ΠΡΟΣΦΑΤΕΣ ΑΝΑΡΤΗΣΕΙΣ

Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα π. ΔΙΟΝΥΣΙΟΣ ΑΝΘΟΠΟΥΛΟΣ. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα π. ΔΙΟΝΥΣΙΟΣ ΑΝΘΟΠΟΥΛΟΣ. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Κυριακή της Τυρινής: «Η νύχτα όπου νά ‘ναι φεύγει, και η μέρα κοντεύει»

10:00:00 π.μ.
•

Κυριακή σήμερα, αγαπητοί μου αδελφοί, της Τυρινής ή της Τυροφάγου όπως την αποκαλούμε, μια που από σήμερα παύουμε την κατάλυση γαλακτοκομικών προϊόντων και από αύριο εισερχόμαστε με την αυστηρή νηστεία, στην Μεγάλη Τεσσαρακοστή. 
Αυτήν την αγία περίοδο της εντατικής πνευματικής μας άσκησης και προετοιμασίας, προκειμένου να αξιωθούμε στο τέλος της να εορτάσουμε τα κοσμοσωτήρια γεγονότα της Μεγάλης Εβδομάδος, των Παθών δηλαδή και της Αναστάσεως του Κυρίου και Θεού μας Ιησού Χριστού. Έτσι το Αποστολικό Ανάγνωσμα που πριν από λίγο ακούσαμε και που προέρχεται από την επιστολή του Αποστόλου Παύλου προς τους Χριστιανούς της Ρώμης, έχει σαν σκοπό να μας μυήσει στο βαθύτερο νόημα της περιόδου που ανοίγεται μπροστά μας. 
Ας ακούσουμε όμως το ιερό κείμενο ξανά στην καθημερινή μας γλώσσα, για να το κατανοήσουμε καλύτερα και να ωφεληθούμε από αυτό.
Γράφει ο θείος Παύλος: «Αδελφοί μου, τώρα η τελική σωτηρία βρίσκεται πιο κοντά μας παρά τότε που πιστέψαμε. Η νύχτα όπου νά ‘ναι φεύγει, και η μέρα κοντεύει. Γι’ αυτό ας πετάξουμε από πάνω μας τα έργα του σκότους, κι ας φορέσουμε τα όπλα του φωτός. Η διαγωγή μας ας είναι κόσμια, τέτοια που ταιριάζει στο φως. Ας πάψουν τα φαγοπότια και τα μεθύσια, η ασύδοτη κι ακόλαστη ζωή, οι φιλονικίες και οι φθόνοι. Ντυθείτε τον Κύριό μας Ιησού Χριστό και μην αφήνετε τον αμαρτωλό εαυτό σας να σας παρασύρει στην ικανοποίηση των επιθυμιών σας. Να δέχεστε όποιον έχει ασθενική πίστη, χωρίς να επικρίνετε τις απόψεις του. Για παράδειγμα, ένας πιστεύει πως μπορεί να φάει απ’ όλα, ενώ κάποιος άλλος, που έχει ασθενική πίστη, τρώει μόνο χόρτα. Αυτός που τρώει απ’ όλα, ας μην περιφρονεί εκείνον που δεν τρώει· κι εκείνος που δεν τρώει, ας μην κατακρίνει εκείνον που τρώει, γιατί ο Θεός τον έχει δεχτεί στην Εκκλησία Του. Ποιός είσαι εσύ που θα κρίνεις έναν ξένο υπηρέτη; Μόνο ο Κύριός του μπορεί να κρίνει αν στέκεται ή όχι στην πίστη του, γιατί ο Θεός έχει τη δύναμη να τον στηρίξει»(Ρωμαίους, κεφ. 13, στίχ. 11-14 & κεφ. 14, στίχ. 1-4).

Η επιλογή του συγκεκριμένου Αποστολικού Αναγνώσματος δεν είναι φυσικά τυχαία. Όπως ακούσαμε στην αρχή, γίνεται λόγος για το ζοφερό σκοτάδι της νύχτας, μέσα στο οποίο είναι βυθισμένος ο κόσμος της αμαρτίας. Από την άλλη, για το καθάριο φως της ημέρας που ξεπροβάλει, καθώς ανατέλλει ολόλαμπρος ο νοητός ήλιος της δικαιοσύνης, ο Σωτήρας μας Ιησούς Χριστός. Η χρήση αυτού του παραλληλισμού, έχει να κάνει με το θλιβερό εκείνο γεγονός, στο οποίο έχει αφιερώσει τη σημερινή ημέρα η Αγία μας Εκκλησία, την έξοδο δηλαδή των πρωτοπλάστων από τον κήπο της Εδέμ. Τότε που ο άνθρωπος -εξ’ αιτίας όχι απλά της παρακοής αλλά κυρίως της αμετανοησίας του- έχασε τη χαρά της κοινωνίας με το Θεό Δημιουργό του. Τότε που βγήκε από το φως της αγάπης του Ουράνιου Πατέρα και μπήκε μέσα στο βαθύ σκοτάδι της κακίας και του εγωισμού. Από τότε ήταν σαν να πλάκωσε τον κόσμο μια απόκοσμη και φοβερή νύχτα, η νύχτα της αμαρτίας και της σκλαβιάς του ανθρώπου στα ίδια του τα πάθη.
Όμως όπως και ο Απόστολος Παύλος διαβεβαιώνει οι ώρες της νύχτας είναι πλέον λιγοστές. «Η νύχτα όπου νά ‘ναι φεύγει...» γιατί τη διώχνει η μέρα που φέρνει μαζί του ο Χριστός. Γιατί Αυτός είναι  «...τὸ φῶς τὸ ἀληθινόν, τὸ φωτίζον καὶ ἁγιάζον πάντα ἄνθρωπον ἐρχόμενον εἰς τὸν κόσμον». Για τον ερχομό αυτό και τη συνάντηση της ανθρωπότητας με τον Κύριο Ιησού, θα πρέπει όλοι μας να προετοιμαστούμε. Και πως; Με το να  «...πετάξουμε από πάνω μας τα έργα του σκότους, - όπως μας προτρέπει ο ιερός Παύλος- κι να φορέσουμε τα όπλα του φωτός». Και ποια είναι αυτά;
Τα έργα του σκότους δεν είναι άλλα από τις κακές επιθυμίες του αμαρτωλού μας εαυτού. Μερικά μάλιστα από αυτά τα σκοτεινά έργα, μας τα απαριθμεί: «...τα φαγοπότια και τα μεθύσια, η ασύδοτη κι ακόλαστη ζωή, οι φιλονικίες κι οι φθόνοι» και κοντά τους η κατάκριση. Φυσικά όμως δεν είναι μόνο αυτά -μια που όπως λέγεται, τα πάθη δεν έχουν πυθμένα- αναφέρει όμως αυτά που είναι συνηθέστερα στη ζωή των απρόσεκτων ανθρώπων και πολλές φορές γίνονται αφετηρία άλλων φοβεροτέρων πτώσεων.
Από την άλλη τα όπλα του φωτός είναι όλα εκείνα τα πνευματικά μέσα, που μας προσφέρει η Χάρις του Θεού, με τα οποία μπορούμε να αγωνιστούμε κατά του σκοταδιού που φωλιάζει μέσα μας και παραμονεύει γύρω μας. Αυτά τα περιγράφει γλαφυρά ο Παύλος σε μια άλλη επιστολή του: «Σταθείτε, λοιπόν, σε θέση μάχης· ζωστείτε την αλήθεια σαν ζώνη στη μέση σας· φορέστε σαν θώρακα τη δικαιοσύνη. Για υποδήματα στα πόδια σας βάλτε την ετοιμότητα να διακηρύξετε το Ευαγγέλιο της ειρήνης. Εκτός απ’ όλα αυτά, κρατάτε πάντα την πίστη σαν ασπίδα, πάνω στην οποία θα μπορέσετε να σβήσετε τα φλεγόμενα βέλη του πονηρού. Η σωτηρία ας είναι η περικεφαλαία σας, και ο λόγος του Θεού η μάχαιρα που σας δίνει το Πνεύμα» (Εφεσίους κεφ.6, στίχ.14-17).
Εμπρός, λοιπόν αδελφοί μου, ας ριχτούμε με θάρρος και προθυμία στον καλό αγώνα της περιόδου που ανοίγεται μπροστά μας, για να διώξουμε με τη βοήθεια του Ιησού Χριστού, τη νύχτα και το σκοτάδι από τον εαυτό και τον κόσμο μας. Αμήν.

Κυριακή ΙΘ΄(Γ' Λουκά): «... μεταφέρθηκε με μιας στον παράδεισο ...»

5:30:00 π.μ.
•
Έως «τρίτου ουρανού», αγαπητοί μου αδελφοί, μας ανέβασε σήμερα, μέσα από το Αποστολικό Ανάγνωσμα που ακούσαμε, η αγία μας Εκκλησία. Ήταν παρμένο από τη δεύτερη επιστολή του Αποστόλου Παύλου στους χριστιανούς της Κορίνθου και αποτελεί ένα από τα συγκλονιστικότερα σημεία της επιστολής του. 
Πριν πούμε όμως άλλα πάνω σ’ αυτό, ας ακούσουμε στη δική μας απλή γλώσσα ξανά το περιεχόμενό του:
Γράφει λοιπόν ο Απόστολος Παύλος τα εξής: «Αδελφοί μου, ο Θεός και Πατέρας του Κυρίου μας Ιησού Χριστού -ας είναι ευλογημένο το όνομά Του στους αιώνες- ξέρει ότι δεν λέω ψέματα. Στη Δαμασκό, ο διοικητής-εκπρόσωπος του βασιλιά Αρέτα έβαλε φρουρούς σε όλη την πόλη για να με συλλάβει. Μέσα όμως από ένα άνοιγμα του τείχους με κατέβασαν με καλάθι και ξέφυγα από τα χέρια του. Δεν με συμφέρει βέβαια να καυχηθώ· θα το κάνω όμως, γιατί πρόκειται για οράματα κι αποκαλύψεις που μου χάρισε ο Κύριος. Ξέρω έναν άνθρωπο πιστό, ο οποίος πριν από δεκατέσσερα χρόνια ανυψώθηκε μέχρι και τον τρίτο ουρανό -δεν ξέρω αν ήταν με το σώμα του ή χωρίς το σώμα, αυτό ο Θεός το ξέρει. Ξέρω ότι αυτός ο άνθρωπος -ή ήταν με το σώμα ή χωρίς το σώμα δεν το ξέρω, ο Θεός το ξέρει- μεταφέρθηκε με μιας στον παράδεισο κι άκουσε λόγια που δεν μπορεί ούτε επιτρέπεται να τα πει άνθρωπος. Γι’ αυτόν τον άνθρωπο αν καυχηθώ δεν θα φανώ ανόητος, γιατί θα πω την αλήθεια. Το αποφεύγω όμως, μήπως εξαιτίας του μεγαλείου των αποκαλύψεων, με θεωρήσει κανείς παραπάνω απ’ αυτό που βλέπει ή ακούει από μένα. Για να μην υπερηφανεύομαι όμως, ο Θεός μου έδωσε ένα αγκάθι στο σώμα μου, έναν υπηρέτη του σατανά να με ταλαιπωρεί, ώστε να μην υπερηφανεύομαι. Γι’ αυτό το αγκάθι, τρείς φορές παρακάλεσα τον Κύριο να το διώξει από πάνω μου. Η απάντησή Του ήταν: «Σου αρκεί η χάρη μου, γιατί η δύναμή μου φανερώνεται στην πληρότητά της μέσα σ’ αυτή την αδυναμία σου». Με περισσότερη ευχαρίστηση, λοιπόν, θα καυχηθώ για τις ταλαιπωρίες μου, για να κατοικήσει μέσα μου ή δύναμη του Χριστού»(Β΄ Κορινθίους, κεφ. 11, στίχ. 31-33 & κεφ. 12, στίχ. 1-9).
Αιτία για τη συγγραφή της δεύτερης επιστολής του Παύλου στους Κορίνθιους, αποτέλεσαν οι συκοφαντίες που έσπειραν μεταξύ των χριστια-νών της πόλης, Ιουδαίοι από την Παλαιστίνη, άνθρωποι με κακία και ζήλεια για τον Απόστολο. Τον κατηγόρησαν ως κακόβουλο γυρολόγο, που παραπλανούσε τους αφελείς με τις «νεωτερίστικες» διδασκαλίες του· και δυστυχώς κάποιοι τους πίστεψαν. Για μια ακόμη φορά, ο Παύλος, αναγκάστηκε να υπερασπιστεί την αποστολική του ιδιότητα, αυτήν που είχε λάβει με θαυμαστό τρόπο από τον ίδιο τον Κύριο.
Έτσι, αφού αναφέρθηκε όπως ακούσαμε, σε λίγα από όσα έπαθε για την αγάπη του Χριστού, προχώρησε στην αποκάλυψη ενός «μυστικού» που τό ‘χε καλά κρυμμένο μέσα στην ταπεινή ψυχή του: την αρπαγή του στον Παράδεισο. Είχε συμβεί δεκατέσσερα χρόνια πριν, μα πρώτη φορά το αποκάλυπτε ο κορυφαίος Απόστολος, όχι για να καυχηθεί αλλά για να ωφελήσει τις σκανδαλισμένες ψυχές. Πράγματι, ο Θεός ανύψωσε τον ακούραστο εργάτη του Ευαγγελίου πέρα από τον υλικό ουρανό. Βρέθηκε με μιας στον Παράδεισο κι εκεί αξιώθηκε να δει και να ακούσει πράγματα εξαίσια!
Αδυνατεί ο ίδιος να περιγράψει τη δόξα της Βασιλείας του Θεού! Με παιδική απλότητα μόνο μας λέει: «...μεταφέρθηκε με μιας στον παράδεισο κι άκουσε λόγια που δεν μπορεί ούτε επιτρέπεται να τα πει άνθρωπος». Αυτήν την εμπειρία είχε σίγουρα στο νου του, όταν στην προηγούμενη επιστολή του στους ίδιους, είχε πάλι αποκαλύψει: «Μάτι ανθρώπου δεν είδε, αυτί ανθρώπου δεν άκουσε και στην καρδιά του ανθρώπου δεν γεννήθηκε ποτέ τέτοια επιθυμία, σαν αυτά που έχει ετοιμάσει ο Θεός στη Βασιλεία Του γι’ αυτούς που τον αγαπούν» (Α΄ Κορ. 2,9). Μ’ αυτή του την τελευταία φράση «...γι’ αυτούς που Τον αγαπούν», μας αποκάλυψε και το «κλειδί»  της «πύλης» της ουράνιας Βασιλείας του Θεού.
Η αγάπη στον Θεό Πατέρα μας, είναι αυτή που θα μας καταστήσει κληρονόμους της Βασιλείας Του. Αγάπη όμως ολοκληρωτική, όπως την περιέγραψε ο ίδιος ο Κύριός μας Ιησούς Χριστός στο Ευαγγέλιό Του όταν ρωτήθηκε για το ποιά είναι η σπουδαιότερη εντολή: «αγαπήσεις Κύριον τον Θεόν σου εξ’ όλης της καρδίας σου και εξ’ όλης της ψυχής σου και εξ’ όλης της διανοίας σου και εξ’ όλης της ισχύος σου. Αύτη πρώτη εντολή». Και να συμπληρώσει αμέσως μετά κάτι που δεν πρέπει να ξεχνούμε: «και δευτέρα ομοία, αύτη· αγαπήσεις τον πλησίον σου ως σεαυτόν» (Μαρκ. 12,30).
Ας αγαπήσουμε λοιπόν τον Θεό Πατέρα μας, ας αγαπήσουμε τον συν-άνθρωπό μας, για να αξιωθούμε κι εμείς όλων εκείνων των εξαίσιων, που η αγάπη του Θεού έχει ετοιμάσει στη Βασιλεία Του για όλους μας. Αμήν.  

Κυριακή ΙΗ΄ (Δ' Λουκά): «...να φροντίζουν να πρωτοστατούν σε καλά έργα ...»

5:30:00 π.μ.
•
Το Αποστολικό ανάγνωσμα που πριν λίγο ακούσαμε αγαπητοί μου αδελφοί να απαγγέλλεται, είναι παρμένο από την επιστολή του Αποστόλου των Εθνών Παύλου, προς το πνευματικό του παιδί, τον επίσκοπο Κρήτης Τίτο. Ας ξανακούσουμε όμως στην δική μας καθημερινή γλώσσα το περιεχόμενο του χωρίου που διαβάστηκε, ώστε να μπορέσουμε στη συνέχεια να διατυπώσουμε ορισμένες ωφέλιμες για όλους μας σκέψεις.
Γράφει λοιπόν ο Απόστολος Παύλος: «Παιδί μου Τίτε, αυτά τα λόγια είναι αξιόπιστα και θέλω να τα βεβαιώνεις με την προσωπική σου μαρτυρία, ώστε όσοι έχουν πιστέψει στον Θεό να φροντίζουν να πρωτοστατούν σε καλά έργα. Αυτά είναι καλά και ωφέλιμα στους ανθρώπους. Από το άλλο μέρος, να αποφεύγεις τις ανόητες αναζητήσεις σε γενεαλογικούς καταλόγους, τις φιλονικίες και τις διαμάχες γύρω από τις διατάξεις του ιουδαϊκού νόμου, γιατί όλα αυτά είναι ανώφελα και μάταια. Τον αιρετικό, τον άνθρωπο που ακολουθεί πλανερές διδασκαλίες, συμβούλεψέ τον μια και δυο φορές, κι αν δεν ακούσει άφησέ τον, με τη βεβαιότητα πως αυτός έχει πια διαστραφεί και αμαρτάνει, καταδικάζοντας έτσι ο ίδιος τον εαυτό του. Όταν θα σου στείλω τον Αρτεμά ή τον Τυχικό, έλα το συντομότερο να με συναντήσεις στη Νικόπολη, γιατί εκεί αποφάσισα να περάσω το χειμώνα. Τον Ζηνά τον νομικό και τον Απολλώ, να τους εφοδιάσεις πλουσιοπάροχα με ό,τι χρειάζονται για το ταξίδι τους, ώστε να μην τους λείψει τίποτα. Ας μαθαίνουν και οι δικοί μας να πρωτοστατούν σε καλά έργα, ιδιαίτερα στις επείγουσες ανάγκες, ώστε η ζωή τους να μην είναι άκαρπη. Σε χαιρετούν όλοι όσοι είναι μαζί μου. Χαιρέτησε τους πιστούς που μας αγαπούν. Η χάρη να είναι μαζί με όλους σας.  Αμήν».(Τίτον, κεφ. 3, στίχ. 8-15)
Ανύστακτο και συνεχές το ενδιαφέρον του Αποστόλου Παύλου για την πρόοδο και προκοπή των πνευματικών του παιδιών. Απόδειξη αυτού είναι τα ίδια του τα λόγια, όταν γράφει: «...η ζωή τους να μην είναι άκαρπη». Τι είναι όμως αυτό που καθιστά τη ζωή μας καρποφόρα;
Δύο φορές μέσα στο μικρό αυτό κείμενο επαναλαμβάνει ο ιερός Απόστολος την ίδια προτροπή. Μια προτροπή που κατά τη γνώμη του -γνώμη όχι θεωρητική, αλλά πηγάζουσα πρωτίστως από το φωτισμό του Αγίου Πνεύματος και τη δική του προσωπική εμπειρία- αποτελεί τη «δύναμη» εκείνη που είναι ικανή να «μεταμορφώσει» την «άκαρπη» ζωή ενός χριστιανού σε καρποφόρα. Και ποιά είναι αυτή η προτροπή; «...όσοι έχουν πιστέψει στον Θεό, να φροντίζουν να πρωτοστατούν σε καλά έργα».
Τί σημαίνει όμως αυτό; Ποιό είναι το νόημα των λέξεων «φροντίζουν» και «πρωτοστατούν»; Κατ’ αρχάς και τα δύο αυτά ρήματα προδίδουν ενέργεια, πράξεις και έργα. Ο χριστιανός, για να το πούμε απλά, δεν είναι αυτός που περιμένει παθητικά να του σταλεί «ουρανοκατέβατη» η αρετή. Ξέρει πως αυτή κατακτάται μέρα με την ημέρα, είναι αποτέλεσμα καθημερινού μόχθου και προσπάθειας, που τελικά στέφεται η επιτυχία της από τη χάρη του Θεού που την παγιώνει. Γι’ αυτό και ο χριστιανός «φροντίζει» να την αποκτήσει, δεν την περιμένει απλά.
Επίσης ο χριστιανός, δεν περιμένει να του χτυπήσει εκείνος που έχει ανάγκη την πόρτα και να ζητήσει την βοήθειά του. Ο πραγματικά πιστός στον Θεό του ελέους και της αγάπης, είναι πάντα μπροστάρης σε κάθε αγαθό. Σπεύδει ο ίδιος να εντοπίζει και να θεραπεύσει την ανάγκη. Ξεπερνά όλους τους άλλους, που βολεμένοι στην άνεση του «εγώ» τους, περιμένουν πρώτα να εκδηλωθεί η ανάγκη και ύστερα να κινηθούν για την κάλυψή της. Έτσι νοείται πως ο χριστιανός «πρωτοστατεί» στα καλά έργα. Και ποιά είναι αυτά τα «καλά έργα»;
Πρώτα πρώτα το να φροντίζουμε για το καλό του ίδιου μας του εαυτού. Δεν είναι δυνατόν να αγαπήσουμε τον συν-άνθρωπο αν δεν αγαπήσουμε πρώτα τον έσω-άνθρωπο. Να αγαπήσουμε τον εαυτό μας, όχι εγωιστικά αλλά πνευματικά. Να φροντίζουμε δηλαδή άοκνα για την πνευματική μας προκοπή και να πρωτοστατούμε σε έργα που βοηθούν στη σωτηρία μας, έργα σύμφωνα με το θέλημα του Θεού.
Παράλληλα όμως να σκορπούμε το καλό και στους γύρω μας. Να τους ωφελούμε πνευματικά και υλικά. Διότι θα ήταν παράλογο να φροντίζουμε για το ένα αδιαφορώντας για το άλλο. Ο συνάνθρωπός μας, έχει όπως κι εμείς σώμα και ψυχή, που και τα δύο έχουν τις ανάγκες τους και που οφείλουμε όπου υπάρχει «αδυναμία», εμείς οι «δυνατοί» να συνδράμουμε με το έλεος και την αγάπη μας.
Ας ακούσουμε λοιπόν αδελφοί μου, εμείς που θέλουμε να θεωρούμε τον εαυτούς μας πιστούς στο Θεό, την προτροπή του Παύλου φροντίζοντας στη ζωή μας να πρωτοστατούμε σε καλά και αγαθά έργα. Αμήν.

Κυριακή Α΄ Λουκά: «... συσταίνουμε τον εαυτό μας ως υπηρέτες του Θεού.»

7:00:00 π.μ.
•
Από τη δεύτερη επιστολή του Παύλου, αγαπητοί μου αδελφοί, προς τους χριστιανούς της Κορίνθου, είναι παρμένο το Αποστολικό ανάγνωσμα που διαβάσαμε πριν λίγο. Ας το ακούσουμε όμως πάλι στην απλούστερη δική μας γλώσσα για να κατανοήσουμε καλύτερα το περιεχόμενό του και να μπορέσουμε έτσι να ωφεληθούμε από τα νοήματά του.
 
 Γράφει λοιπόν ο Απόστολος των Εθνών Παύλος προς τους Κορίνθιους: «Αδελφοί μου, συνεργάτες του Θεού καθώς είμαστε, σας παρακαλούμε να μην αφήσετε να πάει χαμένη η χάρη του Θεού που δεχτήκατε, γιατί η Γραφή λέει: “Στον καιρό της χάρης σε άκουσα, και την ημέρα της σωτηρίας σε βοήθησα”. Να, τώρα είναι ο καιρός της χάρης, τώρα είναι η ημέρα της σωτηρίας. Κανένα πρόσκομμα δεν φέρνουμε σε κανέναν, για να μη δυσφημηθεί το έργο μας. Αντίθετα, με κάθε τρόπο συσταίνουμε τον εαυτό μας ως υπηρέτες του Θεού: με τη μεγάλη υπομονή μας, με τις θλίψεις, με τις δυσχέρειες, τις στενοχώριες, τις κακοποιήσεις, τις φυλακίσεις, τις εναντίον μας εξεγέρσεις, τις ταλαιπωρίες, τις αγρυπνίες, την πείνα. Συσταίνουμε τον εαυτό μας με την εντιμότητα, την γνώση της αλήθειας, την ανεκτικότητα, την καλοσύνη, τη φώτιση του Αγίου Πνεύματος, την ανυπόκριτη αγάπη, με το κήρυγμα για την αλήθεια, με τη δύναμη του Θεού, με τα όπλα της σωτηρίας τα επιθετικά και τα αμυντικά. Δοκιμάζουμε δόξα και ατίμωση, δυσφήμηση και έπαινο. Μας θεωρούν λαοπλάνους, και όμως λέμε την αλήθεια. μας αγνοούν και όμως γινόμαστε γνωστοί. φτάνουμε στον θάνατο, και να που ζούμε. μας βασανίζουν, αλλά δεν πεθαίνουμε. μας προξενούν στενοχώριες κι όμως πάντοτε χαιρόμαστε. είμαστε φτωχοί, κάνουμε όμως πολλούς να πλουτίσουν. τίποτα δεν έχουμε και τα πάντα κατέχουμε». (Β΄ Κορινθίους, κεφ. 6, στίχ. 1-10)
 Πολλές φορές ο Απόστολος Παύλος αναγκάστηκε να υπερασπιστεί την Αποστολική του ιδιότητα απέναντι σε όσους τον κατηγορούσαν ως λαοπλάνο και κακόβουλο. Υπερασπιζόταν την ιδιότητά του ως γνήσιου Αποστόλου του Ιησού Χριστού, όχι για να αποκαταστήσει στα μάτια των χριστιανών τον εαυτό του, αλλά για να στηρίξει το έργο του Ευαγγελίου που κλονίζονταν από τις κατηγορίες αυτές. Αυτό έκανε και στη δεύτερη αυτή επιστολή του προς τους χριστιανούς της Κορίνθου, τους οποίους είχαν ταράξει με το φανατισμένο κήρυγμά τους Ιουδαίοι από τα Ιεροσόλυμα.
 
 Θα περίμενε κανείς βέβαια, να απαντήσει στις κατηγορίες στρέφοντας τα δικά του «βέλη» κατά των αντιπάλων του. Ο Παύλος όμως δεν απαντά στην κακία με κακία. Αντίθετα περιορίζεται στο να μας μιλήσει με λόγια αληθινά «συσταίνοντας τον εαυτό του ως γνήσιο υπηρέτη του Θεού». Περιγράφει με ειλικρίνεια τη ζωή του, αφήνοντας τους ακροατές του να αποφασίσουν αν όντως είναι γνήσιος Απόστολος του Χριστού. 
 
 Από τη μια λοιπόν, παρουσιάζει τα δεινά της ζωής του: θλίψεις, δυσχέρειες, στενοχώριες, κακοποιήσεις, φυλακίσεις, διωγμοί, ταλαιπωρίες, ξενύχτια, πείνα, κατηγορίες, απαξίωση, βασανισμοί, φτώχια ακόμα και θάνατος. Η ζωή του «υπηρέτη του Θεού», δεν είναι εύκολη, δεν είναι άνετη και τρυφηλή, δεν έχει τίποτα το ελκυστικό, δεν υπόσχεται πλούτο, τιμή και δόξα. Είναι γεμάτη θλίψη, αγωνία και πόνο, έτσι όπως ακριβώς την είχε περιγράψει στους μαθητές Του ο Κύριός μας Ιησούς Χριστός, λίγο πριν παραδοθεί και ο ίδιος στα «χέρια ανθρώπων αμαρτωλών». 
 
 Και ποια η στάση του «υπηρέτη του Θεού» απέναντι σε όλα αυτά; Η μεγάλη υπομονή, η εντιμότητα, η γνώση και το κήρυγμα της αλήθειας, η ανεκτικότητα, η καλοσύνη, ο φωτισμός του Αγίου Πνεύματος, η ανυπόκριτη αγάπη και η δύναμη του Θεού, που ενισχύει τον «υπηρέτη» του με όλα εκείνα τα πνευματικά όπλα που του είναι απαραίτητα για να ανταπεξέλθει στις δυσκολίες της διακονίας του. 
 
 Έτσι «συσταίνει» τη ζωή του «υπηρέτη του Θεού» ο Παύλος. Σε μας μένει όχι φυσικά να κρίνουμε την «αποστολικότητά» του, αλλά η ανάγκη να προβληματιστούμε για τη δική μας. Κι αυτό διότι «υπηρέτες του Θεού» είμαστε όλοι μας. Όλοι εμείς που μας αξίωσε η πρόνοια του ουράνιου Πατέρα μας να βαπτιστούμε στο όνομά Του και να λάβουμε το μεγάλο αξίωμα και την τιμή της χριστιανικής ιδιότητος. Είναι όμως η ζωή μας άξια για να χαρακτηριστεί ως ζωή ενός πραγματικού «υπηρέτη του Θεού»;  Έχουμε το θάρρος να «συσταίνουμε» τον εαυτό μας ως πρότυπο, όπως τολμούσε να κάνει ο Απόστολος Παύλος;  Είμαστε εφοδιασμένοι με όλα εκείνα τα «όπλα της σωτηρίας» που ακούσαμε πριν, για να μπορούμε να ανταπεξέλθουμε στις δυσκολίες της ζωής του ορθόδοξου χριστιανού. 
 
 Ας εξετάσουμε με ειλικρίνεια τον εαυτό μας αγαπητοί μου αδελφοί και ας προσπαθήσουμε με υπομονή και επιμονή να γίνουμε όντως γνήσιοι «υπηρέτες του Θεού». Αμήν.

Κυριακή μετά την Ύψωσιν του Τιμίου Σταυρού: "...ζει μέσα μου ο Χριστός"

7:00:00 π.μ.
•
Κυριακή σήμερα, αγαπητοί μου αδελφοί, μία εβδομάδα μετά την εορτή της υψώσεως του Τιμίου Σταυρού και το Αποστολικό ανάγνωσμα που είναι ορισμένο από την τάξη της Εκκλησίας μας και που ακούσαμε πριν λίγο να απαγγέλλεται, είναι παρμένο από την επιστολή του Αποστόλου Παύλου στους Γαλάτες χριστιανούς της Μικράς Ασίας. Ας το ξανακούσουμε όμως τώρα στην δική μας απλούστερη γλώσσα, πριν προσπαθήσουμε να εμβαθύνουμε στα νοήματά του.
Απευθύνεται λοιπόν ο ιερός Παύλος στους μαθητές του και λέει: «Αδελφοί μου, ξέρουμε πως ο άνθρωπος δεν μπορεί να σωθεί με την (τυπική) τήρηση των διατάξεων του νόμου. Αυτό γίνεται μόνο με την πίστη στον Ιησού Χριστό. Γι’ αυτό κι εμείς πιστέψαμε στον Ιησού Χριστό, για να δικαιωθούμε με την πίστη κι όχι με την τήρηση του νόμου· γιατί με τα έργα του νόμου δεν θα σωθεί κανένας άνθρωπος. Αν όμως, ζητώντας να σωθούμε από τον Χριστό, βρεθήκαμε να είμαστε κι εμείς αμαρτωλοί όπως οι εθνικοί, σημαίνει τάχα πως ο Χριστός οδηγεί στην αμαρτία; Όχι βέβαια! Γιατί, αν ό,τι γκρέμισα πριν, το ξανακτίζω, είναι σαν να ομολογώ πως έκανα λάθος όταν το γκρέμιζα. Κι αληθινά, με κριτήριο το νόμο, έχω πεθάνει για τη θρησκεία του νόμου, για να βρω τη ζωή κοντά στον Θεό. Έχω πεθάνει στο σταυρό μαζί με τον Χριστό. Τώρα πια δεν ζω εγώ, αλλά ζει μέσα μου ο Χριστός. Και η τωρινή σωματική μου ζωή είναι ζωή βασισμένη στην πίστη μου στον Υιό του Θεού, που με αγάπησε και πέθανε εκούσια για χάρη μου». (Γαλάτας, κεφ. 2, στίχ. 16-20)
Αφορμή για την επιστολή αυτή του Αποστόλου Παύλου στους χριστιανούς της Μικρασιατικής Γαλατίας, στάθηκε ο διχασμός και η απογοήτευση που σκόρπισαν ανάμεσά τους φανατικοί Ιουδαίοι. Αυτοί, κατηγορούσαν τον Απόστολο ως νεωτεριστή και παραβάτη του Μωσαϊκού νόμου. Απέρριπταν την διδασκαλία του και υποστήριζαν πως μόνο με την αυστηρή προσήλωση στην τήρηση των διατάξεων του νόμου μπορεί να επιτευχθεί η σωτηρία. Αποτέλεσμα της δράσης των εχθρών αυτών του Παύλου ήταν να προκληθεί μεγάλη αναταραχή μεταξύ των χριστιανών και να κινδυνεύει όλο το έργο του Ευαγγελίου του Χριστού στην περιοχή εκείνη.
Μαθαίνοντάς τα αυτά ο Παύλος και προκειμένου να στερεώσει ξανά στην ορθή πίστη, τους αγαπημένους του μαθητές, έγραψε την τόσο ωφέλιμη για όλους μας αυτή επιστολή, ξεκαθαρίζοντας μια και καλή τα σχετικά με αυτό το κορυφαίο ζητούμενο της ζωή μας, τη σωτηρία. Τονίζει λοιπόν πως η σωτηρία μας δεν επιτυγχάνεται από την τυπική εφαρμογή των διατάξεων του νόμου, αλλά από την ουσιαστική πίστη στον Ιησού Χριστό.
Αυτός ο διαχωρισμός βέβαια, μεταξύ τηρήσεως του νόμου και πίστης, θα μπορούσε να μπερδέψει ορισμένους που πιστεύουν πως η ζωή του ευσεβούς ανθρώπου δεν είναι τίποτε άλλο παρά μια συνεχής προσπάθεια εφαρμογής του νόμου ή αν θέλετε, του λόγου του Θεού.
Είναι όμως έτσι; Είναι η πνευματική ζωή του χριστιανού ένας αγώνας και μια αγωνία για την ικανοποίηση και μόνο του Θείου θελήματος; Μήπως τελικά κάποιοι από εμάς έχουν χάσει την ουσία και έχουν περιπέσει στην τυπικότητα; Υπάρχει μια βασική και θεμελιώδης διαφορά μεταξύ της τυπικής τήρησης του νόμου και της πίστης στον Ιησού Χριστό κι αυτή εντοπίζεται στο σημείο εκκίνησης της προσπάθειας που καταβάλει ο καθένας. Και το σημείο αυτό δεν είναι άλλο από την αγάπη.
Ο Χριστός -όπως και ο Απόστολος Παύλος το διακήρυξε πριν- μας αγάπησε τόσο πολύ, που έφτασε στο σημείο να πεθάνει θεληματικά πάνω στο Σταυρό, προκειμένου να ζήσουμε όλοι εμείς. Αυτή η αγάπη από την πλευρά του Θεανθρώπου, μόνο με αγάπη από τη μεριά του ανθρώπου μπορεί να απαντηθεί. Η θυσία του Χριστού, ως κορυφαία και ανεπανάληπτη πράξη αγάπης, είναι που κινεί τελικά τον άνθρωπο προς την ευσέβεια.
Ο πιστός δεν τηρεί τυπικά τον νόμο του Θεού, υπακούοντας τυφλά σε κάτι ξένο προς τον ίδιο, κάτι στο οποίο ο ίδιος δεν συμμετέχει προσωπικά και ελεύθερα. Ο χριστιανός ζει μέσα στο θέλημα του Θεού, γιατί απλά ανταποκρίνεται με αγάπη στην δική Του αγάπη και δεν μπορεί να προδώσει την αγάπη αυτή. Έτσι φτάνουν ο Χριστός και ο χριστιανός να ταυτίζονται απόλυτα μέσα από την αγάπη. Να πεθαίνουν μαζί και να ανασταίνονται μαζί. Να χαμηλώνουν μαζί νεκροί στον τάφο και να εγείρονται μαζί στην ουράνια Βασιλεία. Γι’ αυτό και ο Παύλος γράφει:  «Έχω πεθάνει στο σταυρό μαζί με τον Χριστό. Τώρα πια δεν ζω εγώ, αλλά ζει μέσα μου ο Χριστός».
Ας αφήσουμε λοιπόν αγαπητοί μου αδελφοί, την καρδιά μας να νιώσει το μεγαλείο της αγάπης του Χριστού, κι ας προσπαθήσουμε στο μέτρο της δύναμής μας να ανταποκριθούμε σ΄ αυτήν με τη δική μας αγάπη! Αμήν.  

Κυριακή της Υψώσεως του Τιμίου Σταυρού: Στο δρόμο της Σωτηρίας

5:00:00 π.μ.
•
Το Αποστολικό ανάγνωσμα της σημερινής Κυριακής (Α΄ Κορινθίους, κεφ. 1, στίχ. 18-24), όπου γιορτάζουμε την Ύψωση του Τιμίου και Ζωοποιού Σταυρού, προέρχεται από την πρώτη επιστολή του Αποστόλου Παύλου, στους χριστιανούς της Κορίνθου. Ας ακούσουμε όμως στην δική μας καθημερινή γλώσσα το περιεχόμενο του αναγνώσματος που πριν λίγο διαβάστηκε.
Γράφει λοιπόν ο Απόστολος Παύλος: «Αδελφοί μου, το κήρυγμα για το σταυρικό θάνατο του Χριστού είναι μωρία γι’ αυτούς που πάνε προς το χαμό τους. για μας όμως που είμαστε στο δρόμο της σωτηρίας είναι η δύναμη του Θεού. Ο Θεός διακηρύττει στη Γραφή: “Θα αφανίσω τη σοφία των σοφών, και των έξυπνων την εξυπνάδα θα την καταπατήσω”. Που λοιπόν, να βρεθεί σοφός; πού να βρεθεί έμπειρος στις Γραφές; πού να βρεθεί απολογητής αυτού εδώ του αιώνα; Ο Θεός απέδειξε πως η σοφία αυτού του κόσμου είναι μωρία. Πράγματι, επειδή οι άνθρωποι δεν μπόρεσαν με τη σοφία τους να αναγνωρίσουν τον αληθινό Θεό μέσα στα δημιουργήματά Του, που φανερώνουν τη σοφία του, ο Θεός ευδόκησε να σώσει με τη μωρία του κηρύγματος από τον τελικό όλεθρο εκείνους που θα πιστέψουν. Οι Ιουδαίοι ζητούν ως αποδείξεις θαύματα και οι εθνικοί φιλοσοφικές αλήθειες. Εμείς όμως κηρύττουμε τον σωτήρα Χριστό, και μάλιστα σταυρωμένον -ένα κήρυγμα προσβλητικό για τους Ιουδαίους και ανόητο για τους εθνικούς. γι’ αυτούς όμως που κάλεσε ο Θεός, Ιουδαίους και εθνικούς, ο Χριστός που κηρύττουμε είναι του Θεού η δύναμη και του Θεού η σοφία».

Ζούσαν οι χριστιανοί της Κορίνθου τα χρόνια εκείνα, σε μια πόλη σπουδαία, με έντονη οικονομική, πολιτιστική και κοινωνική ζωή, μέσα σε ένα περιβάλλον κοσμοπολίτικο, πλούσιο και πλουραλιστικό. Στον τόπο τους κυριαρχούσαν δύο στοιχεία που χαρακτήριζαν την εποχή. Από τη μια το συνεχές κυνήγι του πλούτου και η εγωιστική του χρήση, για την εξασφάλιση άνετης, τρυφηλής ζωής και κοινωνικής επιφάνειας. Από την άλλη η συνεχής αναζήτηση και η εξέταση, μέσω της φιλοσοφικής σκέψης και λογικής, όλων εκείνων των ιδεών, των ηθών και των εθίμων, που εισήγαγαν στην κοινωνία τους πλήθη ανθρώπων από άλλους τόπους, που συνέρεαν στην πλούσια πόλη τους. 
Μέσα λοιπόν σε αυτό το έντονα υλιστικό και πολυπολιτισμικό περιβάλλον, το κήρυγμα για έναν Θεό Σταυρωμένο και Αναστάντα, γινόταν δεκτό με ιλαρότητα από τους εθνικούς (που το αντιλαμβάνονταν ως ανοησία) και με καχυποψία από τους Ιουδαίους (που το θεωρούσαν προσβολή). Όμως τι αξία μπορεί να είχε για τους πιστούς η εμπαθής γνώμη και η εγωιστική στάση τέτοιων ανθρώπων; Ανθρώπων που -όπως και ο Απόστολος Παύλος ανέφερε πριν- οδεύουν με βεβαιότητα «προς τον χαμό τους»; Και οδεύουν προς τα εκεί, γιατί οι γνώμες, οι απόψεις και η σοφία των ανθρώπων, χαρακτηρίζονται από βασικά γνωρίσματα της ανθρωπίνης φύσεως.
Κατ’ αρχάς γεννιόνται και εξελίσσονται πάντα μέσα στα στενά χρονικά πλαίσια του παρόντος. Στοχεύουν τις περισσότερες φορές στην εξασφάλιση του ατομικού και μόνο συμφέροντος. Υπόκεινται πολλές φορές στην κακή επιρροή των παθών και των αδυναμιών τους· και τέλος όπως και ο ίδιος ο άνθρωπος είναι πεπερασμένες και θνητές, αργά ή γρήγορα χάνονται όπως και όλοι οι θνητοί. Ας συγκρίνουμε τώρα την ανθρώπινη σοφία με τη σοφία του Θεού, ώστε να αντιληφθούμε την αξία και τη σημασία της κάθε μιας στη ζωή μας.
Η σοφία του Θεού πηγάζει από τον Πλάστη και Δημιουργό του παντός, τον Ένα και Αληθινό και όχι από τα πλάσματά Του, γι’ αυτό και δεν περιορίζεται ή δεν δαπανάται στην αναζήτηση «κάποιας αλήθειας», αφού αποτελεί τη μόνη και απόλυτη αλήθεια. Εμπνέεται από αγάπη στους ανθρώπους και όχι από κάποιο είδος συμφέροντος, μια που ο Θεός δεν έχει ανάγκη από τίποτε το ανθρώπινο. Δεν επηρεάζεται από πάθη και αδυναμίες, μια που ο Θεός είναι Πανάγαθος και πέραν πάσης μορφής κακίας. Τέλος όπως και Εκείνος, έτσι και η σοφία Του, χαρακτηρίζεται από το στοιχείο της αιωνιότητας, που την καθιστά πολύτιμη και απαραίτητη για την πορεία και τελικά τη σωτηρία του καθενός μας.
Αυτά είχε υπ’ όψη του και ο Παύλος, όταν έκανε τον διαχωρισμό μεταξύ εκείνων που «πάνε στο χαμό τους» και αυτών που βρίσκονται «στο δρόμο της σωτηρίας». Γιατί πράγματι μόνο το κήρυγμα του Σταυρού, η ζωή δηλαδή που εμπνέεται από τη θυσία και την αγάπη, αποτελεί τη βέβαιη και ασφαλή οδό της σωτηρίας. Ας τη βαδίσουμε λοιπόν κι εμείς αίροντας ο καθένας μας με υπομονή τον προσωπικό του σταυρό, γενόμενοι θυσία για τους άλλους και σκορπώντας αγάπη στους γύρω μας! Αμήν.

ΩΦΕΛΙΜΑ

ΓΕΡΟΝΤΕΣ

ΘΑΥΜΑΤΑ

 
Copyright © ΕΛΛΑΣ-ΟΡΘΟΔΟΞΙΑ. Designed by OddThemes | Distributed By Blogger Templates20