ΠΡΟΣΦΑΤΕΣ ΑΝΑΡΤΗΣΕΙΣ

Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ΣΤΡΑΤΗΓΟΣ ΜΑΚΡΥΓΙΑΝΝΗΣ. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ΣΤΡΑΤΗΓΟΣ ΜΑΚΡΥΓΙΑΝΝΗΣ. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Ο στρατηγος Μακρυγιαννης για το κινημα της 3ης Σεπτεμβριου 1843

4:32:00 μ.μ.
•

Μίαν ημέρα τον Άγουστον μήνα τα 1843 ανταμώνω τον Καλλέργη εις το παζάρι, του λέγω Καϊμένε Καλλέργη, σε τόσους αγώνες της πατρίδας κιντυνέψαμεν και ήμαστε ως αδελφοί τώρα ούτε με γνωρίζεις, ούτε σε γνωρίζω. Επιθυμούσα ν᾿ ανταμωθούμεν μίαν ημέρα. -Μου λέγει, το δείλι έρχομαι εις το σπίτι σου κι᾿ ανταμωνόμαστε». Σηκώθη και ήρθε. Μπήκαμεν εις ομιλία δια τα δεινά της πατρίδας. Τότε αγροικηθήκαμεν σε όλα μείναμεν σύνφωνοι και τον όρκισα.

Όμως δεν το᾿ ᾿δειξα τον όρκο με τις υπογραφές, ότι έχει σκέσες ξένες. Μείναμεν σύνφωνοι να μιλήση και τους Σπυρομήλιου ν᾿ ανταμωθούμεν. Ήρθε την άλλη ημέρα, μιλήσαμεν και μ᾿ αυτόν τον καλόν πατριώτη ήταν δοικητής εις το Σκολείον των Ευελπίδων. Μείναμεν σύνφωνοι ν᾿ ανταμωθούμεν και οι τρεις εις το Σκολείον. Μίλησα με τον Καλλέργη, πήγαμεν εις το Σκολείον και ξηηθήκαμεν οι τρεις. Τους πήρα και πήγαμεν εις την εκκλησιά και την άλλη ημέρα μείναμεν σύνφωνοι ν᾿ ανταμωθούμε εις του Μεταξά και μ᾿ όλους τους άλλους.

Αφού ανταμωθήκαμεν όλοι, εκρίθη εύλογον να μη μαζωνώμαστε πολλοί να μιλούμεν, να μην προδοθούμεν να είναι ο Μεταξάς, ο Καλλέργης κ᾿ εγώ να σκεδιάσωμεν πότε θα γένη το κίνημα κ᾿ εκρίναμεν εύλογον και οι τρεις να κινηθούμεν τις δυο Σεπτεβρίου. Να συνάξω εγώ ανθρώπους εις το σπίτι μου το βράδυ και ν᾿ αρχίσω τον ντουφεκισμόν τότε να βγη ο Καλλέργης με το ιππικό κι᾿ ο Σκαρβέλης με το πεζικό προς καταδίωξιν εμένα και να μπλοκάρωμεν συνχρόνως το Παλάτι.

Μείναμεν σύνφωνοι εις αυτό και να ᾿νεργήση καθένας τα χρέη του. Εγώ πήγα εις το σπίτι μου, σύναξα πολλούς ανθρώπους και τους όρκιζα, καθώς και τους ᾿πιτρόπους της εκκλησίας -την ώρα εκείνη την νύχτα, οπού θ᾿ ακούσουνε τον ντουφεκισμόν, να βαρέσουν τις καμπάνες να πάρουν χαμπέρι οι πολίτες, να ξυπνήσουνε. Είχα βάλη εις τον όρκον τον Καλλεφουρνά, ότι τον είχα στενόν φίλον, κι᾿ αυτός επήγε εις τον Μεταξά κι᾿ άλλους και είπε ότι τον όρκισα και πρόδωσε και τις υπογραφές.

Εγώ όσους ήξερα οπού δένουν συνφέροντα με τους ξένους και με τους διαφταρμένους τους εδικούς-μας, ή πολιτικοί ή στρατιωτικοί, δεν τους έλεγα τον όρκον, μήτε τις υπογραφές κάθε-ενού το ᾿λεγα το κέφι του και συνφέροντα της μερίδας του και ντόπιων και ξένων. Χάρις-εις την γνώση του Μεταξά μίλησε με τον Καλλεφουρνά και μ᾿ όσους άλλους είχε μιλήση ο Καλλεφουρνάς και πρόφτασε αυτό το κακόν. Ήρθαν και ᾿σ εμένα άλλοι και μου είπαν αυτό του Καλλεφουρνά τους είπα κι᾿ αυτεινών άλλα και τους ησύχασα να μην μαθευτή το μυστικόν και διακοπούμεν.

Αφού με πρόδωσε ο Καλλεφουρνάς, πρώτος μου φίλος, οπού τον ανάστησα εις την Αθήνα κ᾿ εξ-αιτίας του διχονοιεύτηκα με τους σημαντικούς Αθηναίους διατί να τον ᾿περασπίζωμαι, τότε φοβώμουν να βάλω κι᾿ άλλους σημαντικούς Αθηναίους. Τότε μιλώ του Καλλεφουρνά -έκανα ότι δεν γνωρίζω τίποτας του λέγω: Καμμιά ημέρα, αν μάθης και κλειστώ εγώ μέσα, εσύ να ᾿θουσιάζης τους κατοίκους» και μείναμεν σύνφωνοι εις αυτό. Έστειλα κι᾿ ανθρώπους ν᾿ ανάβουν φωτιές μεγάλες εις τα ψηλά μέρη, καθώς και εις το κάστρο, να ελπίζη η εξουσία ότ᾿ είναι μεγάλες δύναμες.

Έγιναν όλα αυτά τα ᾿βαλα σε τάξη. Γιόμωσα το περιβόλι μου ανθρώπους. Μετανογάει ο Καλλέργης κι᾿ όλο το ταχτικό, οι αξιωματικοί, και δεν βαρούνε. Τότε προδοθήκαμεν, αλλά δεν ήξεραν ακόμα τι τρέχει η εξουσία. Τότε οι συντρόφοι μου όλοι αυτείνοι και οι πολιτικοί άλλος ή θα κρυφτή εις πρεσβεία κι᾿ άλλος θα φύγη με καΐκι να γλυτώση κι᾿ ο Μακρυγιάννης κι᾿ όλη του η οικογένεια ήταν εις τον χαμόν. Διάλυσα τους ανθρώπους, τους περικάλεσα να μη με προδώσουν.

Την αυγή με πλάκωσε ο Τζήνος με πολλούς χωροφύλακες κι᾿ άλλους από τα τάματα των Σπαρτιάτων μο᾿ ᾿ζωσαν το σπίτι μου… Είχα ορκισμένον τον αρχηγόν των Σπαρτιάτων τον Πιερράκο, κι᾿ αυτός την αρετή την είχε εις τα παπούτζα του -τύχη θέλουν αυτείνοι κι᾿ όχι πατρίδα!

Το πρωϊ έρχεται ο Ζυγομαλάς εις το σπίτι μου, εις τις δύο του μηνός, κι᾿ ο Αλέξαντρος Μετζέλος ως γιατροί, ότι έκαμα τον άρρωστον- ο Μιχαήλ Τζήνος κ᾿ οι άλλοι μου κρατούσαν τον μπλόκο -και μ᾿ αυτούς παράγγειλα του Μεταξά και Καλλέργη κι᾿ αλλουνών και τους έλεγα την απιστιά οπού μο᾿ ᾿καμαν και χάνομαι μ᾿ όλο μου το σπίτι.

Αφού πήγαν τόσοι άνθρωποι, αποφάσισαν να βαρέσουμεν το βράδυ ξημερώνοντας τρεις του μηνός. Αυτό το κίνημα το ήξεραν και οι πρέσβες της Αγγλίας και Γαλλίας και Ρουσσίας όμως τους έλεγα αυτεινών και τις μερίδες των δικώνε μας οπού ήταν μ᾿ αυτούς, ότι δι᾿ αυτούς δουλεύομεν. Ο Μεταξάς έδειξε χαραχτήρα, ήταν ξεμακρυσμένος από τους ξένους στάθη καθώς μιλήσαμεν, κατά τον όρκον μας. Το βράδυ πάλε συνάζω ανθρώπους και βάνω το σκέδιον εις την ενέργειαν. Ο Θεός στράβωσε την εξουσίαν και την ενέκρωσε, από την δικαιοσύνη οπού είχε κι᾿ ο Βασιλέας κι᾿ όλοι αυτείνοι κοιμάτον.

Συνάζονταν άνθρωποι με τ᾿ άρματά τους κι᾿ έρχονταν εις το περιβόλι μου και εις το σπίτι μου και οι δραγάτες. Τότε πλάκωσε ο Τζήνος με πλήθος χωροφύλακες πεζούς και καβαλλαραίους κι᾿ άλλοι πολλοί, ο Σταύρο Γρίβας και δυο τάματα της Σπάρτης, και πιάνουν το νοσοκομείον και με κλείνουν εμένα μέσα και πιάνουν γύρα το σπίτι μου και περιβόλι μου και μπήκαν μέσα-εις το περιβόλι πεζούρα και καβαλλαρία. Από τους δικούς-μου άλλοι έφυγαν, ότ᾿ ήταν ολίγοι, κι᾿ άλλους τους έπιασαν.

Και μένω μ᾿ εφτά ανθρώπους και τέσσερα παιδιά -όλοι αυτείνοι ήμαστε. Και κυρίεψαν οι αναντίοι παντού κι᾿ άνοιξαν και μασγάλια εις τον τοίχο του περιβολιού ως την πόρτα του σπιτιού μου.

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΤΗ ΣΥΝΕΧΕΙΑ ΕΔΩ

https://www.orthodoxianewsagency.gr/istoria-ethnika-themata/o-stratigos-makrygiannis-gia-to-kinima-tis-3is-septemvriou-1843/

Η Προσευχη του Μακρυγιαννη για την Ελευθερια της Πατριδος

ΣΧΟΛΙΟ ΕΛΛΑΣ - ΟΡΘΟΔΟΞΙΑ: Όταν μιλάνε οι άνθρωποι που ΠΟΛΕΜΗΣΑΝ για να αραδιάζουν ελεύθεροι τις αντίχριστες και μισελληνικές «θεωρίες» τους οι σύγχρονοι Νενέκοι και Εφιάλτες, εμείς απλά πρέπει να σωπαίνουμε, να σκύβουμε το κεφάλι και να τους ακούμε ευλαβικά. Ειδικά ο Μακρυγιάννης, που πολεμούσε σαν λιοντάρι τους Τούρκους και πρωτοστάτησε στη δημιουργία Συντάγματος, ζώντας παράλληλα ως κοσμοκαλόγερος παρότι υπεροπολύτεκνος, θα πρέπει να προβληματίσει όλους μας με τον αγνό, αντρίκειο και καθαρά Ελληνορθόδοξο τρόπο σκέψης του:

Από τα Απομνημονεύματα του Μεγάλου Στρατηγού της Ελληνικής Επανάστασης Γιάννη Μακρυγιάννη.
«Εἰς τὴν δόξα, εἰς τὴν δόξα, εἰς τὴν δόξα τοῦ Θεοῦ, τῆς ἀγιά Τριάδος, τῆς Θεοτόκος, τοῦ ἃ-Γιάννη τοῦ Βαφτιστῆ καὶ πάντα τῶν ἁγίων καὶ τοῦ ἁγίου Βασιλείου, νὰ πρεσβέψει εἰς τὴν παντοδυναμίαν του καὶ εἰς τὴν βασιλείαν του, νὰ μᾶς λευτερώσει τώρα εἰς τὸ νέον ἔτος, νὰ μᾶς λευτερώσει ἀπὸ τὴν κακία μας, ἀπὸ τὴν διοτέλειά μας καὶ ἀπὸ τὰ πάθη μας καὶ ἀπὸ τὴν ἐπιβουλίαν τῶν ξένων.
Ἡ παντοδυναμία σου εἶσαι πολυέλεος, πολυεύσπλαχνος, ἡ ἀγαθότη σου εἶναι ἄβυσσος τῆς θαλάσσης. Ἔλεος ζητῶ, νὰ μοῦ καθαρίσεις τὴν ἁμαρτωλή μου ψυχὴ καὶ τὰ βρωμερά μου σπλάχνα καὶ νὰ μοῦ δώσεις ταπεινοσύνη, σωφροσύνη καὶ πίστη καθαρά, νὰ δυνηθῶ νὰ σὲ προσκυνήσω καὶ νὰ σὲ δοξολογήσω καὶ νὰ σὲ εὐνογήσω μὲ καθαρότης καὶ νὰ σὲ περικαλέσω, ὁ ἁμαρτωλός, διὰ τῆς πρεσβείας τῆς Θεοτόκος καὶ τῶν ἁγίων, νὰ σώσει τὴν ματοκυλισμένη μου πατρίδα καὶ θρησκείαν καὶ γενικῶς τοὺς τίμιους ἀνθρώπους, ὅσοι φέρνουν δοξολογίαν εἷς τὴν παντοδυναμίαν σου καὶ εἰς τὴν βασιλείαν σου, τρισυπόστατε Θεέ, σωτήρα τοῦ παντός, νὰ μᾶς σώσεις, νὰ μᾶς λευτερώσεις ἀπὸ τὰ κοφτερὰ δόντια τῶν γουρνόλυκων.
Τρέχομεν εἰς τὸ ἔλεός σου καὶ εἰς τὴν ἐσπλαχνίαν σου καὶ τῆς βασιλείας σου. Τὸ ἔλεός σου ζητοῦμεν, οἱ ἁμαρτωλοὶ καὶ οἱ ἀδύνατοι, οἱ ἀνάξιοι δοῦλοι σου καὶ σκλάβοι σου. Συχώρησε μὲ , Κύριέ μου, ὀποὶ σὲ βάρυνα. Ποῦ ἀλλοῦ νὰ τρέξω; Ποῦ ἀλλοῦ νὰ τρέξομεν οἱ ἀνάξιοι δοῦλοι σου, ποῦ ἀλλοῦ οἱ ἀδύνατοι νὰ βροῦμεν δικιοσύνη, ποιὸς ποιμένας καὶ πίτροπός σου ἔχει δικιοσύνη νὰ δικιώσει τὸ δίκιον τοῦ κάθε ἀνθρώπου; Θεὲ τοῦ οὐρανοῦ καὶ τῆς γὴς καὶ τῆς θάλασσας.
Σῶσε μας, ἡ παντοδυναμία σου, ὅτι χαθήκαμεν ἐδῶ καὶ εἰς τὴν ἄλλη ζωή. Κύριε, μὲ τί στόμα νὰ σὲ περικαλέσουμεν, μὲ τί μάτια νὰ σηκώσουμεν νὰ σὲ τηράξομεν καὶ νὰ περικαλέσουμεν τὸ πανάγαθό σου ὄνομα καὶ τῆς βασιλείας σου;
Κύριε, ἡ παντοδυναμία σου ἐπολέμησες, ἀγωνίστης, ἐσπαλχνίστης, ἡ παντοδυναμία σου καὶ ἡ βασιλεία σου, καὶ ἀνάστησες νεκρούς, πεθαμένους, λιωμένους τόσες αἰῶνες, καὶ τοὺς πεθαμένους καὶ λιωμένους καὶ ὀλίγους καὶ ἀδύνατους καὶ ἀμαθεῖς, μὲ δεμένα σκοινιὰ τὰ περισσότερα τουφέκια, καὶ μὲ χωρὶς ἀναγκαία του πολέμου, ξιπόλυτοι καὶ γυμνοὶ καὶ νηστικοὶ τὶς περισσότερες φορές, καὶ ἀντινέργειες τῶν δυνατῶν, πενήντα χιλιάδες δὲν ἤμαστεν ποτὲς εἰς τὸν πόλεμον, στεριὰ καὶ τοῦ πελάου, καὶ ν’ ἀφανιστοῦν περίτου τετρακόσιες χιλιάδες ψυχές, ντόπιοι καὶ ξένοι Τοῦρκοι, δύναμη δική μας ἦτον, ἀντρεία δική μας ἦταν, ἀρετὴ καὶ πατριωτισμὸς δικός μας ἦταν, ὅτι πατριωτισμὸν καὶ ἀρετὴ θυσιάζομεν.
https://www.dimitrisotiropoulosbooks.com/
Καὶ τώρα χερότερον εἴχαμεν, καὶ τότε μᾶς ἔσωσες, πανάγαθε Θεέ, μᾶς ἀνάστησες καὶ μᾶς σώνεις κάθε στιγμὴν καὶ κάθε… ἀπὸ τὴν διοτέλειά μας, ἀπὸ τὴν χαμέρπειά μας, ἀπὸ τὴν ἀπιστία μᾶς πωλοῦμεν, καὶ τὴν παντοδυναμίαν σου καὶ τὴν βασιλείαν σου κατακρένομεν, καταλαλοῦμεν.
Καταπωλήσαμεν μέσα εἰς τὶς ἀγορὲς καὶ σοκάκια δισκοπότηρα, ὅτι δὲν ματαείχαμεν τὴν ἀνάγκη τους νὰ μεταλάβομεν, πουλήσαμεν τὰ πολυτίμητα εὐαγγέλια καὶ ὅλα τὰ γερὰ τῶν ναῶν σου, καὶ ζωντανὰ καὶ τόπους, καὶ κατακερματίσαμεν καὶ τ’ ἅγια μοναστήρια καὶ τὶς ἐκκλησίες, καὶ τὶς φκιάσαμεν σπίτια, ἀχούρια καὶ τὰ ἑξῆς.
Ὅ,τι ἀνταμεβῆ ἧβρες ἀπὸ τοὺς Ὁβραίους, ὁπού ’ταν ἀλλόθρησκοι καὶ σὲ σταύρωσαν, ἧβρες καὶ ἀπὸ ἐκείνους ὁπού κοπίασες καὶ κοπιάζεις καὶ ἀνάστησες καὶ ἀναστήνεις, ἀπὸ τοὺς ὀρθόδοξους χριστιανούς.
Μὲ τί πρόσωπον, Κύριέ μου, νὰ παρουσιαστῶμεν ὀμπρός σου, καὶ μὲ τί στόμα καὶ γλώσσα νὰ σὲ περιλέσουμεν καὶ εἰς τὸ ἑξῆς, ὁπού κιντυνεύομεν, οἱ ἀχάριστοι, οἱ διοτελεῖς, οἱ κακοὶ τεμπέληδές του κόσμου, οἱ προδότες καὶ ἀσεβεῖς, κάθε γερὸν πράμα!
Θεοτόκε, μητέρα τοῦ παντός, τὸ καύκημα τῆς παρθενίας, τὸ καύκημα τῆς ἀρετῆς καὶ τὰ πάντα τῆς ἀγαθότης, προστρέχομεν οἱ ἁμαρτωλοί, οἱ ἀδύνατοι, εἰς ἐσπλαχνίαν τῆς ἀγαθότης σου, νὰ λυπηθεῖς τοὺς ἀθώους ἐκείνους ὁπού φέρνουν τὴν ἁμαρτωλή τους προσευχὴ ’λικρινώς εἰς τὸν παντουργὸν καὶ εἰς τὴν βασιλείαν του, ἐκείνους ὁπού ’τρεξαν ξιπόλυτοι καὶ γυμνοί, ἐκείνους ὁπού ἄφησαν χῆρες καὶ ἀρφανά, ἐκείνους ὁπού ’χυσαν τὸ αἷμα τους, κατὰ τὸν ὅρκον τους, ν’ ἀναστηθεῖ διὰ τῆς δυνάμεως τοῦ Παντοκράτορα ἡ σκλαβωμένη τοὺς πατρίδα καὶ νὰ λαμπρυθεῖ ὁ σταυρὸς τῆς ὀρθοδοξίας, καὶ δὶ’ αὐτὸν τὸν ὅρκον αὐτεῖνοι πέθαναν δὶ αὐτείνη τὴν πατρίδα καὶ θρησκεία, καὶ θυσίασαν καὶ τὸ ἔχει τους, καὶ πολλῶν οἱ γυναῖκες τους, τὰ παιδιά τους, οἱ συγγενεῖς τους διακονεύουν καὶ ταλαιπωροῦνται ξιπόλυτοι, γυμνοί, νηστικοὶ στὰ σοκάκια ἐκείνης τῆς ματοκυλισμένης πατρίδος ὁπού ζύμωσαν οἱ γονέοι τους καὶ οἱ συγγενεῖς τους μὲ τὸ αἷμα τους, καὶ τὴν γοδέρουν σήμερα καὶ τὴν τρῶνε καὶ τὴν προδίνουν οἱ γουρνόλυκοι μὲ τ’ ἀκονισμένα δόντια καὶ οἱ σύντροφοί τους αὐτεινῶν οἱ τοιοῦτοι. Θεοτόκο, μήτηρ τοῦ παντός, αὐτοὺς τοὺς ἀθώους νὰ λυπηθεῖς, αὐτοὺς τοὺς γυμνοὺς καὶ ταλαίπωρους.
Αὐτεῖνοι φέρνουν δοξολογίαν εἰς τὸν Θεὸν καὶ τὴν βασιλείαν του. Νὰ πρεσβέψεις εἰς τὴν παντοδυναμίαν τοῦ ν’ ἀναστήσει πίσου τοὺς γερούς του ναούς, τ’ ἅγια τὰ μοναστήρια ὁπού τρώγαν ψωμὶ οἱ δυστυχισμένοι, ἀφοῦ αὐτὰ ὅπου ζοῦσαν πολὺ ἀδύνατοι ἀπὸ τὴν εὐλογίαν τοῦ Θεοῦ καὶ ἀπὸ τοὺς κόπους τῶν πατέρων, τῶν καλογέρων – δὲν ἦταν καπιτσίνοι δυτικοί, ἦταν ὑπηρέτες τῶν μαναστηριῶν τῆς ὀρθοδοξίας.
Δὲν ἦταν τεμπέληδες, δούλευαν καὶ προσκυνοῦσαν. Καὶ εἰς τὸν ἀγώνα τῆς πατρίδος σ΄ αὐτὰ τὰ μοναστήρια γενόταν τὰ μυστικοσυμβούλια, συναζόταν τὰ ὀλίγα ἀναγκαῖα του πολέμου, καὶ εἰς τὸν πόλεμον θυσίαζαν καὶ σκοτωνόταν αὐτεῖνοι οἱ ὑπηρέτες τῶν μαναστηριῶν καὶ τῶν ἐκκλησιῶν – τριάντα εἶναι μόνον μὲ μένα σκοτωμένοι ἔξω εἰς τοὺς πολέμους καὶ εἰς τὸ τὸ Νιόκαστρο, καὶ εἰς τὴν Ἀθήνα.
Ἔλιωσαν αὐτεῖνοι οἱ πατέρες, τώρα εἰς τὰ γερατειὰ τοὺς βασανίζονται πολὺ εἰς τοὺς δρόμους. Θεοτόκο μου, νὰ περικαλέσεις τὸν ἀφέντη μας καὶ τὸν μονογενῆ σου ν’ ἀναστήσει πίσου αὐτά, καὶ τὶς ἅγιες ἐκκλησίες του, ὁπού κατακερματίσαμεν ἐμεῖς οἱ ἀχάριστοι καὶ μᾶς ἧβρε ἡ δίκια τοῦ ὀργὴ καὶ τῆς βασιλείας του, νὰ τὸν περικαλέσεις, Θεοτόκο μου, νὰ τὰ ἀναστήσει πίσου, καὶ νὰ σηκώσει τὴ δίκια τοῦ ὀργὴ ὁπού ’χει σὲ μᾶς τοὺς ἀχάριστους καὶ νὰ φέρει πίσου τὴν εὐκή του καὶ τὴν εὐλογία του καὶ τῆς βασιλείας του, ὁπού τὴν στερηθήκαμεν ἀπὸ τὴν κακία μας καὶ διοτέλειά μας καὶ ἐγίναμεν ἡ παλιοψάθα τῆς κοινωνίας, καὶ ἐγίναμεν καθὼς φαινόμαστε ὡς τὴν σήμερον.
Τὸ ἔλεός του εἶναι ἄβυσσος τῆς θαλάσσης, καὶ τοὺς ἀνόητους ἐμᾶς καὶ τοὺς διοτελεῖς νὰ μᾶς ἑνώσει καὶ νὰ μᾶς φωτίσει καὶ νὰ μᾶς δώσει εἰς τὸ ἑξῆς πατριωτικὰ αἰστήματα διὰ τὴν πατρίδα μας καὶ θρησκεία μας, καὶ πίστη καθερὰ νὰ ’χωμεν εἰς τὸν παντουργό μας καὶ εἰς τὴν βασιλείαν του, νὰ μᾶς σώσει ἐδῶ καὶ εἰς τὴν παντοτινὴ ζωή, νὰ δώσει τοῦ γερατείου τοῦ ρήνη καὶ ὁμόνοιαν, τὴν εὐκή του καὶ τὴν εὐλογία του, καὶ εἰς τοὺς προκρίτους, τοὺς ποιμένες, καὶ γενικῶς τὸν λαόν του, νὰ ’ρθει πίσου ἡ νεκρανάστασή του διὰ τῆς εὐλογίας του.
Προστρέχομεν οἱ ἁμαρτωλοί, οἱ ἀνάξιοι δοῦλοι σου καὶ οἱ σκλάβοι σου εἰς τὸ ἔλεός σου καὶ εἰς τὴν ἐσπλαχνίαν σου καὶ τῆς βασιλείας σου. ἔλεος ζητοῦμεν, νὰ μᾶς δώσεις καθαρὰ σπλάχνα καὶ καθαρὰ ψυχή, νὰ δυνηθῶμεν νὰ σὲ προσκυνήσουμεν καὶ νὰ σὲ δοξολογήσουμεν μ’ ἐξ ὅλης καρδίας, εὐεργέτη καὶ προστάτη ἀληθινέ.»

Η Προσευχή του Μακρυγιάννη για την Ελευθερία της Πατρίδος

ΣΧΟΛΙΟ ΕΛΛΑΣ - ΟΡΘΟΔΟΞΙΑ: Όταν μιλάνε οι άνθρωποι που ΠΟΛΕΜΗΣΑΝ για να αραδιάζουν ελεύθεροι τις αντίχριστες και μισελληνικές «θεωρίες» τους οι σύγχρονοι Νενέκοι και Εφιάλτες, εμείς απλά πρέπει να σωπαίνουμε, να σκύβουμε το κεφάλι και να τους ακούμε ευλαβικά. Ειδικά ο Μακρυγιάννης, που πολεμούσε σαν λιοντάρι τους Τούρκους και πρωτοστάτησε στη δημιουργία Συντάγματος, ζώντας παράλληλα ως κοσμοκαλόγερος παρότι υπεροπολύτεκνος, θα πρέπει να προβληματίσει όλους μας με τον αγνό, αντρίκειο και καθαρά Ελληνορθόδοξο τρόπο σκέψης του:

Από τα Απομνημονεύματα του Μεγάλου Στρατηγού της Ελληνικής Επανάστασης Γιάννη Μακρυγιάννη.
«Εἰς τὴν δόξα, εἰς τὴν δόξα, εἰς τὴν δόξα τοῦ Θεοῦ, τῆς ἀγιά Τριάδος, τῆς Θεοτόκος, τοῦ ἃ-Γιάννη τοῦ Βαφτιστῆ καὶ πάντα τῶν ἁγίων καὶ τοῦ ἁγίου Βασιλείου, νὰ πρεσβέψει εἰς τὴν παντοδυναμίαν του καὶ εἰς τὴν βασιλείαν του, νὰ μᾶς λευτερώσει τώρα εἰς τὸ νέον ἔτος, νὰ μᾶς λευτερώσει ἀπὸ τὴν κακία μας, ἀπὸ τὴν διοτέλειά μας καὶ ἀπὸ τὰ πάθη μας καὶ ἀπὸ τὴν ἐπιβουλίαν τῶν ξένων.
Ἡ παντοδυναμία σου εἶσαι πολυέλεος, πολυεύσπλαχνος, ἡ ἀγαθότη σου εἶναι ἄβυσσος τῆς θαλάσσης. Ἔλεος ζητῶ, νὰ μοῦ καθαρίσεις τὴν ἁμαρτωλή μου ψυχὴ καὶ τὰ βρωμερά μου σπλάχνα καὶ νὰ μοῦ δώσεις ταπεινοσύνη, σωφροσύνη καὶ πίστη καθαρά, νὰ δυνηθῶ νὰ σὲ προσκυνήσω καὶ νὰ σὲ δοξολογήσω καὶ νὰ σὲ εὐνογήσω μὲ καθαρότης καὶ νὰ σὲ περικαλέσω, ὁ ἁμαρτωλός, διὰ τῆς πρεσβείας τῆς Θεοτόκος καὶ τῶν ἁγίων, νὰ σώσει τὴν ματοκυλισμένη μου πατρίδα καὶ θρησκείαν καὶ γενικῶς τοὺς τίμιους ἀνθρώπους, ὅσοι φέρνουν δοξολογίαν εἷς τὴν παντοδυναμίαν σου καὶ εἰς τὴν βασιλείαν σου, τρισυπόστατε Θεέ, σωτήρα τοῦ παντός, νὰ μᾶς σώσεις, νὰ μᾶς λευτερώσεις ἀπὸ τὰ κοφτερὰ δόντια τῶν γουρνόλυκων.
Τρέχομεν εἰς τὸ ἔλεός σου καὶ εἰς τὴν ἐσπλαχνίαν σου καὶ τῆς βασιλείας σου. Τὸ ἔλεός σου ζητοῦμεν, οἱ ἁμαρτωλοὶ καὶ οἱ ἀδύνατοι, οἱ ἀνάξιοι δοῦλοι σου καὶ σκλάβοι σου. Συχώρησε μὲ , Κύριέ μου, ὀποὶ σὲ βάρυνα. Ποῦ ἀλλοῦ νὰ τρέξω; Ποῦ ἀλλοῦ νὰ τρέξομεν οἱ ἀνάξιοι δοῦλοι σου, ποῦ ἀλλοῦ οἱ ἀδύνατοι νὰ βροῦμεν δικιοσύνη, ποιὸς ποιμένας καὶ πίτροπός σου ἔχει δικιοσύνη νὰ δικιώσει τὸ δίκιον τοῦ κάθε ἀνθρώπου; Θεὲ τοῦ οὐρανοῦ καὶ τῆς γὴς καὶ τῆς θάλασσας.
Σῶσε μας, ἡ παντοδυναμία σου, ὅτι χαθήκαμεν ἐδῶ καὶ εἰς τὴν ἄλλη ζωή. Κύριε, μὲ τί στόμα νὰ σὲ περικαλέσουμεν, μὲ τί μάτια νὰ σηκώσουμεν νὰ σὲ τηράξομεν καὶ νὰ περικαλέσουμεν τὸ πανάγαθό σου ὄνομα καὶ τῆς βασιλείας σου;
Κύριε, ἡ παντοδυναμία σου ἐπολέμησες, ἀγωνίστης, ἐσπαλχνίστης, ἡ παντοδυναμία σου καὶ ἡ βασιλεία σου, καὶ ἀνάστησες νεκρούς, πεθαμένους, λιωμένους τόσες αἰῶνες, καὶ τοὺς πεθαμένους καὶ λιωμένους καὶ ὀλίγους καὶ ἀδύνατους καὶ ἀμαθεῖς, μὲ δεμένα σκοινιὰ τὰ περισσότερα τουφέκια, καὶ μὲ χωρὶς ἀναγκαία του πολέμου, ξιπόλυτοι καὶ γυμνοὶ καὶ νηστικοὶ τὶς περισσότερες φορές, καὶ ἀντινέργειες τῶν δυνατῶν, πενήντα χιλιάδες δὲν ἤμαστεν ποτὲς εἰς τὸν πόλεμον, στεριὰ καὶ τοῦ πελάου, καὶ ν’ ἀφανιστοῦν περίτου τετρακόσιες χιλιάδες ψυχές, ντόπιοι καὶ ξένοι Τοῦρκοι, δύναμη δική μας ἦτον, ἀντρεία δική μας ἦταν, ἀρετὴ καὶ πατριωτισμὸς δικός μας ἦταν, ὅτι πατριωτισμὸν καὶ ἀρετὴ θυσιάζομεν.

https://www.dimitrisotiropoulosbooks.com/collections/custom-collection/products/30-2
Καὶ τώρα χερότερον εἴχαμεν, καὶ τότε μᾶς ἔσωσες, πανάγαθε Θεέ, μᾶς ἀνάστησες καὶ μᾶς σώνεις κάθε στιγμὴν καὶ κάθε… ἀπὸ τὴν διοτέλειά μας, ἀπὸ τὴν χαμέρπειά μας, ἀπὸ τὴν ἀπιστία μᾶς πωλοῦμεν, καὶ τὴν παντοδυναμίαν σου καὶ τὴν βασιλείαν σου κατακρένομεν, καταλαλοῦμεν.
Καταπωλήσαμεν μέσα εἰς τὶς ἀγορὲς καὶ σοκάκια δισκοπότηρα, ὅτι δὲν ματαείχαμεν τὴν ἀνάγκη τους νὰ μεταλάβομεν, πουλήσαμεν τὰ πολυτίμητα εὐαγγέλια καὶ ὅλα τὰ γερὰ τῶν ναῶν σου, καὶ ζωντανὰ καὶ τόπους, καὶ κατακερματίσαμεν καὶ τ’ ἅγια μοναστήρια καὶ τὶς ἐκκλησίες, καὶ τὶς φκιάσαμεν σπίτια, ἀχούρια καὶ τὰ ἑξῆς.
Ὅ,τι ἀνταμεβῆ ἧβρες ἀπὸ τοὺς Ὁβραίους, ὁπού ’ταν ἀλλόθρησκοι καὶ σὲ σταύρωσαν, ἧβρες καὶ ἀπὸ ἐκείνους ὁπού κοπίασες καὶ κοπιάζεις καὶ ἀνάστησες καὶ ἀναστήνεις, ἀπὸ τοὺς ὀρθόδοξους χριστιανούς.
Μὲ τί πρόσωπον, Κύριέ μου, νὰ παρουσιαστῶμεν ὀμπρός σου, καὶ μὲ τί στόμα καὶ γλώσσα νὰ σὲ περιλέσουμεν καὶ εἰς τὸ ἑξῆς, ὁπού κιντυνεύομεν, οἱ ἀχάριστοι, οἱ διοτελεῖς, οἱ κακοὶ τεμπέληδές του κόσμου, οἱ προδότες καὶ ἀσεβεῖς, κάθε γερὸν πράμα!
Θεοτόκε, μητέρα τοῦ παντός, τὸ καύκημα τῆς παρθενίας, τὸ καύκημα τῆς ἀρετῆς καὶ τὰ πάντα τῆς ἀγαθότης, προστρέχομεν οἱ ἁμαρτωλοί, οἱ ἀδύνατοι, εἰς ἐσπλαχνίαν τῆς ἀγαθότης σου, νὰ λυπηθεῖς τοὺς ἀθώους ἐκείνους ὁπού φέρνουν τὴν ἁμαρτωλή τους προσευχὴ ’λικρινώς εἰς τὸν παντουργὸν καὶ εἰς τὴν βασιλείαν του, ἐκείνους ὁπού ’τρεξαν ξιπόλυτοι καὶ γυμνοί, ἐκείνους ὁπού ἄφησαν χῆρες καὶ ἀρφανά, ἐκείνους ὁπού ’χυσαν τὸ αἷμα τους, κατὰ τὸν ὅρκον τους, ν’ ἀναστηθεῖ διὰ τῆς δυνάμεως τοῦ Παντοκράτορα ἡ σκλαβωμένη τοὺς πατρίδα καὶ νὰ λαμπρυθεῖ ὁ σταυρὸς τῆς ὀρθοδοξίας, καὶ δὶ’ αὐτὸν τὸν ὅρκον αὐτεῖνοι πέθαναν δὶ αὐτείνη τὴν πατρίδα καὶ θρησκεία, καὶ θυσίασαν καὶ τὸ ἔχει τους, καὶ πολλῶν οἱ γυναῖκες τους, τὰ παιδιά τους, οἱ συγγενεῖς τους διακονεύουν καὶ ταλαιπωροῦνται ξιπόλυτοι, γυμνοί, νηστικοὶ στὰ σοκάκια ἐκείνης τῆς ματοκυλισμένης πατρίδος ὁπού ζύμωσαν οἱ γονέοι τους καὶ οἱ συγγενεῖς τους μὲ τὸ αἷμα τους, καὶ τὴν γοδέρουν σήμερα καὶ τὴν τρῶνε καὶ τὴν προδίνουν οἱ γουρνόλυκοι μὲ τ’ ἀκονισμένα δόντια καὶ οἱ σύντροφοί τους αὐτεινῶν οἱ τοιοῦτοι. Θεοτόκο, μήτηρ τοῦ παντός, αὐτοὺς τοὺς ἀθώους νὰ λυπηθεῖς, αὐτοὺς τοὺς γυμνοὺς καὶ ταλαίπωρους.
Αὐτεῖνοι φέρνουν δοξολογίαν εἰς τὸν Θεὸν καὶ τὴν βασιλείαν του. Νὰ πρεσβέψεις εἰς τὴν παντοδυναμίαν τοῦ ν’ ἀναστήσει πίσου τοὺς γερούς του ναούς, τ’ ἅγια τὰ μοναστήρια ὁπού τρώγαν ψωμὶ οἱ δυστυχισμένοι, ἀφοῦ αὐτὰ ὅπου ζοῦσαν πολὺ ἀδύνατοι ἀπὸ τὴν εὐλογίαν τοῦ Θεοῦ καὶ ἀπὸ τοὺς κόπους τῶν πατέρων, τῶν καλογέρων – δὲν ἦταν καπιτσίνοι δυτικοί, ἦταν ὑπηρέτες τῶν μαναστηριῶν τῆς ὀρθοδοξίας.
Δὲν ἦταν τεμπέληδες, δούλευαν καὶ προσκυνοῦσαν. Καὶ εἰς τὸν ἀγώνα τῆς πατρίδος σ΄ αὐτὰ τὰ μοναστήρια γενόταν τὰ μυστικοσυμβούλια, συναζόταν τὰ ὀλίγα ἀναγκαῖα του πολέμου, καὶ εἰς τὸν πόλεμον θυσίαζαν καὶ σκοτωνόταν αὐτεῖνοι οἱ ὑπηρέτες τῶν μαναστηριῶν καὶ τῶν ἐκκλησιῶν – τριάντα εἶναι μόνον μὲ μένα σκοτωμένοι ἔξω εἰς τοὺς πολέμους καὶ εἰς τὸ τὸ Νιόκαστρο, καὶ εἰς τὴν Ἀθήνα.
Ἔλιωσαν αὐτεῖνοι οἱ πατέρες, τώρα εἰς τὰ γερατειὰ τοὺς βασανίζονται πολὺ εἰς τοὺς δρόμους. Θεοτόκο μου, νὰ περικαλέσεις τὸν ἀφέντη μας καὶ τὸν μονογενῆ σου ν’ ἀναστήσει πίσου αὐτά, καὶ τὶς ἅγιες ἐκκλησίες του, ὁπού κατακερματίσαμεν ἐμεῖς οἱ ἀχάριστοι καὶ μᾶς ἧβρε ἡ δίκια τοῦ ὀργὴ καὶ τῆς βασιλείας του, νὰ τὸν περικαλέσεις, Θεοτόκο μου, νὰ τὰ ἀναστήσει πίσου, καὶ νὰ σηκώσει τὴ δίκια τοῦ ὀργὴ ὁπού ’χει σὲ μᾶς τοὺς ἀχάριστους καὶ νὰ φέρει πίσου τὴν εὐκή του καὶ τὴν εὐλογία του καὶ τῆς βασιλείας του, ὁπού τὴν στερηθήκαμεν ἀπὸ τὴν κακία μας καὶ διοτέλειά μας καὶ ἐγίναμεν ἡ παλιοψάθα τῆς κοινωνίας, καὶ ἐγίναμεν καθὼς φαινόμαστε ὡς τὴν σήμερον.
Τὸ ἔλεός του εἶναι ἄβυσσος τῆς θαλάσσης, καὶ τοὺς ἀνόητους ἐμᾶς καὶ τοὺς διοτελεῖς νὰ μᾶς ἑνώσει καὶ νὰ μᾶς φωτίσει καὶ νὰ μᾶς δώσει εἰς τὸ ἑξῆς πατριωτικὰ αἰστήματα διὰ τὴν πατρίδα μας καὶ θρησκεία μας, καὶ πίστη καθερὰ νὰ ’χωμεν εἰς τὸν παντουργό μας καὶ εἰς τὴν βασιλείαν του, νὰ μᾶς σώσει ἐδῶ καὶ εἰς τὴν παντοτινὴ ζωή, νὰ δώσει τοῦ γερατείου τοῦ ρήνη καὶ ὁμόνοιαν, τὴν εὐκή του καὶ τὴν εὐλογία του, καὶ εἰς τοὺς προκρίτους, τοὺς ποιμένες, καὶ γενικῶς τὸν λαόν του, νὰ ’ρθει πίσου ἡ νεκρανάστασή του διὰ τῆς εὐλογίας του.
Προστρέχομεν οἱ ἁμαρτωλοί, οἱ ἀνάξιοι δοῦλοι σου καὶ οἱ σκλάβοι σου εἰς τὸ ἔλεός σου καὶ εἰς τὴν ἐσπλαχνίαν σου καὶ τῆς βασιλείας σου. ἔλεος ζητοῦμεν, νὰ μᾶς δώσεις καθαρὰ σπλάχνα καὶ καθαρὰ ψυχή, νὰ δυνηθῶμεν νὰ σὲ προσκυνήσουμεν καὶ νὰ σὲ δοξολογήσουμεν μ’ ἐξ ὅλης καρδίας, εὐεργέτη καὶ προστάτη ἀληθινέ.»

Η Προσευχή του Μακρυγιάννη για την Ελευθερία της Πατρίδος

ΣΧΟΛΙΟ ΕΛΛΑΣ - ΟΡΘΟΔΟΞΙΑ: Όταν μιλάνε οι άνθρωποι που ΠΟΛΕΜΗΣΑΝ για να αραδιάζουν ελεύθεροι τις αντίχριστες και μισελληνικές «θεωρίες» τους οι σύγχρονοι Νενέκοι και Εφιάλτες, εμείς απλά πρέπει να σωπαίνουμε, να σκύβουμε το κεφάλι και να τους ακούμε ευλαβικά. Ειδικά ο Μακρυγιάννης, που πολεμούσε σαν λιοντάρι τους Τούρκους και πρωτοστάτησε στη δημιουργία Συντάγματος, ζώντας παράλληλα ως κοσμοκαλόγερος παρότι υπεροπολύτεκνος, θα πρέπει να προβληματίσει όλους μας με τον αγνό, αντρίκειο και καθαρά Ελληνορθόδοξο τρόπο σκέψης του:

Από τα Απομνημονεύματα του Μεγάλου Στρατηγού της Ελληνικής Επανάστασης Γιάννη Μακρυγιάννη.
«Εἰς τὴν δόξα, εἰς τὴν δόξα, εἰς τὴν δόξα τοῦ Θεοῦ, τῆς ἀγιά Τριάδος, τῆς Θεοτόκος, τοῦ ἃ-Γιάννη τοῦ Βαφτιστῆ καὶ πάντα τῶν ἁγίων καὶ τοῦ ἁγίου Βασιλείου, νὰ πρεσβέψει εἰς τὴν παντοδυναμίαν του καὶ εἰς τὴν βασιλείαν του, νὰ μᾶς λευτερώσει τώρα εἰς τὸ νέον ἔτος, νὰ μᾶς λευτερώσει ἀπὸ τὴν κακία μας, ἀπὸ τὴν διοτέλειά μας καὶ ἀπὸ τὰ πάθη μας καὶ ἀπὸ τὴν ἐπιβουλίαν τῶν ξένων.
Ἡ παντοδυναμία σου εἶσαι πολυέλεος, πολυεύσπλαχνος, ἡ ἀγαθότη σου εἶναι ἄβυσσος τῆς θαλάσσης. Ἔλεος ζητῶ, νὰ μοῦ καθαρίσεις τὴν ἁμαρτωλή μου ψυχὴ καὶ τὰ βρωμερά μου σπλάχνα καὶ νὰ μοῦ δώσεις ταπεινοσύνη, σωφροσύνη καὶ πίστη καθαρά, νὰ δυνηθῶ νὰ σὲ προσκυνήσω καὶ νὰ σὲ δοξολογήσω καὶ νὰ σὲ εὐνογήσω μὲ καθαρότης καὶ νὰ σὲ περικαλέσω, ὁ ἁμαρτωλός, διὰ τῆς πρεσβείας τῆς Θεοτόκος καὶ τῶν ἁγίων, νὰ σώσει τὴν ματοκυλισμένη μου πατρίδα καὶ θρησκείαν καὶ γενικῶς τοὺς τίμιους ἀνθρώπους, ὅσοι φέρνουν δοξολογίαν εἷς τὴν παντοδυναμίαν σου καὶ εἰς τὴν βασιλείαν σου, τρισυπόστατε Θεέ, σωτήρα τοῦ παντός, νὰ μᾶς σώσεις, νὰ μᾶς λευτερώσεις ἀπὸ τὰ κοφτερὰ δόντια τῶν γουρνόλυκων.
Τρέχομεν εἰς τὸ ἔλεός σου καὶ εἰς τὴν ἐσπλαχνίαν σου καὶ τῆς βασιλείας σου. Τὸ ἔλεός σου ζητοῦμεν, οἱ ἁμαρτωλοὶ καὶ οἱ ἀδύνατοι, οἱ ἀνάξιοι δοῦλοι σου καὶ σκλάβοι σου. Συχώρησε μὲ , Κύριέ μου, ὀποὶ σὲ βάρυνα. Ποῦ ἀλλοῦ νὰ τρέξω; Ποῦ ἀλλοῦ νὰ τρέξομεν οἱ ἀνάξιοι δοῦλοι σου, ποῦ ἀλλοῦ οἱ ἀδύνατοι νὰ βροῦμεν δικιοσύνη, ποιὸς ποιμένας καὶ πίτροπός σου ἔχει δικιοσύνη νὰ δικιώσει τὸ δίκιον τοῦ κάθε ἀνθρώπου; Θεὲ τοῦ οὐρανοῦ καὶ τῆς γὴς καὶ τῆς θάλασσας.
Σῶσε μας, ἡ παντοδυναμία σου, ὅτι χαθήκαμεν ἐδῶ καὶ εἰς τὴν ἄλλη ζωή. Κύριε, μὲ τί στόμα νὰ σὲ περικαλέσουμεν, μὲ τί μάτια νὰ σηκώσουμεν νὰ σὲ τηράξομεν καὶ νὰ περικαλέσουμεν τὸ πανάγαθό σου ὄνομα καὶ τῆς βασιλείας σου;
Κύριε, ἡ παντοδυναμία σου ἐπολέμησες, ἀγωνίστης, ἐσπαλχνίστης, ἡ παντοδυναμία σου καὶ ἡ βασιλεία σου, καὶ ἀνάστησες νεκρούς, πεθαμένους, λιωμένους τόσες αἰῶνες, καὶ τοὺς πεθαμένους καὶ λιωμένους καὶ ὀλίγους καὶ ἀδύνατους καὶ ἀμαθεῖς, μὲ δεμένα σκοινιὰ τὰ περισσότερα τουφέκια, καὶ μὲ χωρὶς ἀναγκαία του πολέμου, ξιπόλυτοι καὶ γυμνοὶ καὶ νηστικοὶ τὶς περισσότερες φορές, καὶ ἀντινέργειες τῶν δυνατῶν, πενήντα χιλιάδες δὲν ἤμαστεν ποτὲς εἰς τὸν πόλεμον, στεριὰ καὶ τοῦ πελάου, καὶ ν’ ἀφανιστοῦν περίτου τετρακόσιες χιλιάδες ψυχές, ντόπιοι καὶ ξένοι Τοῦρκοι, δύναμη δική μας ἦτον, ἀντρεία δική μας ἦταν, ἀρετὴ καὶ πατριωτισμὸς δικός μας ἦταν, ὅτι πατριωτισμὸν καὶ ἀρετὴ θυσιάζομεν.
Καὶ τώρα χερότερον εἴχαμεν, καὶ τότε μᾶς ἔσωσες, πανάγαθε Θεέ, μᾶς ἀνάστησες καὶ μᾶς σώνεις κάθε στιγμὴν καὶ κάθε… ἀπὸ τὴν διοτέλειά μας, ἀπὸ τὴν χαμέρπειά μας, ἀπὸ τὴν ἀπιστία μᾶς πωλοῦμεν, καὶ τὴν παντοδυναμίαν σου καὶ τὴν βασιλείαν σου κατακρένομεν, καταλαλοῦμεν.
Καταπωλήσαμεν μέσα εἰς τὶς ἀγορὲς καὶ σοκάκια δισκοπότηρα, ὅτι δὲν ματαείχαμεν τὴν ἀνάγκη τους νὰ μεταλάβομεν, πουλήσαμεν τὰ πολυτίμητα εὐαγγέλια καὶ ὅλα τὰ γερὰ τῶν ναῶν σου, καὶ ζωντανὰ καὶ τόπους, καὶ κατακερματίσαμεν καὶ τ’ ἅγια μοναστήρια καὶ τὶς ἐκκλησίες, καὶ τὶς φκιάσαμεν σπίτια, ἀχούρια καὶ τὰ ἑξῆς.
Ὅ,τι ἀνταμεβῆ ἧβρες ἀπὸ τοὺς Ὁβραίους, ὁπού ’ταν ἀλλόθρησκοι καὶ σὲ σταύρωσαν, ἧβρες καὶ ἀπὸ ἐκείνους ὁπού κοπίασες καὶ κοπιάζεις καὶ ἀνάστησες καὶ ἀναστήνεις, ἀπὸ τοὺς ὀρθόδοξους χριστιανούς.
Μὲ τί πρόσωπον, Κύριέ μου, νὰ παρουσιαστῶμεν ὀμπρός σου, καὶ μὲ τί στόμα καὶ γλώσσα νὰ σὲ περιλέσουμεν καὶ εἰς τὸ ἑξῆς, ὁπού κιντυνεύομεν, οἱ ἀχάριστοι, οἱ διοτελεῖς, οἱ κακοὶ τεμπέληδές του κόσμου, οἱ προδότες καὶ ἀσεβεῖς, κάθε γερὸν πράμα!
Θεοτόκε, μητέρα τοῦ παντός, τὸ καύκημα τῆς παρθενίας, τὸ καύκημα τῆς ἀρετῆς καὶ τὰ πάντα τῆς ἀγαθότης, προστρέχομεν οἱ ἁμαρτωλοί, οἱ ἀδύνατοι, εἰς ἐσπλαχνίαν τῆς ἀγαθότης σου, νὰ λυπηθεῖς τοὺς ἀθώους ἐκείνους ὁπού φέρνουν τὴν ἁμαρτωλή τους προσευχὴ ’λικρινώς εἰς τὸν παντουργὸν καὶ εἰς τὴν βασιλείαν του, ἐκείνους ὁπού ’τρεξαν ξιπόλυτοι καὶ γυμνοί, ἐκείνους ὁπού ἄφησαν χῆρες καὶ ἀρφανά, ἐκείνους ὁπού ’χυσαν τὸ αἷμα τους, κατὰ τὸν ὅρκον τους, ν’ ἀναστηθεῖ διὰ τῆς δυνάμεως τοῦ Παντοκράτορα ἡ σκλαβωμένη τοὺς πατρίδα καὶ νὰ λαμπρυθεῖ ὁ σταυρὸς τῆς ὀρθοδοξίας, καὶ δὶ’ αὐτὸν τὸν ὅρκον αὐτεῖνοι πέθαναν δὶ αὐτείνη τὴν πατρίδα καὶ θρησκεία, καὶ θυσίασαν καὶ τὸ ἔχει τους, καὶ πολλῶν οἱ γυναῖκες τους, τὰ παιδιά τους, οἱ συγγενεῖς τους διακονεύουν καὶ ταλαιπωροῦνται ξιπόλυτοι, γυμνοί, νηστικοὶ στὰ σοκάκια ἐκείνης τῆς ματοκυλισμένης πατρίδος ὁπού ζύμωσαν οἱ γονέοι τους καὶ οἱ συγγενεῖς τους μὲ τὸ αἷμα τους, καὶ τὴν γοδέρουν σήμερα καὶ τὴν τρῶνε καὶ τὴν προδίνουν οἱ γουρνόλυκοι μὲ τ’ ἀκονισμένα δόντια καὶ οἱ σύντροφοί τους αὐτεινῶν οἱ τοιοῦτοι. Θεοτόκο, μήτηρ τοῦ παντός, αὐτοὺς τοὺς ἀθώους νὰ λυπηθεῖς, αὐτοὺς τοὺς γυμνοὺς καὶ ταλαίπωρους.
Αὐτεῖνοι φέρνουν δοξολογίαν εἰς τὸν Θεὸν καὶ τὴν βασιλείαν του. Νὰ πρεσβέψεις εἰς τὴν παντοδυναμίαν τοῦ ν’ ἀναστήσει πίσου τοὺς γερούς του ναούς, τ’ ἅγια τὰ μοναστήρια ὁπού τρώγαν ψωμὶ οἱ δυστυχισμένοι, ἀφοῦ αὐτὰ ὅπου ζοῦσαν πολὺ ἀδύνατοι ἀπὸ τὴν εὐλογίαν τοῦ Θεοῦ καὶ ἀπὸ τοὺς κόπους τῶν πατέρων, τῶν καλογέρων – δὲν ἦταν καπιτσίνοι δυτικοί, ἦταν ὑπηρέτες τῶν μαναστηριῶν τῆς ὀρθοδοξίας.
Δὲν ἦταν τεμπέληδες, δούλευαν καὶ προσκυνοῦσαν. Καὶ εἰς τὸν ἀγώνα τῆς πατρίδος σ΄ αὐτὰ τὰ μοναστήρια γενόταν τὰ μυστικοσυμβούλια, συναζόταν τὰ ὀλίγα ἀναγκαῖα του πολέμου, καὶ εἰς τὸν πόλεμον θυσίαζαν καὶ σκοτωνόταν αὐτεῖνοι οἱ ὑπηρέτες τῶν μαναστηριῶν καὶ τῶν ἐκκλησιῶν – τριάντα εἶναι μόνον μὲ μένα σκοτωμένοι ἔξω εἰς τοὺς πολέμους καὶ εἰς τὸ τὸ Νιόκαστρο, καὶ εἰς τὴν Ἀθήνα.
Ἔλιωσαν αὐτεῖνοι οἱ πατέρες, τώρα εἰς τὰ γερατειὰ τοὺς βασανίζονται πολὺ εἰς τοὺς δρόμους. Θεοτόκο μου, νὰ περικαλέσεις τὸν ἀφέντη μας καὶ τὸν μονογενῆ σου ν’ ἀναστήσει πίσου αὐτά, καὶ τὶς ἅγιες ἐκκλησίες του, ὁπού κατακερματίσαμεν ἐμεῖς οἱ ἀχάριστοι καὶ μᾶς ἧβρε ἡ δίκια τοῦ ὀργὴ καὶ τῆς βασιλείας του, νὰ τὸν περικαλέσεις, Θεοτόκο μου, νὰ τὰ ἀναστήσει πίσου, καὶ νὰ σηκώσει τὴ δίκια τοῦ ὀργὴ ὁπού ’χει σὲ μᾶς τοὺς ἀχάριστους καὶ νὰ φέρει πίσου τὴν εὐκή του καὶ τὴν εὐλογία του καὶ τῆς βασιλείας του, ὁπού τὴν στερηθήκαμεν ἀπὸ τὴν κακία μας καὶ διοτέλειά μας καὶ ἐγίναμεν ἡ παλιοψάθα τῆς κοινωνίας, καὶ ἐγίναμεν καθὼς φαινόμαστε ὡς τὴν σήμερον.
Τὸ ἔλεός του εἶναι ἄβυσσος τῆς θαλάσσης, καὶ τοὺς ἀνόητους ἐμᾶς καὶ τοὺς διοτελεῖς νὰ μᾶς ἑνώσει καὶ νὰ μᾶς φωτίσει καὶ νὰ μᾶς δώσει εἰς τὸ ἑξῆς πατριωτικὰ αἰστήματα διὰ τὴν πατρίδα μας καὶ θρησκεία μας, καὶ πίστη καθερὰ νὰ ’χωμεν εἰς τὸν παντουργό μας καὶ εἰς τὴν βασιλείαν του, νὰ μᾶς σώσει ἐδῶ καὶ εἰς τὴν παντοτινὴ ζωή, νὰ δώσει τοῦ γερατείου τοῦ ρήνη καὶ ὁμόνοιαν, τὴν εὐκή του καὶ τὴν εὐλογία του, καὶ εἰς τοὺς προκρίτους, τοὺς ποιμένες, καὶ γενικῶς τὸν λαόν του, νὰ ’ρθει πίσου ἡ νεκρανάστασή του διὰ τῆς εὐλογίας του.
Προστρέχομεν οἱ ἁμαρτωλοί, οἱ ἀνάξιοι δοῦλοι σου καὶ οἱ σκλάβοι σου εἰς τὸ ἔλεός σου καὶ εἰς τὴν ἐσπλαχνίαν σου καὶ τῆς βασιλείας σου. ἔλεος ζητοῦμεν, νὰ μᾶς δώσεις καθαρὰ σπλάχνα καὶ καθαρὰ ψυχή, νὰ δυνηθῶμεν νὰ σὲ προσκυνήσουμεν καὶ νὰ σὲ δοξολογήσουμεν μ’ ἐξ ὅλης καρδίας, εὐεργέτη καὶ προστάτη ἀληθινέ.»

Η Προσευχή του Μακρυγιάννη για την Ελευθερία της Πατρίδος


«Εἰς τὴν δόξα, εἰς τὴν δόξα, εἰς τὴν δόξα τοῦ Θεοῦ, τῆς ἀγιά Τριάδος, τῆς Θεοτόκος, τοῦ ἃ-Γιάννη τοῦ Βαφτιστῆ καὶ πάντα τῶν ἁγίων καὶ τοῦ ἁγίου Βασιλείου, νὰ πρεσβέψει εἰς τὴν παντοδυναμίαν του καὶ εἰς τὴν βασιλείαν του, νὰ μᾶς λευτερώσει τώρα εἰς τὸ νέον ἔτος, νὰ μᾶς λευτερώσει ἀπὸ τὴν κακία μας, ἀπὸ τὴν διοτέλειά μας καὶ ἀπὸ τὰ πάθη μας καὶ ἀπὸ τὴν ἐπιβουλίαν τῶν ξένων.

Ἡ παντοδυναμία σου εἶσαι πολυέλεος, πολυεύσπλαχνος, ἡ ἀγαθότη σου εἶναι ἄβυσσος τῆς θαλάσσης. Ἔλεος ζητῶ, νὰ μοῦ καθαρίσεις τὴν ἁμαρτωλή μου ψυχὴ καὶ τὰ βρωμερά μου σπλάχνα καὶ νὰ μοῦ δώσεις ταπεινοσύνη, σωφροσύνη καὶ πίστη καθαρά, νὰ δυνηθῶ νὰ σὲ προσκυνήσω καὶ νὰ σὲ δοξολογήσω καὶ νὰ σὲ εὐνογήσω μὲ καθαρότης καὶ νὰ σὲ περικαλέσω, ὁ ἁμαρτωλός, διὰ τῆς πρεσβείας τῆς Θεοτόκος καὶ τῶν ἁγίων, νὰ σώσει τὴν ματοκυλισμένη μου πατρίδα καὶ θρησκείαν καὶ γενικῶς τοὺς τίμιους ἀνθρώπους, ὅσοι φέρνουν δοξολογίαν εἷς τὴν παντοδυναμίαν σου καὶ εἰς τὴν βασιλείαν σου, τρισυπόστατε Θεέ, σωτήρα τοῦ παντός, νὰ μᾶς σώσεις, νὰ μᾶς λευτερώσεις ἀπὸ τὰ κοφτερὰ δόντια τῶν γουρνόλυκων.

Τρέχομεν εἰς τὸ ἔλεός σου καὶ εἰς τὴν ἐσπλαχνίαν σου καὶ τῆς βασιλείας σου. Τὸ ἔλεός σου ζητοῦμεν, οἱ ἁμαρτωλοὶ καὶ οἱ ἀδύνατοι, οἱ ἀνάξιοι δοῦλοι σου καὶ σκλάβοι σου. Συχώρησε μὲ , Κύριέ μου, ὀποὶ σὲ βάρυνα. Ποῦ ἀλλοῦ νὰ τρέξω; Ποῦ ἀλλοῦ νὰ τρέξομεν οἱ ἀνάξιοι δοῦλοι σου, ποῦ ἀλλοῦ οἱ ἀδύνατοι νὰ βροῦμεν δικιοσύνη, ποιὸς ποιμένας καὶ πίτροπός σου ἔχει δικιοσύνη νὰ δικιώσει τὸ δίκιον τοῦ κάθε ἀνθρώπου; Θεὲ τοῦ οὐρανοῦ καὶ τῆς γὴς καὶ τῆς θάλασσας.

Σῶσε μας, ἡ παντοδυναμία σου, ὅτι χαθήκαμεν ἐδῶ καὶ εἰς τὴν ἄλλη ζωή. Κύριε, μὲ τί στόμα νὰ σὲ περικαλέσουμεν, μὲ τί μάτια νὰ σηκώσουμεν νὰ σὲ τηράξομεν καὶ νὰ περικαλέσουμεν τὸ πανάγαθό σου ὄνομα καὶ τῆς βασιλείας σου;

Κύριε, ἡ παντοδυναμία σου ἐπολέμησες, ἀγωνίστης, ἐσπαλχνίστης, ἡ παντοδυναμία σου καὶ ἡ βασιλεία σου, καὶ ἀνάστησες νεκρούς, πεθαμένους, λιωμένους τόσες αἰῶνες, καὶ τοὺς πεθαμένους καὶ λιωμένους καὶ ὀλίγους καὶ ἀδύνατους καὶ ἀμαθεῖς, μὲ δεμένα σκοινιὰ τὰ περισσότερα τουφέκια, καὶ μὲ χωρὶς ἀναγκαία του πολέμου, ξιπόλυτοι καὶ γυμνοὶ καὶ νηστικοὶ τὶς περισσότερες φορές, καὶ ἀντινέργειες τῶν δυνατῶν, πενήντα χιλιάδες δὲν ἤμαστεν ποτὲς εἰς τὸν πόλεμον, στεριὰ καὶ τοῦ πελάου, καὶ ν’ ἀφανιστοῦν περίτου τετρακόσιες χιλιάδες ψυχές, ντόπιοι καὶ ξένοι Τοῦρκοι, δύναμη δική μας ἦτον, ἀντρεία δική μας ἦταν, ἀρετὴ καὶ πατριωτισμὸς δικός μας ἦταν, ὅτι πατριωτισμὸν καὶ ἀρετὴ θυσιάζομεν.

Καὶ τώρα χερότερον εἴχαμεν, καὶ τότε μᾶς ἔσωσες, πανάγαθε Θεέ, μᾶς ἀνάστησες καὶ μᾶς σώνεις κάθε στιγμὴν καὶ κάθε… ἀπὸ τὴν διοτέλειά μας, ἀπὸ τὴν χαμέρπειά μας, ἀπὸ τὴν ἀπιστία μᾶς πωλοῦμεν, καὶ τὴν παντοδυναμίαν σου καὶ τὴν βασιλείαν σου κατακρένομεν, καταλαλοῦμεν.

Καταπωλήσαμεν μέσα εἰς τὶς ἀγορὲς καὶ σοκάκια δισκοπότηρα, ὅτι δὲν ματαείχαμεν τὴν ἀνάγκη τους νὰ μεταλάβομεν, πουλήσαμεν τὰ πολυτίμητα εὐαγγέλια καὶ ὅλα τὰ γερὰ τῶν ναῶν σου, καὶ ζωντανὰ καὶ τόπους, καὶ κατακερματίσαμεν καὶ τ’ ἅγια μοναστήρια καὶ τὶς ἐκκλησίες, καὶ τὶς φκιάσαμεν σπίτια, ἀχούρια καὶ τὰ ἑξῆς.

Ὅ,τι ἀνταμεβῆ ἧβρες ἀπὸ τοὺς Ὁβραίους, ὁπού ’ταν ἀλλόθρησκοι καὶ σὲ σταύρωσαν, ἧβρες καὶ ἀπὸ ἐκείνους ὁπού κοπίασες καὶ κοπιάζεις καὶ ἀνάστησες καὶ ἀναστήνεις, ἀπὸ τοὺς ὀρθόδοξους χριστιανούς.

Μὲ τί πρόσωπον, Κύριέ μου, νὰ παρουσιαστῶμεν ὀμπρός σου, καὶ μὲ τί στόμα καὶ γλώσσα νὰ σὲ περιλέσουμεν καὶ εἰς τὸ ἑξῆς, ὁπού κιντυνεύομεν, οἱ ἀχάριστοι, οἱ διοτελεῖς, οἱ κακοὶ τεμπέληδές του κόσμου, οἱ προδότες καὶ ἀσεβεῖς, κάθε γερὸν πράμα!

Θεοτόκε, μητέρα τοῦ παντός, τὸ καύκημα τῆς παρθενίας, τὸ καύκημα τῆς ἀρετῆς καὶ τὰ πάντα τῆς ἀγαθότης, προστρέχομεν οἱ ἁμαρτωλοί, οἱ ἀδύνατοι, εἰς ἐσπλαχνίαν τῆς ἀγαθότης σου, νὰ λυπηθεῖς τοὺς ἀθώους ἐκείνους ὁπού φέρνουν τὴν ἁμαρτωλή τους προσευχὴ ’λικρινώς εἰς τὸν παντουργὸν καὶ εἰς τὴν βασιλείαν του, ἐκείνους ὁπού ’τρεξαν ξιπόλυτοι καὶ γυμνοί, ἐκείνους ὁπού ἄφησαν χῆρες καὶ ἀρφανά, ἐκείνους ὁπού ’χυσαν τὸ αἷμα τους, κατὰ τὸν ὅρκον τους, ν’ ἀναστηθεῖ διὰ τῆς δυνάμεως τοῦ Παντοκράτορα ἡ σκλαβωμένη τοὺς πατρίδα καὶ νὰ λαμπρυθεῖ ὁ σταυρὸς τῆς ὀρθοδοξίας, καὶ δὶ’ αὐτὸν τὸν ὅρκον αὐτεῖνοι πέθαναν δὶ αὐτείνη τὴν πατρίδα καὶ θρησκεία, καὶ θυσίασαν καὶ τὸ ἔχει τους, καὶ πολλῶν οἱ γυναῖκες τους, τὰ παιδιά τους, οἱ συγγενεῖς τους διακονεύουν καὶ ταλαιπωροῦνται ξιπόλυτοι, γυμνοί, νηστικοὶ στὰ σοκάκια ἐκείνης τῆς ματοκυλισμένης πατρίδος ὁπού ζύμωσαν οἱ γονέοι τους καὶ οἱ συγγενεῖς τους μὲ τὸ αἷμα τους, καὶ τὴν γοδέρουν σήμερα καὶ τὴν τρῶνε καὶ τὴν προδίνουν οἱ γουρνόλυκοι μὲ τ’ ἀκονισμένα δόντια καὶ οἱ σύντροφοί τους αὐτεινῶν οἱ τοιοῦτοι. Θεοτόκο, μήτηρ τοῦ παντός, αὐτοὺς τοὺς ἀθώους νὰ λυπηθεῖς, αὐτοὺς τοὺς γυμνοὺς καὶ ταλαίπωρους.

Αὐτεῖνοι φέρνουν δοξολογίαν εἰς τὸν Θεὸν καὶ τὴν βασιλείαν του. Νὰ πρεσβέψεις εἰς τὴν παντοδυναμίαν τοῦ ν’ ἀναστήσει πίσου τοὺς γερούς του ναούς, τ’ ἅγια τὰ μοναστήρια ὁπού τρώγαν ψωμὶ οἱ δυστυχισμένοι, ἀφοῦ αὐτὰ ὅπου ζοῦσαν πολὺ ἀδύνατοι ἀπὸ τὴν εὐλογίαν τοῦ Θεοῦ καὶ ἀπὸ τοὺς κόπους τῶν πατέρων, τῶν καλογέρων – δὲν ἦταν καπιτσίνοι δυτικοί, ἦταν ὑπηρέτες τῶν μαναστηριῶν τῆς ὀρθοδοξίας.

Δὲν ἦταν τεμπέληδες, δούλευαν καὶ προσκυνοῦσαν. Καὶ εἰς τὸν ἀγώνα τῆς πατρίδος σ΄ αὐτὰ τὰ μοναστήρια γενόταν τὰ μυστικοσυμβούλια, συναζόταν τὰ ὀλίγα ἀναγκαῖα του πολέμου, καὶ εἰς τὸν πόλεμον θυσίαζαν καὶ σκοτωνόταν αὐτεῖνοι οἱ ὑπηρέτες τῶν μαναστηριῶν καὶ τῶν ἐκκλησιῶν – τριάντα εἶναι μόνον μὲ μένα σκοτωμένοι ἔξω εἰς τοὺς πολέμους καὶ εἰς τὸ τὸ Νιόκαστρο, καὶ εἰς τὴν Ἀθήνα.

Ἔλιωσαν αὐτεῖνοι οἱ πατέρες, τώρα εἰς τὰ γερατειὰ τοὺς βασανίζονται πολὺ εἰς τοὺς δρόμους. Θεοτόκο μου, νὰ περικαλέσεις τὸν ἀφέντη μας καὶ τὸν μονογενῆ σου ν’ ἀναστήσει πίσου αὐτά, καὶ τὶς ἅγιες ἐκκλησίες του, ὁπού κατακερματίσαμεν ἐμεῖς οἱ ἀχάριστοι καὶ μᾶς ἧβρε ἡ δίκια τοῦ ὀργὴ καὶ τῆς βασιλείας του, νὰ τὸν περικαλέσεις, Θεοτόκο μου, νὰ τὰ ἀναστήσει πίσου, καὶ νὰ σηκώσει τὴ δίκια τοῦ ὀργὴ ὁπού ’χει σὲ μᾶς τοὺς ἀχάριστους καὶ νὰ φέρει πίσου τὴν εὐκή του καὶ τὴν εὐλογία του καὶ τῆς βασιλείας του, ὁπού τὴν στερηθήκαμεν ἀπὸ τὴν κακία μας καὶ διοτέλειά μας καὶ ἐγίναμεν ἡ παλιοψάθα τῆς κοινωνίας, καὶ ἐγίναμεν καθὼς φαινόμαστε ὡς τὴν σήμερον.

Τὸ ἔλεός του εἶναι ἄβυσσος τῆς θαλάσσης, καὶ τοὺς ἀνόητους ἐμᾶς καὶ τοὺς διοτελεῖς νὰ μᾶς ἑνώσει καὶ νὰ μᾶς φωτίσει καὶ νὰ μᾶς δώσει εἰς τὸ ἑξῆς πατριωτικὰ αἰστήματα διὰ τὴν πατρίδα μας καὶ θρησκεία μας, καὶ πίστη καθερὰ νὰ ’χωμεν εἰς τὸν παντουργό μας καὶ εἰς τὴν βασιλείαν του, νὰ μᾶς σώσει ἐδῶ καὶ εἰς τὴν παντοτινὴ ζωή, νὰ δώσει τοῦ γερατείου τοῦ ρήνη καὶ ὁμόνοιαν, τὴν εὐκή του καὶ τὴν εὐλογία του, καὶ εἰς τοὺς προκρίτους, τοὺς ποιμένες, καὶ γενικῶς τὸν λαόν του, νὰ ’ρθει πίσου ἡ νεκρανάστασή του διὰ τῆς εὐλογίας του.

Προστρέχομεν οἱ ἁμαρτωλοί, οἱ ἀνάξιοι δοῦλοι σου καὶ οἱ σκλάβοι σου εἰς τὸ ἔλεός σου καὶ εἰς τὴν ἐσπλαχνίαν σου καὶ τῆς βασιλείας σου. ἔλεος ζητοῦμεν, νὰ μᾶς δώσεις καθαρὰ σπλάχνα καὶ καθαρὰ ψυχή, νὰ δυνηθῶμεν νὰ σὲ προσκυνήσουμεν καὶ νὰ σὲ δοξολογήσουμεν μ’ ἐξ ὅλης καρδίας, εὐεργέτη καὶ προστάτη ἀληθινέ.»

Η ΠΡΟΣΕΥΧΗ ΤΟΥ ΣΤΡΑΤΗΓΟΥ ΜΑΚΡΥΓΙΑΝΝΗ!

6:59:00 μ.μ.
•
Διαβάστε την και θα καταλάβετε γιατί αυτοί οι άνθρωποι ελευθέρωσαν την Ελλάδα και δεν την διέλυσαν, όπως οι απόγονοί τους:
Εις την δόξα, εις την δόξα, εις την δόξα του Θεού , της αϊα Τριάδος, της Θεοτόκος, του α-Γιάννη του Βαφτιστή και πάντα των αγίων και του αγίου Βασιλείου, να πρεσβέψει εις την παντοδυναμίαν του και εις την βασιλείαν του, να μας λευτερώσει τώρα εις το νέον έτος, να μας λευτερώσει από την κακία μας, από την διοτέλειά μας και από τα πάθη μας και από την επιβουλίαν των ξένων.

Η παντοδυναμία σου είσαι πολυέλεος, πολυεύσπλαχνος , η αγαθότη σου είναι άβυσσος της θαλάσσης. Έλεος ζητώ, να μου καθαρίσεις την αμαρτωλή μου ψυχή και τα βρωμερά μου σπλάχνα και να μου δώσεις ταπεινοσύνη, σωφροσύνη και πίστη καθαρά, να δυνηθώ να σε προσκυνήσω και να σε δοξολογήσω και να σε ευνογήσω με καθαρότης και να σε περικαλέσω, ο αμαρτωλός, δια της πρεσβείας της Θεοτόκος και των αγίων, να σώσει την ματοκυλισμένη μου πατρίδα και θρησκείαν και γενικώς τους τίμιους ανθρώπους, όσοι φέρνουν δοξολογίαν είς την παντοδυναμίαν σου και εις την βασιλείαν σου, τρισυπόστατε Θεέ, σωτήρα του παντός, να μας σώσεις, να μας λευτερώσεις από τα κοφτερά δόντια των γουρνόλυκων. Τρέχομεν εις το έλεός σου και εις την εσπλαχνίαν σου και της βασιλείας σου. Το έλεός σου ζητούμεν, οι αμαρτωλοί και οι αδύνατοι, οι ανάξιοι δούλοι σου και σκλάβοι σου. Συχώρησέ με , Κύριέ μου, οποί σε βάρυνα. Πού αλλού να τρέξω;

ΩΦΕΛΙΜΑ

ΓΕΡΟΝΤΕΣ

ΘΑΥΜΑΤΑ

 
Copyright © ΕΛΛΑΣ-ΟΡΘΟΔΟΞΙΑ. Designed by OddThemes | Distributed By Blogger Templates20