγήσεις έχουν να κάνουν με εκστρατείες, με την εξάπλωση δηλαδή των ελληνικών πόλεων στην ευρύτερη περιοχή και προπαντός σε παράλια μέρη, όπου από τη μια κατέληγαν οι εμπορικοί δρόμοι των ιθαγενών πληθυσμών και από την άλλη η ναυσιπλοΐα τους έδινε την δυνατότητα να εμπορευτούν τα προϊόντα αυτά και να πλουτίσουν.

Τέτοιες ιδανικές ακτές ήταν οι ακτές της Μαύρης Θάλασσας, δηλαδή του Άξενου πόντου λόγω των βίαιων ανέμων και των τρικυμιών, που ονομάστηκε στη συνέχεια Εύξεινος Πόντος λόγω του πλούτου των ακτών. Στις ακτές αυτές εύρισκαν μέταλλα κυρίως χρυσό, δέρματα, σιτάρι, ξυλεία κλπ. Με την εξερεύνηση αυτής της πλουτοφόρας θάλασσας σχετίζεται η Αργοναυτική εκστρατεία, η οποία δηλώνει την προσπάθεια των ελληνικών πόλεων να ιδρύουν εκεί αποικίες. Και πράγματι οι περισσότερες ελληνικές πόλεις έκτισαν εκεί πολλές αποικίες.

Η πρόσβαση σε αυτήν την θάλασσα εξαρτιόνταν από τον έλεγχο του στενού του Ελλησπόντου και των Δαρδανελίων. Τα στενά του Ελλησπόντου αλλά και των Δαρδανελίων ήλεγχαν και ελέγχουν ακόμη και σήμερα όλα τα πλοία που πήγαιναν προς και από τον Εύξεινο πόντο, την Αζοφική θάλασσα και την Χερσόνησο της Κριμαίας. Αυτός ο έλεγχος των στενών παρακίνησε και τις ισχυρότερες Μυκηναϊκές πόλεις να πάρουν μέρος στην Τρωική εκστρατεία και τους Μυκηναίους και να επιμείνουν για πολλά χρόνια στην πολιορκία της Τροίας, η οποία ήλεγχε τα στενά, ώσπου την κατέλαβαν και την κατέστρεψαν.

Απήχηση όλων αυτών των γεγονότων είναι τα ομηρικά ποιήματα, τα οποία κυκλοφορούσαν προφορικά, ώσπου κάποιος σημαντικός ποιητής, ίσως ο Όμηρος, τα συγκέντρωσε και έγραψε το έπος της Τρωικής εκστρατείας. Φυσικά πρόκειται για ποίηση και μάλιστα επική, στην οποία το μυθικό στοιχείο «ποιητική αδεία» είναι έντονο. Υπάρχουν όμως αλήθειες που κρύβονται πίσω από αυτήν την επική διήγηση.

Η εκστρατεία του Ηρακλή στην μυθική ήπειρο της Ατλαντίδας, είναι πολύ παλιότερη και σχετίζεται με κατακλυσμούς, καταποντισμούς και γεωλογικές ανακατατάξεις που συνέβησαν τα παλιά χρόνια. Έχουμε ιστορικές διηγήσεις από τον Όμηρο, ο οποίος μιλάει για Ωγυγία, από τον Πλάτωνα στον Τίμαιο και τον Κριτία, από τον Πλούταρχο και από άλλους, οι οποίες περιλαμβάνουν πολλά μυθικά στοιχεία, τα οποία ούτε ο Ηρόδοτος μπόρεσε να μην τα συμπεριλάβει στις ιστορίες του. Ο Θουκυδίδης κάνει μια απλή αναφορά στα παλαιά αυτά γεγονότα χωρίς να τα διαπραγματεύεται. Πίσω από τους μύθους για τους κατακλυσμούς υπάρχουν μεγάλα γεωλογικά φαινόμενα, τα οποία έρχονται να το επιβεβαιώσουν οι γεωλόγοι με τις διάφορες μελέτες τους.

Ο ΜΥΘΟΣ

Λίγοι γνωρίζουν ότι η Τροία κτίστηκε από τον Τρώα, απόγονο του Δαρδάνου, που ήρθε στην περιοχή αυτή από την Σαμοθράκη. Ο ίδιος ο Δάρδανος μετά τον κατακλυσμό, που ονομάστηκε κατακλυσμός του Δαρδάνου, αναχώρησε με πλοία απέναντι στην Μικρά Ασία στο όρος Ίδη. Εκεί παντρεύτηκε την Βάτεια, κόρη του βασιλιά Τεύκτρου και απέκτησε τον Εριχθόνιο και τον Ίλο. Μετά τον θάνατο του Τεύκτρου ο Δάρδανος τον διαδέχθηκε στον θρόνο, βασίλευσε 31 χρόνια ως τον θάνατο του ονομάζοντας το βασίλειό του Δαρδανία και την πρωτεύουσά του επίσης Δαρδανία, την οποία έκτισε σε πολύ ψηλό σημείο, ώστε, εάν γινόταν και πάλι κατακλυσμός, η πόλη να μην κινδύνευε να βυθιστεί.

Διάδοχος του Δάρδανου ήταν ο γιός του Εριχθόνιος, εγγονός του Τεύκτρου. Ο άλλος του γιος ο Ίλος πέθανε πρόωρα πριν από τον Δάρδανο. Τον Εριχθόνιο διαδέχθηκε ο γιος του Τρώας, ο οποίος με την Καλλιρόη , απέκτησε τον Ασσαράκο, τον Ίλο, τον Γανυμήδη και την Κλεοπάτρα.

Ο Τρώας την Δαρδανία την ονόμασε Τροία και ο γιος και διάδοχός του Ίλος ίδρυσε την νέα πρωτεύουσα του βασιλείου το Ίλιον ή Τροία, την μυθική πόλη του Ομήρου, περίπου 25 χιλιόμετρα νοτιότερα από την παλιά πρωτεύουσα Δαρδανία. Πολλοί μελετητές δέχονται ότι την Βιλούσα, αρχικά την αποκαλούσαν Βίλιον και στη συνέχεια Ίλιον, Τροία.

ΥΠΟΘΕΣΕΙΣ ΚΑΙ ΠΡΑΓΜΑΤΙΚΟΤΗΤΕΣ

Πίσω από τον μύθο της Τρωικής εκστρατείας κρύβεται η ιστορική αλήθεια, την οποία ανακάλυψε η αρχαιολογική σκαπάνη του Σλίμαν και επιβεβαίωσε αρκετά από αυτά που ξέραμε από τον Όμηρο.

Χάρη σε νέες ανασκαφές και στην πρόοδο της μελέτης των αρχαίων κειμένων, οι μελετητές είναι πεπεισμένοι ότι πίσω από τον μύθο της Τρωικής εκστρατείας υπάρχουν κάποια ψήγματα αλήθειας.

Ανάμεσα στο 1450 και το 1180 π.Χ., στην Ελλάδα κυριαρχούσε μια σειρά από βασίλεια πολεμιστών, με σημαντικότερα τις Μυκήνες, τη Θήβα, την Τίρυνθα και την Πύλο. Τα βασίλεια αυτά εξόρμησαν στα νησιά του Αιγαίου, τις ακτές της Μ. Ασίας και στην Κύπρο, με αποτέλεσμα να απλωθεί σε μεγάλη έκταση ο Ελληνισμός.

Η έρευνα για την Τροία

Η έρευνα για την Τροία άρχισε το 1871, όταν ο ομηρολάτρης Γερμανο-Αμερικανός επιχειρηματίας Χάινριχ Σλίμαν άρχισε να ανασκάπτει έναν λόφο νοτίως της εισόδου του Ελλησπόντου στη βορειοδυτική Μ. Ασία. Οι ανασκαφές του συνεχίστηκαν μέχρι το 1890. Έκτοτε ακολούθησαν πολλές ανασκαφές και επιβεβαίωσαν τα ευρήματα του Σλίμαν.

Η Τροία ήταν μια σπουδαία πόλη για 2.000 χρόνια, περίπου από το 3000 μέχρι το 950 π.Χ.  Κατά την Ύστερη Εποχή του Χαλκού, η Τροία ήταν πλούσια και κραταιά. Η Τροία έλεγχε σημαντικά λιμάνια, ενώ η ίδια η πόλη προστατευόταν από ένα πελώριο σύμπλεγμα τειχών, τάφρων και οχυρών με ξύλινους φράκτες. Αυτή η περιγραφή μοιάζει με την Ομηρική Τροία. Η αρχαία Τροία έχει δέκα οικιστικά στρώματα που χρονολογούνται περίπου από το 2920 μέχρι το 1300 π.Χ. Ο Σλίμαν πίστευε ότι η Τροία του Πριάμου ήταν η Τροία ΙΙ (2550-2250 π.Χ.). Οι πιο πρόσφατοι όμως ανασκαφείς ταυτοποίησαν την ομηρική Τροία με την Τροία VI (1300-1210/1180 π.Χ.).

Η Τροία βρισκόταν στην είσοδο του Ελλησπόντου και επικοινωνεί με το Αιγαίο Πέλαγος. Την πόλη προστάτευαν λιμάνια και στις δυο πλευρές της θάλασσας. Ο Ελλήσποντος με τη σειρά του οδηγεί στη Θάλασσα του Μαρμαρά, στον Βόσπορο, και στη Μαύρη Θάλασσα, τον Εύξεινο Πόντο, δημιουργώντας ένα θαλάσσιο πέρασμα στρατηγικής σημασίας ακόμη και σήμερα για εμπορικά και πολεμικά πλοία. Η Τροία πλούτισε ως τόπος συνάντησης των εμπόρων που συναλλάσσονταν περιμένοντας τον άνεμο να κοπάσει. Επίσης εμπορεύονταν άλογα, τα οποία εκτρέφονταν στο γόνιμο έδαφος της ενδοχώρας. 

 Ο Σλίμαν ανακάλυψε επίσης κομψά κεραμικά, κατασκευασμένα στον τροχό, και περισσότερα από 20 αντικείμενα από χρυσό και άλλα πολύτιμα μέταλλα, τον αποκαλούμενο «Θησαυρό του Πριάμου». Οι ανασκαφείς έχουν ανακαλύψει όπλα, αιχμές από βέλη και δόρατα, πέτρες για σφενδόνες, καθώς και άταφα ανθρώπινα οστά. Όλα αυτά παραπέμπουν σε μια αιφνιδιαστική και βίαιη επίθεση. Σύμφωνα με πρόσφατες έρευνες, οι πόλεις γύρω από την Τροία μπορεί να εγκαταλείφθηκαν γύρω στο 1200 π.Χ. συνεπεία κάποιας εισβολής. Κοντολογίς, τα αρχαιολογικά και γραπτά στοιχεία επιβεβαιώνουν σε σημαντικό βαθμό την παράδοση που πίστευαν σύσσωμοι οι αρχαίοι συγγραφείς, σύμφωνα με την οποία οι Έλληνες επιτέθηκαν και λεηλάτησαν την Τροία.

Σχετικά με την χρονολόγηση της Τρωικής εκστρατείας μπορούμε να προβληματιστούμε και από διάφορες πηγές, όπου γίνονται αναφορές σε εδαφικές μεταβολές. Σε αυτές τις μεταβολές λόγω πλημμυρών των ποταμών και ιδίως του Νείλου, οφείλονται η ευφορία ή ξηρασία των περιοχών που είναι σε παραποτάμιες περιοχές, οι οποίες αναφέρονται στην παρακάτω πηγή. Το σπουδαίο αυτής της πηγής είναι ότι Ο Όμηρος αναφέρεται ως σύγχρονος της ίδρυσης των αιγυπτιακών Θηβών, δηλαδή κάπου το 3.200 χρόνια π.Χ, όπως και της Μέμφιδος γύρω στο 3.100 π.Χ.,. Αν αποδειχτεί αυτό ότι είναι αλήθεια, τότε ο Όμηρος και η Τρωική εκστρατεία είναι πολύ πιο παλιά από ό,τι νομίζουμε. Αυτά αναφέρει ο Αριστοτέλης στα Μετεωρολογικά, ο οποίος δεν φημίζεται για την αγάπη του σε μυθολογικές ιστορίες αλλά επιστημονικές έρευνες.

Αριστοτέλη Μετεωρολογικά

«φαίνεται οὖν καὶ τὰ στόματα πάντα, πλὴν ἑνὸς τοῦ Κανωβικοῦ, χειροποίητα καὶ αὐτοῦ ποταμοῦ ὄντα, καὶ τὸ ἀρχαῖον ἡ Αἴγυπτος Θῆβαι καλούμεναι. Δηλοῖ δὲ καὶ Ὅμηρος, οὕτως πρόσφατος ὢν ὡς εἰ-
πεῖν πρὸς τὰς τοιαύτας μεταβολάς· ἐκείνου γὰρ τοῦ τόπου
[352a]   ποιεῖται μνείαν ὡς οὔπω Μέμφιος οὔσης ἢ ὅλως ἢ οὐ τηλι-
καύτης.
 τοῦτο δ’ εἰκὸς οὕτω συμβαίνειν· οἱ γὰρ κάτωθεν τό-
ποι τῶν ἄνωθεν ὕστερον ᾠκίσθησαν· ἑλώδεις γὰρ ἐπὶ πλείω
χρόνον ἀναγκαῖον εἶναι τοὺς ἐγγύτερον τῆς προσχώσεως διὰ
τὸ λιμνάζειν ἐν τοῖς ἐσχάτοις ἀεὶ μᾶλλον. μεταβάλλει
δὲ τοῦτο καὶ πάλιν εὐθενεῖ· ξηραινόμενοι γὰρ οἱ τόποι ἔρ-
χονται εἰς τὸ καλῶς ἔχειν, οἱ δὲ πρότερον εὐκραεῖς ὑπερ-
ξηραινόμενοί ποτε γίγνονται χείρους. ὅπερ συμβέβηκε τῆς
Ἑλλάδος καὶ περὶ τὴν Ἀργείων καὶ Μυκηναίων χώραν· ἐπὶ
μὲν γὰρ τῶν Τρωικῶν ἡ μὲν Ἀργεία διὰ τὸ ἑλώδης εἶναι
ὀλίγους ἐδύνατο τρέφειν, ἡ δὲ Μυκηναία καλῶς εἶχεν (διὸ
ἐντιμοτέρα ἦν), νῦν δὲ τοὐναντίον διὰ τὴν προειρημένην αἰτίαν·

Και είναι απορίας άξιο πώς βρέθηκε μια πόλη στα βάθη της Αιγύπτου με ελληνικό νόημα, αι Θήβαι, και ποια η σχέση της με τας Θήβας της Βοιωτίας, της κοιτίδας του πολιτισμού των Μινύων, από όπου ξεκίνησε και η Αργοναυτική εκστρατεία. Οι ονομασίες του ποταμού Νείλου, που οι αρχαίοι τον ονόμαζαν και Αιγύπτιο, από τον οποίο πήρε το όνομά της και η Αίγυπτος, είναι ελληνικές. Ακόμη πώς δικαιολογείται η ονομασία του Ατλαντικού Ωκεανού, της πολιτείας Ατλάντα, ελληνικές πόλεις στην Βόρεια και Νότια Αμερική, οι Ηράκλειες πύλες και πολλά άλλα ονόματα που δηλώνουν την Ελληνική παρουσία χιλιάδες χρόνια πριν και που μόνο οι μυθολογικές διηγήσεις αναφέρονται σε αυτά.

Οι περιοχές της Αμερικής βρίθουν από Ελλάδα, και ευρήματα με κλασικά θέματα, όπως, κεφάλια μέδουσας, οικοδομήματα με Μυκηναϊκή τεχνοτροπία, μαιάνδρους, τον Ηρακλή με ρόπαλο και λεοντή, ελληνικά αγγεία, και αμφορείς που έχουν βρεθεί σε πολλά μέρη της Αμερικανικής ηπείρου και στο Περού .Υπάρχουν και οι πόλεις Μόντε Αλμπάν και η Μίτλα με τις κιονοστοιχίες, που μας θυμίζουν εκείνες της Κνωσού και της Τίρυνθας”. Επίσης ενδιαφέρον παρουσιάζουν και τα γλωσσολογικά ευρήματα, καθώς πλήθος από τοπικές διάλεκτοι, έχουν σαν βάση την Ελληνική γλώσσα και χρησιμοποιούν άπειρες Ελληνικές λέξεις. Χαρακτηριστικό είναι ότι μόνο στα νησιά Χαβάη ευρέθησαν 1108 Ελληνογενείς λέξεις. Θα χρειαστεί η αρχαιολογική σκαπάνη του Σλίμαν, για να βρεθούν αρχαιολογικά ευρήματα και να μας προσγειώσουν από τον κόσμο της φαντασίας, που ζούμε σήμερα, στον κόσμο της πραγματικότητας.

Τα στοιχεία αυτά μπορεί να μην αποτελούν ακλόνητα στοιχεία σε μια ποινική δικαστική υπόθεση, σίγουρα όμως είναι παραπάνω από αληθοφανή. Συνεπώς μπορεί ο Όμηρος να άφησε την ποιητική του φαντασία και να μας περιγράφει τα γεγονότα σχετικά με την Τροία, όμως η αρχαιολογική σκαπάνη έρχεται να επιβεβαιώσει ότι υπήρξε μια πόλη που στο παρελθόν είχε ένδοξη ιστορία.

https://www.pemptousia.gr/2021/09/i-troiki-ekstratia-mithos-i-pragmatikotita/

23 Σεπτεμβριου 1821: Η Αλωση της Τριπολιτσας

4:52:00 μ.μ.

Από τις κορυφαίες στιγμές της Επανάστασης του ’21, κατά την οποία αναδείχθηκε ο στρατηγικός νους του Θεόδωρου Κολοκοτρώνη.

Από τις πρώτες μέρες του εθνικού ξεσηκωμού, ο Κολοκοτρώνης είχε συλλάβει την ιδέα της πολιορκίας και της άλωσης της Τριπολιτσάς (σημερινής Τρίπολης), επειδή κατείχε στρατηγική θέση και ήταν το διοικητικό κέντρο της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας στον Μοριά. Στην Τριπολιτσά είχε την έδρα του ο Μόρα-Βαλεσί, ο στρατιωτικός διοικητής της Πελοποννήσου, με όλο το χαρέμι και τα πλούτη του, εκεί ζούσε ο μισός τουρκικός πληθυσμός της Πελοποννήσου και την υπερασπιζόταν σημαντικός αριθμός ενόπλων σωμάτων. Με λίγα λόγια ήταν μια επικίνδυνη εχθρική εστία, η οποία εάν δεν εξουδετερωνόταν θα ήταν μια διαρκής απειλή για τις επαναστατημένες επαρχίες της Πελοποννήσου.

Ο αποκλεισμός της Τριπολιτσάς

Η στρατηγική σύλληψη του Κολοκοτρώνη δεν έγινε αμέσως αποδεκτή, επειδή προϋπέθετε οργανωμένο στρατό, που δεν υπήρχε. Ο Κολοκοτρώνης με επιμονή και πειστικότητα αντέστρεψε το αρνητικό για την άποψή του κλίμα μεταξύ των οπλαρχηγών κι έτσι στα μέσα Απριλίου αποφασίστηκε ο αποκλεισμός της Τριπολιτσάς σε πρώτη φάση, ώστε να διακοπεί κάθε δυνατότητα επικοινωνίας και εφοδιασμού της πόλης. Αρχιστράτηγος της επιχείρησης ορίσθηκε ο Πετρόμπεης Μαυρομιχάλης, αλλά ιθύνων νους της ήταν ο Κολοκοτρώνης, το σχέδιο του οποίου τηρήθηκε κατά γράμμα.

Μέχρι τις αρχές Μαΐου του 1821 οι επαναστάτες είχαν περισώζει την Τριπολιτσά σ’ ένα κύκλο που περιλάμβανε τις περιοχές Πάπαρι, Βλαχοκερασιά, Διάσελο, Αλωνίσταινα και Βέρβενα. Τότε έφθασε η πληροφορία ότι ο Μουσταφάμπεης με 3.500 άνδρες προερχόμενος από τα Γιάννινα είχε διασπάσει την πολιορκία από τα ανατολικά και είχε εισέλθει στην πόλη. Η επιχείρηση κινδύνευε, καθώς τις επόμενες μέρες τέθηκε σε καταδίωξη του Κολοκοτρώνη και των άλλων οπλαρχηγών που πολιορκούσαν την Τριπολιτσά. Οι δύο σημαντικές ήττες που υπέστη στο Βαλτέτσι (12 Μαΐου) και στα Δολιανά (18 Μαΐου), όχι μόνο αναπτέρωσαν το ηθικό στο ελληνικό στρατόπεδο, αλλά συνέβαλαν καταλυτικά στην Άλωση της Τριπολιτσάς.

Η δύναμη των πολιορκητών συνεχώς ενισχυόταν και τις παραμονές της Άλωσης είχε φθάσει τους 10.000 άνδρες. Ο κλοιός γύρω από την Τριπολιτσά έσφιγγε διαρκώς και η πόλη υπέφερε. Οι αποθήκες των τροφίμων είχαν σχεδόν αδειάσει, τα χρήματα είχαν εξαντληθεί και οι αρρώστιες θέριζαν. Στην πόλη υπήρχαν 35.000 ψυχές, Τούρκοι, Χριστιανοί, Αλβανοί και Εβραίοι.

Τότε ο Κολοκοτρώνης συνέλαβε την ιδέα να κατασκευαστεί περιφερειακή τάφρος γύρω από την πόλη για να δυσκολέψει περισσότερο τη ζωή των πολιορκημένων. Η τάφρος κατασκευάστηκε ταχύτατα από τους χωρικούς και η όλη τοποθεσία ονομάστηκε Γράνα. Γύρω και πίσω από αυτή τοποθετήθηκαν τα τέσσερα ελληνικά σώματα, με επικεφαλής τους Κολοκοτρώνη, Μαυρομιχάλη, Γιατράκο και Αναγνωσταρά. Οι επαναστάτες είχαν στη διάθεσή τους ένα παμπάλαιο κανόνι και οι πολιορκούμενοι 30.

Απόντος του Μόρα-Βαλεσί, Χουρσίτ Πασά, ο Μουσταφάμπεης, που είχε το γενικό πρόσταγμα στην πόλη, αντιλήφθηκε γρήγορα την κίνηση του Κολοκοτρώνη και στις 18 Αυγούστου ενήργησε επίθεση με ιππικό για να διασπάσει τον κλοιό των Ελλήνων. Απέτυχε και οι δυνάμεις του επέστρεψαν στην πόλη έχοντας υποστεί μεγάλες απώλειες. Μπέηδες και αγάδες άρχισαν τότε να συσκέπτονται για τους όρους της παράδοσης, καθώς δεν υπήρχε ελπίδα σωτηρίας.

Όμως τους πρόλαβε ένας απλός στρατιώτης, ο Μανώλης Δούνιας από τον Πραστό Κυνουρίας. Στις 23 Σεπτεμβρίου 1821, ημέρα Παρασκευή, μαζί με δύο συντρόφους του αναρριχήθηκε στα τείχη της πόλης που έφθαναν τα πεντέμισι μέτρα ύψος και εισήλθε στην Τριπολιτσά, εκμεταλλευόμενος τη γνωριμία του με τον φύλακα του προμαχώνα. Αφού τον εξουδετέρωσε, άνοιξε την Πύλη του Μυστρά και οι έλληνες επαναστάτες εισόρμησαν στην πόλη. Οι κάτοικοί της αντιστάθηκαν, χωρίς επιτυχία, επί δίωρο.

Η εκδικητική μανία των επαναστατών

Επακολούθησε άγρια σφαγή του πληθυσμού και πρωτοφανές πλιάτσικο. Μάταια οι οπλαρχηγοί προσπαθούσαν να συγκρατήσουν τους μαινόμενους επαναστάτες. «Το ασκέρι, όπου ήτον μέσα, το Ελληνικόν, έκοβε και εσκότωνε, από Παρασκευή έως Κυριακή, γυναίκες, παιδιά και άνδρες, τριάντα δύο χιλιάδες, μία ώρα ολόγυρα της Τριπολιτσάς. Ένας υδραίος έσφαξε ενενήντα. Έλληνες εσκοτώθηκαν εκατόν» γράφει στα Απομνημονεύματά του ο Κολοκοτρώνης.

Η εκδικητική μανία των επαναστατών εκδηλώθηκε όχι μόνο σε βάρος των Τούρκων, αλλά και των Εβραίων που είχαν δείξει εχθρική στάση απέναντι στην Επανάσταση, και των Ελλήνων που είχαν χαρακτηριστεί τουρκολάτρες, όπως ο πρόκριτος Σωτήρης Κουγιάς. Αντίθετα, οι Αλβανοί της Τριπολιτσάς αποχώρησαν συντεταγμένα με τη συνοδεία ελλήνων μαχητών, καθώς είχαν έλθει σε συμφωνία με τον ίδιο τον Κολοκοτρώνη.

Η Άλωση της Τριπολιτσάς αποτέλεσε σταθμό για την εδραίωση και την εξέλιξη της Επανάστασης. Ολόκληρη η Πελοπόννησος βρισκόταν στα χέρια των Ελλήνων, εκτός των φρουρίων, Πατρών, Μεθώνης, Κορώνης και Ναυπλίου, τα οποία πολιορκούνταν στενά.

Πηγή: sansimera.gr

https://www.orthodoxianewsagency.gr/ellada-1821-2021/23-septemvriou-1821-i-alosi-tis-tripolitsas/

Το βραδυ μιας κηδειας στο Βυζαντιο

1:00:00 π.μ.

 

Για τους Βυζαντινούς ο θάνατος δεν ήταν το τέλος· αντίθετα, είχαν βαθιά πίστη στη μεταθανάτια ζωή. Πολλά από τα πλούσια έθιμα της τελευτής και της ταφής ενός Βυζαντινού ακολουθούνται μέχρι τις μέρες μας.

Όταν ο θάνατος πλησίαζε, ο ετοιμοθάνατος συνήθως συνέτασσε τη διαθήκη του και καλούσε ιερέα για να εξομολογηθεί και να βαπτιστεί, σε περίπτωση που ήταν αβάπτιστος.

Με την έλευση του θανάτου ακολουθούσε μια σειρά τελετουργικών πράξεων, που περιλάμβανε το κλείσιμο του στόματος και των ματιών του νεκρού, το πλύσιμο του σώματός του με νερό και αρωματισμένο κρασί, το τύλιγμα του σώματός του με λευκές υφασμάτινες ταινίες (σαββάνωμα) και τέλος η τοποθέτησή του μέσα σε φέρετρο. Φαίνεται ότι και στο Βυζάντιο, τουλάχιστον στους πρώιμους αιώνες, τοποθετούσαν ένα νόμισμα στο στόμα του νεκρού για να πληρωθεί το ταξίδι στον άλλο κόσμο.

Κατά τη διάρκεια της ολονυχτίας ο θρήνος των στενών συγγενών εκφραζόταν με πολλούς τρόπους, όπως με το συμβολικό κόψιμο των μαλλιών τους, με ολολυγμούς, που συχνά έφταναν στα όρια της υπερβολής, και φυσικά με τα μοιρολόγια, με τα οποία εξαίρονταν οι αρετές του νεκρού.

Η ταφή, που στο Βυζάντιο ήταν επιβεβλημένη, δεν τελούνταν σε προκαθορισμένο χρόνο. Η σορός του νεκρού μεταφερόταν στην τελευταία του κατοικία από συγγενείς, φίλους και από επαγγελματίες νεκροφόρους, ενώ η πομπή της κηδείας συνοδευόταν από ιερείς, ψάλτες και πλήθος κόσμου. Η μορφή των τάφων, όπου κατέληγε η νεκρώσιμη πομπή, μπορούσε να ποικίλλει από απλούς λακκοειδείς και κιβωτιόσχημους τάφους μέχρι σαρκοφάγους, ανάλογα με την κοινωνική θέση και την οικονομική κατάσταση του νεκρού.

Το βράδυ της κηδείας, μετά την επιστροφή στο σπίτι, ακολουθούσε το περίδειπνο ή σύνδειπνο, το γεύμα που παρέθετε η οικογένεια του νεκρού και στο οποίο παρευρίσκονταν συγγενείς, φίλοι αλλά και κληρικοί.

Στα βυζαντινά χρόνια, όπως και σήμερα, οι επιμνημόσυνες δεήσεις για την ανάπαυση της ψυχής του νεκρού τελούνταν κατά την 3η, 9η, και 40ή ημέρα, αλλά και με τη συμπλήρωση ενός χρόνου από την ημέρα του θανάτου του. Σε αυτά πρόσφεραν κόλλυβα, που αποτελούνταν από βρασμένο σιτάρι ανακατεμένο με ρόδια, αμύγδαλα, καρύδια, σταφίδες και κουκουνάρια.

Η δήλωση του πένθους – απαράβατο έθιμο για τους Βυζαντινούς – εκφραζόταν κυρίως με το κόψιμο των μαλλιών, τα μαύρα ρούχα και με την αποχή από το πλύσιμο, και, κατά διαστήματα, από το φαγητό. Στο Βυζάντιο, κατά τη ρωμαϊκή συνήθεια, το βαρύ πένθος διαρκούσε εννιά μέρες, ενώ το κανονικό τουλάχιστον ένα χρόνο.

 

 

ΠΗΓΗ: exploringbyzantium.gr

https://www.orthodoxianewsagency.gr/orthodoxes-provoles/to-vrady-mias-kideias-sto-vyzantio/

12ος ΑΙΩΝΑΣ: Και ομως, οι χριστιανοι γνωρισαν τον Αριστοτελη στους Ευρωπαιους!

2:00:00 π.μ.


«Η πολιτισμική ἐλίτ τοῦ Βυζαντίου ἦταν Χριστιανική καί ταυτόχρονα ἑλληνική» συμπεραίνει ο Συλβαίν Γκουγκενέμ στο βιβλίο του Ο Αριστοτέλης στο Μον Σαιν Μισέλ.

12ος ΑΙΩΝΑΣ: Και όμως, οι χριστιανοί  γνώρισαν τον Αριστοτέλη στους Ευρωπαίους! 

του Μισέλ Ονφραί, φιλοσόφου / Μετάφραση: Ευάγγελος Δ. Νιάνιος

[Το βιβλίο πρωτοκυκλοφόρησε το 2008, αλλά ο αντίκτυπός του φτάνει αμείωτος μέχρι και σήμερα.: πρόκειται για το Ο Αριστοτέλης στο Μον Σαιν Μισέλ του Συλβαίν Γκουγκενέμ, με το οποίο κατέρριψε το μύθο της νεωτερικότητας ότι Αραβες μουσουλμάνοι γνώρισαν τον Αριστοτέλη στους Ευρωπαίους. Με αφορμή την επίθεση που δέχτηκε το βιβλίο από τους «προοδευτικούς» λογίους, ο κατά δήλωσή του άθεος φιλόσοφος Μισέλ Ονφραί το περιλαμβάνει – μαζί με το Αρχιπέλαγος Γκούλαγκ του Σολτζενίτσιν και τη Σύγκρουση των Πολιτισμών του Χάντινγκτον – στο βιβλίο του Στην πυρά: Η τέχνη καταστροφής των βιβλίων που αναδημοσιεύει το Le Point… E.Δ.N. ]

Όλα τα μετανεωτερικά και αποδομητικά κείμενα θεωρούν ότι, χωρίς το Ισλάμ, η Δύση δεν θα μπορούσε ποτέ να υπάρξει, με πρόσχημα ότι τα αρχαία ελληνικά κείμενα μεταδόθηκαν σε αυτήν από τους Μουσουλμάνους και ότι η Αναγέννηση δεν θα μπορούσε ποτέ να ξεκινήσει, και μαζί της η φιλοσοφία του Διαφωτισμού, χωρίς αυτήν την ουσιαστική συμβολή της πνευματικής τροφής. Με απλά λόγια: χωρίς το Ισλάμ, η Δύση δεν θα υπήρχε ποτέ ...

Αυτό φυσικά δεν ισχύει.

Η απόδειξη παρέχεται από τον Συλβαίν Γκουγκενέμ σε ένα αριστοτεχνικό βιβλίο, το Ο Αριστοτέλης στο Μον Σαιν Μισέλ (αβαείο), που δημοσιεύθηκε το 2008. Ο συγγραφέας σημειώνει ότι η εποχή μας προσυπογράφει μια μυθολογία πολύ μακριά από αυτό που διδάσκει πραγματικά η ιστορία. Ο μύθος ? Αποκλείοντας τον χριστιανισμό μόνο μέσω ενός Διαφωτιστικού Ισλάμ έφτασαν τα, παραγνωρισμένα από έναν οπισθοδρομικό δυτικό Μεσαίωνα, ελληνικά κείμενα σε γνώση των Ευρωπαίων. Η ιστορία ? Φυσικά, αυτά τα κείμενα μεταδόθηκαν από Άραβες, αλλά όχι από μουσουλμάνους, καθόσον αυτοί οι χριστιανοί Άραβες εγκατέλειψαν τις χώρες τους, καταδιωκόμενοι από ισλαμιστές πολεμιστές κατά τις κατακτητικές τους εισβολές.

Πατέρες και αρχαίοι συγγραφείς

Το σφάλμα βασίζεται στη δυσκολία κατανόησης ότι κάποιος μπορεί να είναι Άραβας χωρίς να είναι μουσουλμάνος. Καλύτερα: κάποιος μπορεί να είναι Άραβας και Χριστιανός, όπως συμβαίνει με τους Σύριους, στους οποίους οφείλουμε τη μετάδοση αυτών των περίφημων ελληνικών κειμένων στη Δύση. Δεν είναι λοιπόν το Ισλάμ αυτό που κάνει δυνατή τη Δύση, αλλά οι Χριστιανοί που διώκονται από τους Μουσουλμάνους που επεκτείνουν την ισλαμική επιρροή σε ολόκληρο τον πλανήτη.

Επιπλέον, οι [αρχαίοι] Έλληνες δεν είχαν ξεχαστεί[i]: πρώτον, επειδή ο χριστιανισμός χτίστηκε με αυτή τη σκέψη, στη συνέχεια επειδή αυτοί οι μεγάλοι φιλόσοφοι, ο Πλάτων και ο Αριστοτέλης, αλλά και ο Πορφύριος και ο Πλωτίνος, ο Ιάμβλιχος και ο Πρόκλος, τρέφουν αυτή τη θρησκεία πάνω στην οποία χτίζεται η Βυζαντινή Αυτοκρατορία. Ο πλατωνικός ιδεαλισμός, η αριστοτελική μεταφυσική, ο αλεξανδρινός μυστικισμός ποτίζουν τον ιουδαιοχριστιανισμό. Καθώς οι Έλληνες φιλόσοφοι δεν πέθαναν ποτέ, δεν χρειάστηκε επομένως να αναστηθούν χάρη στους Μουσουλμάνους.

Ιάκωβος της Βενετίας

Ομοίως, τα Ευαγγέλια γράφτηκαν στα ελληνικά. Ομολογουμένως, μεταφράστηκαν στα Λατινικά ήδη από τον τέταρτο αιώνα, αλλά η ελληνική γλώσσα και η σκέψη, ειδικά μέσω των Πατέρων της Εκκλησίας, άντεξαν χωρίς τη βοήθεια των Μουσουλμάνων, αφού η πατρολογία είχε διανύσει μισή χιλιετία πριν το Ισλάμ υπάρξει.

Ένας άνθρωπος διαδραματίζει σημαντικό ρόλο σε αυτήν τη συσκευή μετάδοσης ελληνικών κειμένων σε χριστιανούς της Δύσης, αποφεύγοντας την ισλαμική διαμεσολάβηση: ο Ιάκωβος της Βενετίας. Αυτός ο άνθρωπος συνδέεται με έναν τόπο: το  Μον Σαιν Μισέλ  και τους αντιγραφείς μοναχούς του 12ου αιώνα.

Ο καθοριστικός ρόλος του Ιάκωβου της Βενετίας στο Moν Σαιν Μισέλ έρχεται σε αντίθεση με τη μυθολογία ενός οίκου σοφίας στη Βαγδάτη, όπου Εβραίοι, Χριστιανοί και Μουσουλμάνοι συνεργάζονταν για τέσσερις αιώνες, με καλή κατανόηση, σε μια λογική ειρήνης, ανοχής και αγάπης, ώστε να αποτελούν διανοητικό, φιλοσοφικό και επιστημονικό σώμα, ενώ οι Χριστιανοί παράκμαζαν μεταξύ σκοταδισμού και σταυροφοριών. Επειδή η άνοδος του ευρωπαϊκού πολιτισμού δεν θα ήταν επομένως δυνατή παρά μόνο μέσω του Ισλάμ, το οποίο θα επέτρεπε σε αυτήν την ήπειρο να βγει από το μεσαιωνικό σκοτάδι, η Ευρώπη έχει επομένως χρέος προς αυτό. Μπορούμε να μετρήσουμε τα ιδεολογικά πλεονεκτήματα αυτής της θέσης, η οποία θεωρεί συνεπώς κάθε πραγματικά ιστορική ανάγνωση άκυρη. Ο Συλβαίν Γκουγκενέμ γράφει ότι αυτός ο οίκος σοφίας δεν ήταν ούτε χώρος εκπαίδευσης ούτε πανεπιστήμιο, αλλά μια απλή βιβλιοθήκη και ότι «δεν έπαιξε κανένα ρόλο στο έργο της μετάφρασης ελληνικών επιστημονικών και φιλοσοφικών κειμένων, και πολύ περισσότερο σε οποιαδήποτε και φανταστική συνεργασία μεταξύ επιστημόνων των τριών μονοθεϊσμών».

Οι υποστηρικτές του χρέους επανενεργοποιούν τη θεωρία του Mισελέ, στον οποίο οφείλουμε αυτήν την ψευδή ιδέα ότι ο Μεσαίωνας ήταν μια βάρβαρη εποχή σε όλα, πριν η Αναγέννηση και ο Διαφωτισμός φωτίσουν την ευρωπαϊκή ήπειρο και πριν η Γαλλική Επανάσταση οδηγήσει την Ευρώπη από το φεουδαρχικό σκοτάδι στο δημοκρατικό φως. Αλλά και αυτή η θέση είναι επίσης ψευδής. Ο Μεσαίωνας δεν ήταν μεσαιωνικός, είχε το δικό του φως και το δικό του πνεύμα... Από το 1945, ο Γκούσταβ Κοέν είχε λύσει αυτό το πρόβλημα στο La Grande Clarté du Moyen Age.

Ο Συλβαίν Γκουγκενέμ γράφει στο προοίμιο της απόδειξής του: «Σε μια εποχή που προτείνεται η διόρθωση σχολικών εγχειριδίων προκειμένου να υπενθυμίσουμε τη θέση του Ισλάμ στην ευρωπαϊκή κληρονομιά, όπως μας καλεί μια πρόσφατη έκθεση (2002) της Ευρωπαϊκής Ένωσης, μια προσπάθεια διασαφήνισης κρίνεται απαραίτητη.» Και ο συγγραφέας αρχίζει να ξηλώνει τον λόγο των ακαδημαϊκών που αποκτήθηκε στην αποδόμηση. Επόμενο είναι να αντιμετωπίσει προβλήματα!

Αριστοτέλης. Η μετάφραση των έργων του στα λατινικά δείχνει την αρχαιοελληνική επιρροή στη Δύση.

Η σύγχυση μεταξύ Αράβων και Μουσουλμάνων είναι λάθος. Γύρω στο έτος 1000, οι χριστιανοί Άραβες και οι χριστιανοί που αραβοποιήθηκαν από την ισλαμική κατάκτηση αποτελούσαν σχεδόν το ήμισυ του πληθυσμού των ισλαμικών χωρών. Ομοίως, μια άλλη σύγχυση μετατρέπει τον θρησκευτικό αναγνώστη του Κορανίου και των χαντίθ σε μουσουλμάνο «λόγιο», κάτι που δεν αντιστοιχεί στην ιδέα που έχουμε για κάποιο λόγιο σε ένα ορθολογικό πνευματικό καθεστώς. Ένας λόγιος σύμφωνα με το Ισλάμ δεν έχει καμιά σχέση με έναν λόγιο σύμφωνα με τη σειρά των λογικών και αιτιολογικών λόγων. Είναι απίθανο ο πρώτος να μπορεί να διδάξει στον δεύτερο κάτι άλλο εκτός από περιεχόμενο που σχετίζεται με τη θρησκεία του. Ειδικά επειδή στο ισλαμικό πνευματικό καθεστώς ό, τι υπάρχει στο Κοράνι, είναι άκτιστο κείμενο, όπως όλοι γνωρίζουν, έχει την αξία επιστημονικής αλήθειας, αφού είναι ο λόγος του Θεού και δεν μπορεί να εμπαίζεται. Εκτός και αν κάνουμε το Κοράνι γίνει βιβλίο βιολογίας, φυσιολογίας, ανατομίας, δικαίου, θεολογίας, φιλοσοφίας, γεωγραφίας, γεωλογίας, ιστορίας, αστρονομίας, φυσικής, μαθηματικών κ.λπ., αλλιώς θα πρέπει να ψάξουμε αλλού, εκτός από αυτό το βιβλίο, αλήθειες για τον κόσμο. Η μουσουλμανική επιστήμη συγχωνεύεται με την ισλαμική θεολογία. Στη χώρα του Ντεκάρτ, η θρησκεία δεν ορίζει πλέον τη φιλοσοφία· σε χώρες όπου βασιλεύει ο νόμος του Mωάμεθ, η θρησκεία εξακολουθεί να ορίζει τη φιλοσοφία.

Για να αντιμετωπίσει τα μυθεύματα, ο Συλβαίν Γκουγκενέμ προσπαθεί να εξηγήσει τι "οφείλει η Ευρώπη στους Σύριους Χριστιανούς του 6ου-10ου αιώνα". Βρίσκει κανείς εκεί ειδικότερα την αραβο-μουσουλμανική επιστήμη… Δεν είναι λοιπόν το Ισλάμ αυτό που καθιστά δυνατή τη χριστιανική Δύση, αλλά η χριστιανική Ανατολή που καθιστά δυνατό το Ισλάμ.

Ο Ιάκωβος της Βενετίας είναι «ο χαμένος κρίκος στην ιστορία της μετάβασης της αριστοτελικής φιλοσοφίας από τον ελληνικό κόσμο στον λατινικό κόσμο. Ο άνθρωπος αξίζει να εμφανίζεται με κεφαλαία γράμματα στα σχολικά εγχειρίδια πολιτιστικής ιστορίας ». Τον 12ο αιώνα, ο Ιάκωβος της Βενετίας εργάστηκε στο Moν Σαιν Μισέλ με μοναχούς που μεταφράζουν Αριστοτέλη απευθείας από το ελληνικό κείμενο, και αυτό πενήντα χρόνια πριν στην Ισπανία- τότε Αλ-Ανταλούς- οι μεταφράσεις του Αριστοτέλη γίνονται στα λατινικά από αραβικές εκδόσεις. Τίποτα άλλο δεν είναι γνωστό για αυτόν τον άνθρωπο, ο οποίος μπορεί να ήταν Βενετός Έλληνας που ζούσε στην Κωνσταντινούπολη, ο οποίος μπορεί να σπούδασε κανονικό δίκαιο στη Ρώμη, πριν φτάσει στη Νορμανδία για να εργαστεί εκεί χωρίς παύση, μεταξύ (πριν;) 1127 και του έτους του θανάτου του, περίπου 1145-1150.

Ο Ιάκωβος της Βενετίας λοιπόν μεταφράζει Αριστοτέλη στα Λατινικά και οι μεταφράσεις του ήταν εξαιρετικά επιτυχημένες. Η Φυσική (Ακρόασις), τα Μετά τα Φυσικά και τα Αναλυτικά Υστερα του Σταγειρίτη διαβάζονται από τον Θωμά Ακινάτη και τον Μέγα Αλβέρτο, μεταξύ των πιο διάσημων ονομάτων στη φιλοσοφία αυτής της περιόδου. Τα πρώτα σχόλια του Αριστοτέλη γίνονται στο αβαείο του Moν Σαιν Μισέλ. Συνεπώς, η πνευματική Ευρώπη έχει τις ρίζες της σε αυτό το νορμανδικό αβαείο του 12ου αιώνα. Τα χειρόγραφα που το μαρτυρούν αυτό καταστράφηκαν ως επί το πλείστον στην έκρηξη της απόβασης του Ιουνίου 1944.

« Ο Aριστοτέλης διδάσκει φυσική στους μαθητές του» (μινιατούρα του Al-Moubashir).

Μουσουλμάνοι και ελληνικά

Το Ισλάμ διατηρεί από τους Έλληνες μόνο αυτό που δεν έρχεται σε αντίθεση με τη θρησκεία του. Οι μουσουλμάνοι στοχαστές δεν μαθαίνουν ελληνικά γιατί είναι η  γλώσσα των ειδωλολατρών· ούτε και λατινικά, ως γλώσσα του χριστιανισμού. Το 642, με εντολή του Χαλίφη, η βιβλιοθήκη της Αλεξάνδρειας, η οποία περιείχε όλους τους ελληνολατινικούς θησαυρούς, πυρπολύθηκε. Ιδια μεταχείριση για τις εκκλησίες και τα μοναστήρια που φιλοξενούσαν τα κείμενα. Για τον Aλ-Γκαζαλί, μόνο ο πιστός μπορεί να φιλοσοφήσει. Ο Iμπν Kαλντούν επικρίνει τη φιλοσοφία. Ο Aβερόης πιστεύει ότι συνυπάρχουν δύο αλήθειες, η μία σύμφωνα με τη φιλοσοφία και η άλλη σύμφωνα με τη θρησκεία. Ενα χαντίθ απαγορεύει την καινοτομία - "όποιος φέρνει καινοτομία στη θρησκεία μας που δεν προέρχεται από αυτήν, αυτός πρέπει να απορριφθεί". Η φιλοσοφία είναι επομένως η υπηρέτρια της μουσουλμανικής θεολογίας. Μπορούμε να φιλοσοφούμε αρκεί να μην αμφισβητούμε τις αρχές του νόμου της Σαρία. Στην Αποφασιστική του ομιλία, ο Aβερόης έγραψε: «Εμείς οι Μουσουλμάνοι γνωρίζουμε με σιγουριά ότι η εξέταση με απόδειξη δεν συνεπάγεται καμία αντίφαση με τις διδασκαλίες που έχει το Κείμενο εξ αποκαλύψεως, επειδή η αλήθεια δεν μπορεί να είναι αντίθετη με την αλήθεια, αλλά να συμφωνεί με αυτήν και να μαρτυρεί υπέρ αυτής.» Ο ίδιος απαγορεύει ότι η φιλοσοφία είναι προσβάσιμη στο λαό: προορίζεται για μουσουλμάνους μελετητές.

Τον 7ο αιώνα, οι βίαιες μουσουλμανικές κατακτήσεις έδιωξαν μερικούς χριστιανούς Άραβες από τις κατακτημένες χώρες. Μοναστήρια πυρπολούνται με τις βιβλιοθήκες τους, κάτοικοι σκοτώνονται, εκτοπίζονται ή μετατρέπονται σε σκλάβους, είναι η αρχή του δουλεμπορίου, που εφευρέθηκε από το Ισλάμ - όπως δείχνει λεπτομερώς ο Olivier Pétré -Grenouilleau στο Les Traites negrières (2003). Οι Σύριοι Χριστιανοί διωκόμενοι από τις χώρες τους, έφτασαν στην Ευρώπη, όπου ίδρυσαν μοναστήρια.

Οι Άραβες μουσουλμάνοι στοχαστές αγνοούν τα ελληνικά: ο Aλ-Φαραντί, ο Aβικένα ή ο Aβερόης, που υποστηρίζει τζιχάντ κατά των Χριστιανών στο μεγάλο τζαμί της Κόρδοβα, το οποίο σπάνια τονίζεται, γνωρίζουν τους Έλληνες φιλοσόφους μόνο μέσω των αραβικών μεταφράσεων που έκαναν οι Σύριοι Χριστιανοί από το τέλος του 4ου αιώνα. Τα λογικά κείμενα του Αριστοτέλη μεταφράζονται για να κατανοήσουν και να σχολιάσουν τα κείμενα των Πατέρων της Εκκλησίας και να αγωνιστούν διανοητικά και θεωρητικά ενάντια στις αιρέσεις. Πρέπει να σημειωθεί ότι δεν υπήρχε επιστημονικός όρος στα αραβικά πριν από τον 10ο αιώνα. Ομοίως, οι ελληνικές γυναικολογικές πραγματείες δεν μεταφράζονται. Η αραβική φαρμακοποιία δανείζεται από τους Ινδούς.

Προσθέστε σε αυτό ότι η αραβική γραφή, γνωστή ως κουφική, σφυρηλατήθηκε από χριστιανούς ιεραπόστολους τον 6ο αιώνα. Αυτή η γραφή μοιάζει περίεργα με το «Συριανό εστράγγελο», προσθέτει ο συγγραφέας.

Έτσι ο Συλβαίν Γκουγκενέμ μπορεί να γράψει ότι "οι Σύριοι, οι Νεστοριανοί ή οι Μονοφυσίτες Χριστιανοί ήταν επομένως στην πηγή του γραπτού πολιτισμού των Αραβο-Μουσουλμάνων". Είμαστε πολύ μακριά από τον πολιτικά ορθό μύθο που ισχυρίζεται το αντίθετο.

Αντιδράσεις

Ασυνήθιστο για τη Le Monde, μέσω του Ροζέ-Πωλ Ντρουά, δίνει μια ειλικρινή αφήγηση αυτής της εργασίας που καταλήγει ως εξής:   «Συνολικά, σε αντίθεση με ό, τι επαναλαμβάνουμε από το 1960, ο ευρωπαϊκός πολιτισμός, στην ιστορία και την ανάπτυξή του, δεν πρέπει να οφείλει πολλά στο Ισλάμ. Σε κάθε περίπτωση, τίποτα ουσιαστικό. Ακριβές, καλά τεκμηριωμένο, αυτό το βιβλίο που επαναφέρει την ιστορία σε καλό δρόμο είναι επίσης πολύ θαρραλέο.» Ο δημοσιογράφος ανακοινώνει ότι αυτό το βιβλίο θα προκαλέσει συζητήσεις και αντιπαραθέσεις ... Πρoφανώς δικαιώθηκε σε βαθμό που δεν περίμενε.

Από το Télérama στην Liberation, μέσω της Le Monde diplomatique ή της Le Monde, που αποκτά τον έλεγχο, αν όχι το France Culture και την L'Humanité, υπήρξε ένας κατακλυσμός μίσους που βασίστηκε στη συνήθη ρητορική των διακρίσεων: Το Ο Aριστοτέλης στο Moν Σαιν Μισέλ δεν είναι παρά ένα λιβελογράφημα, ένα βιβλίο που στερείται σοβαρότητας, ένα έργο που δεν σέβεται τις προδιαγραφές της επιστήμης, ένα ιστό ψεμάτων, μια συλλογή από πράγματα που είναι ήδη γνωστά σε όλους και δημοσιεύονται παντού, ένα έργο που χαιρετίζεται από ανθρώπους χωρίς διακρίσεις και χωρίς αναγνώστες, ένα άρπα-κόλλα από διατριβές που βρίθουν σε ιστότοπους (ανακαλύπτουμε έτσι ότι αυτοαποκαλούμενοι επιστήμονες ερευνητές, πληρωμένοι με χρήματα των φορολογουμένων, περνούν το χρόνο τους στο Διαδίκτυο ...), ένα ξεσκονόπανο αξιοθρήνητης βιβλιογραφίας στην οποία συγκαταλέγεται ένας συγγραφέας της μη πολιτικής ορθότητας ... Υπήρξε επίσης η καταγγελία μιας σειράς λαθών τα οποία οι δημοσιογράφοι δεν είναι ωστόσο σε θέση να δώσουν περισσότερα από δύο ή τρία πραγματικά παραδείγματα, τα οποία δεν ακυρώνουν τη διατριβή του βιβλίο, και επίκληση καλών εφημερίδων στον κακό τύπο ή σε κακούς ιστότοπους (δεξιά, φυσικά ...). Η μέθοδος είναι γνωστή: όταν θέλετε να σκοτώσετε τον σκύλο σας, λέτε ότι έχει λύσσα. Και ο Συλβαίν Γκουγκενέμ λύσαξε! Αυτοί είναι οι λόγοι για τους οποίους πρέπει να είναι ισλαμοφοβικός, ρατσιστής, κατ’εξοχήν φίλος των φονταμενταλιστών χριστιανών, υποστηρικτής της θεωρίας της «σύγκρουσης των πολιτισμών», του Σάμιουελ Χάντινγκτον, αν και το αρνείται με σταθερότητα, συνοδοιπόρος ιστορικού που καταγγέλλεται ως «ακροδεξιός», φυσικά - πρόκειται για τον Ρενέ Μαρσάν -, αφού ο τελευταίος υπογραμμίζει τον πολεμικό, κατακτητικό και ιμπεριαλιστικό χαρακτήρα του Ισλάμ, ενώ, όλοι γνωρίζουν, ότι το Ισλάμ είναι θρησκεία ειρήνης, ανεκτικότητας και αγάπης… 

Ποιος είναι ο Συλβαίν Γκουγκενέμ; Έχει διδακτορικό στην ιστορία με διατριβή για τον εκ Ρηνανίας μυστικιστή Hildegard του Bingen, ειδικός σε στρατιωτικά θρησκευτικά τάγματα, συνταξιδιώτες των Σταυροφοριών, συμπεριλαμβανομένων των Ιπποτών του Τευτονικού Τάγματος. Τότε διδάσκει στην Εcole normale supérieure  (ΕΝS) στη Λυών. Δεν μπορεί να ειπωθεί ότι του λείπουν οι τίτλοι για τη διεκδίκηση της έδρας!

Πριν από αυτό το αμφιλεγόμενο έργο, κανείς δεν τον επέκρινε για o,τιδήποτε από επιστημολογική ή μεθοδολογική άποψη. Γιατί θα ήταν απαραίτητο με αυτό το μοναδικό βιβλίο, αλλά κανένα προηγούμενο, να αφήσει τον επιστημονικό δρόμο; Είναι φυσικά μια «δίκη μαγισσών»  εναντίον του. Εξάλλου, αρκεί να δούμε από πού προέρχονται οι επιθέσεις. Παρέχουν πληροφορίες σχετικά με τη φύση της κλίκας. Πρόκειται για μια πολιτική δίκη: ο Συλβαίν Γκουγκενέμ επικρίνεται επειδή δεν ασπάστηκε την πολιτικά ορθή αποδομητική ιδεολογία, η οποία θα ήθελε η Γαλλία και η Ιουδαιοχριστιανική Ευρώπη να μην είναι τίποτα χωρίς τη σωτήρια συνεισφορά του μη λευκού, μη χριστιανικού, μη Δυτικού.

Να χαμογελάσουμε ή να γελάσουμε βλέποντας ότι ο φύλακας του πανεπιστημίου και του επιστημονικού ναού είναι σ’ αυτή την περίπτωση ο Πατρίκ Μπουσερόν, πολύ γνωστός ως μέτριος επιστήμονας όσο και ο Στεφάν Μπερν, αλλά ο οποίος μπορεί να εξαπατήσει αφού μιλάει σκαρφαλωμένος στη βαρύγδουπη ΕΝS, όπου το ίδρυμα χρησιμεύει ως φύλλο συκής για τον πιο ξεδιάντροπο πολιτικό ακτιβισμό. Ο Μπουσερόν ως επιστημονική υποστήριξη και προάγγελος της ακαδημαϊκής σοβαρότητας, είναι το νοσοκομείο που δεν νοιάζεται για τη φιλανθρωπία! Εκείνη την εποχή, τον Σεπτέμβριο του 2008, λέκτορας στο Πανεπιστήμιο του Παρισιού-1, ο Πατρίκ Μπουσερόν μίλησε για ένα «πλαστό βιβλίο», για ένα «λίβελο που μεταμφιέστηκε σε βιβλίο ιστορίας», εκφράζει τη λύπη του για το ότι ο συγγραφέας «δεν ακολούθησε καμία από τις στοιχειώδεις μεθόδους που αποτελούν τη βάση του επαγγέλματός μας (sic), ιδίως την κριτική των πηγών ». Είναι αστείο γιατί, για όποιον γνωρίζει τη δουλειά αυτού του κυρίου, φαίνεται ότι μιλάει για αυτόν και τους φίλους του! Από το 2015, ο Πατρίκ Μπουσερόν έγινε καθηγητής στο Collège de France. Αλλά αυτό δεν έχει καμία σχέση με το βιβλίο, φυσικά. Το εναρκτήριο μάθημά του έχει τον τίτλο "Αυτό που μπορεί η ιστορία". Αυτή η ερώτηση μπορεί να απαντηθεί χωρίς να διαβαστεί το φυλλάδιό του, αρκεί να αντιληφθεί κανείς τις μεθόδους του κατά τη διάρκεια αυτής της διαμάχης.

Ευτυχώς που κάποιοι ιδιώτες ενδιαφέρονται για την αυτογνωσία των Νεοελλήνων. Ας ελπίσουμε οι πνευματικά ιδρύματα και κρατικοί φορείς θα φέρουν κάποτε και στο Greece τον Συλβαίν Γκουγκενέμ…

Ο Πατρίκ Μπουσερόν, ως σοβαρός και επιστημονικός μελετητής, καθιερωμένος ως υπεράνω πάσης καχυποψίας, προστατευόμενος του παλιού ιδρύματος που ιδρύθηκε από τον Φραγκίσκο τον 1ο, ένας άνθρωπος αυστηρός και ειλικρινής, ξένος σε κάθε πολεμική διαμάχη, έκρινε ότι αυτό το βιβλίο για το οποίο ο Συλβαίν Γκουγκενέμ εργάστηκε έξι χρόνια ήταν ένας καιροσκοπικό και πολιτικάντικο μπουρλότο: «Όταν γράφετε μετά την 11η Σεπτεμβρίου ότι δεν χρωστάμε τίποτα στους Άραβες, καλά, λέτε κάτι που σας ωφελεί.» Δεν περιμέναμε κατώτερη και πιο επιστημονική θεώρηση από ένα «αφεντικό» της ΕΝS. 

Το βιβλίο έγινε δεκτό επιστημονικά από μια έκκληση που υπέγραψαν 200 άτομα, πολλοί από τους οποίους ήταν απόφοιτοι, φυσικά ξένοι στο συναδελφικό πνεύμα και τη λογική της σταδιοδρομίας, η οποία αναδημοσιεύτηκε φιλικά από την εφημερίδα Liberation, της οποίας οι σελίδες Σκέψεις διευθύνονταν από τον Éric Aeschimann, του οποίου η πνευματική επιφάνεια είναι πολύ γνωστή στους αναγνώστες του έργου του - για παράδειγμα, του χρωστάμε τη δημοσίευση του La Révolution Pilote 1968-1972, το 2015…

«Μαγειρεύεται» ένα βιβλίο αντίπαλος του O Αριστοτέλης στο Moν Σαιν Μισέλ. Ο τίτλος του είναι Οι Έλληνες, οι Άραβες και εμείς. Ερευνα στην επιστημονική ισλαμοφοβία από την αφρόκρεμα του πανεπιστημίου και όλους όσους λέμε αξιότιμους και αξιόπιστους, τίμιους και αξιοσέβαστους, έγκριτους και άξιους επιστήμονες. Σε αυτό το έργο στολισμένο με τα φτερά του επιστήμονα - παγώνι, βρίσκουμε τον ισχυρισμό ότι το βιβλίο του Συλβαίν Γκουγκενέμ εκδηλώνει "ένα όραμα του κόσμου που ταιριάζει πολύ ακριβώς στη φιλοσοφία της ιστορίας του Σαρκοζί". Ανακαλύπτουμε ευχαρίστως ότι η επιστημονική και ακαδημαϊκή αφρόκρεμα αποδίδει στον πρώην Πρόεδρο της Δημοκρατίας Νικολά Σαρκοζί μια «φιλοσοφία ιστορίας» πιθανώς σε ανταγωνισμό με τους Βίκο, Καντ, Χέγκελ και Σπένγκλερ! Φαντάζομαι ότι ο σύζυγος της Κάρλα Μπρούνι θα εκπλαγεί ο ίδιος. Για αυτόν τον Ο Αριστοτέλης στο Moν Σαιν Mισέλ που, σύμφωνα με τον Aeschimann, "απελευθέρωσε αμφίβολες γενικότητες", ψάχνουμε ποιες λέξεις θα μπορούσαμε να χρησιμοποιήσουμε για να χαρακτηρίσουμε την αντικειμενική και ουδέτερη επιστημολογία αυτού του συλλογικού έργου που προωθεί η Liberation & Co.

https://artofuss.blog/2021/08/14/autodafes-la-possibilite-dun-arabe-chretien-par-michel-onfray/

Μετάφραση: Ευάγγελος Δ. Νιάνιος


[i] Το πρώτο Πανεπιστήμιο στον κόσμο ιδρύθηκε στην Κωνσταντινούπολη το 425 μ. Χ. ως Πανδιδακτήριο της Μαγναύρας [Αλλωστε και το University παραπέμπει στο Πανδιδακτήριο]. Σ’ αυτό διδάσκονταν όλες οι επιστήμες της εποχής,  γραμματική, ρητορική, φιλοσοφία, διαλεκτική, δίκαιο, αριθμητική, γεωμετρία, αστρονομία και μουσική εκτός από τη Θεολογία, η οποία διδασκόταν στην Πατριαρχική Σχολή. Η λειτουργία του σταμάτησε οριστικά με την Αλωση της Πόλης το 1453. Στην ίδρυση του, συνέβαλαν η αγία Πουλχερία, αδελφή του Θεοδοσίου Β΄ και η αγία Ευδοκία, σύζυγός του και κόρη του Αθηναίου φιλοσόφου Λεοντίου μαζί με τον έπαρχο του Πραιτωρίου, Κύρο Παναπολίτη, ποιητή και φιλόσοφο.

https://aktines.blogspot.com/2021/09/12.html

ΩΦΕΛΙΜΑ

ΓΕΡΟΝΤΕΣ

ΘΑΥΜΑΤΑ

 
Copyright © ΕΛΛΑΣ-ΟΡΘΟΔΟΞΙΑ. Designed by OddThemes | Distributed By Blogger Templates20