ΠΡΟΣΦΑΤΕΣ ΑΝΑΡΤΗΣΕΙΣ

Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα π. ΣΙΜΩΝ ΑΡΒΑΝΙΤΗΣ. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα π. ΣΙΜΩΝ ΑΡΒΑΝΙΤΗΣ. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Γερων Σιμων Αρβανιτης – Ερχεται η ωρα που θα ξεχωρισει η ηρα απο το σιταρι

12:57:00 π.μ.
•

Μια συμβουλή, που έδινε σε όλους ο μακαριστός Γέροντας Σίμων, ήταν: Όποιος νηστεύει την νηστεία που λέει η Εκκλησία μας γίνεται καλά. Γι’ αυτό όλος ο κόσμος είναι γεμάτος αρρώστιες σήμερα, διότι κατήργησαν τις νηστείες.
Θά έλθουν πολύ δύσκολες μέρες…
Ο Γέροντας έλεγε πολλά για την κατάσταση της κοινωνίας.
« Θα έλθουν, έλεγε, πολύ δύσκολες ημέρες. Ο κόσμος έχει ξεφύγει από τον δρόμο του Θεού…». (Α-353).
Μια φορά ρωτήθηκε ο πατήρ Σίμων: «Τι γίνεται με τις βόμβες μολότωφ που πέφτουν συνέχεια στην Αθήνα;» Ήταν η χρονιά του 1982 ή 83, και ο Γέροντας είπε:
«Αυτά δεν είναι τίποτα. Πάρα πολλά θα δείτε. Πάρα πολλά για να δοκιμαστεί ο λαός που δεν καταλαβαίνει…».
Ίαση και προφητεία…
Μια χριστιανή, η οποία είχε ζήσει από κοντά και είχε λάβει πολλές χάρες από τον Γέροντα, σε μια περίπτωση που η κόρη της, ενώ ήταν καταδικασμένη από τους γιατρούς του Νοσοκομείου Παίδων «ΑΓΛΑΪΑ ΚΥΡΙΑΚΟΥ» και ανέμεναν την κατάληξη του παιδιού μέσα σε λίγες ώρες, η μικρή ασθενής «γύρισε» και έγινε γρήγορα καλά.
Η μάνα έκανε τάμα, μόλις έπαιρνε την κόρη της από το Νοσοκομείο, να πήγαινε πρώτα το παιδί της στον Γέροντα και μετά στο σπίτι της. Επί πλέον, να πουλούσε ένα οικόπεδο που είχε προίκα της και να έδινε τα χρήματα στο Μοναστήρι.
Όταν, όμως, πήγε με το παιδί στον Γέροντα και του τα είπε όλα αυτά, εκείνος της είπε:
 «Τι είναι αυτά που λες, παιδί μου; Ο Θεός δεν πληρώνεται. Να αγαπάτε τον κόσμο, να μην κρατάτε μίσος στην καρδιά σας, να μη σας ενδιαφέρει τι κάνει ο διπλανός σας και να βοηθάτε, όταν βλέπετε άνθρωπο να υποφέρει. Και όταν οι άνθρωποι καταλάβουν ποιο είναι το φάρμακο, θα σωθούνε, ειδεμή θα πάνε χαμένοι…».
Η μάνα τον ρώτησε: Ποιό είναι το φάρμακο Γέροντα;
Και ο Γέροντας της είπε:
«Η Αγία Κοινωνία με την Ιερά Εξομολόγηση και μετάνοια, παιδί μου. Θα έρθει ημέρα που δεν θα έχετε μέρος να θάβετε τους νεκρούς και θα τους θάβετε ομαδικά σε λάκκους από τα ατυχήματα και τις αρρώστιες. Αυτή είναι η κατάντια του ανθρώπου από την αμαρτία. Ξέχασε τον Θεό, τις νηστείες. Δεν προσέχει τίποτα ιερό».
Ξεκαθάρισμα. Ο Γέροντας συχνά έλεγε:
«Έρχεται η ώρα που θα ξεχωρίσει η ήρα από το σιτάρι», εννοώντας πολέμους και ακαταστασίες (υλικές και πνευματικές) και ημέρες εκδικήσεως.
Ανάγκη, για αγιότητα! Ο Γέροντας έλεγε στους πατέρες της Μονής: Ο κόσμος ένα πράγμα έχει περισσότερο ανάγκη, την αγιότητα! Ο άνθρωπος πρέπει να μιμηθεί την απλότητα των μικρών παιδιών και, απευθυνόμενος προς τον Θεόν, να λέγει:
«Τι θέλεις, Κύριε, να κάμω»;
Προσέχετε τον διάβολο. Θέλει τη διχόνοια, τη σύγχυση, την ακαταστασία. Μην ακούτε τους λογισμούς, που σας ενσπείρει. Ο Χριστός μας, η Παναγία μας, οι Άγιοί μας, είναι γλυκύτατοι, ωραιότατοι, με πολλή αγάπη. Σ’ αυτούς να καταφεύγετε, για να σας προστατεύουν από τους δαίμονες.
Όταν κάνεις κάτι από ζήλο και μεγάλη αγάπη προς τον Χριστό μας, και στραβό να είναι, ο Θεός, επειδή γίνεται από ζήλο και αγάπη για κείνον, το δέχεται και το ευχαριστείται.

Σταύρωμα στα φαγητά…
Ο Γέροντας έλεγε, ό,τι πίνουμε ή τρώμε να το κάνουμε πρώτα «στριφτό», εννοώντας να το σταυρώνουμε, γιατί την εποχή μας όλα τα τρόφιμα είναι γεμάτα ορμόνες και φυτοφάρμακα. Έτσι, με το «στριφτό», δεν θα έχουμε πρόβλημα.
Ο κόσμος γεμίζει δαιμονικούς γορίλες. Στη μαρτυρία του για τον Γέροντα, γράφει, μεταξύ άλλων, ένα πνευματικό του τέκνο:
«Κοιμάμαι ξανά και βλέπω πάλι τον Γέροντα, με τα πνευματικά του παιδιά, στην κορυφή ενός ψηλού βουνού. Κάποιο απ’ τα παιδιά τόλμησε, ενώ γνώριζε ότι ο Γέροντας είχε κοιμηθεί, να τον ρωτήσει, πώς θα πορευθούμε στη ζωή χωρίς εκείνον. Οδήγησε τότε την ομάδα σε ένα τέτοιο σημείο του βουνού, ώστε να φαίνονται οι πρόποδές του.
Στο αντίκρισμα, όλοι τρόμαξαν. Υπήρχε εκεί ένας κόσμος γεμάτος από τεράστιους γορίλες.
Και λέγει ο Γέροντας.
Αυτός θα είναι ο κόσμος σε μερικά χρόνια. Στην ερώτηση, πως θα ανταπεξέλθουμε, απάντησε προφητικά: «Εσείς θα έχετε το αρνί, κι’ εγώ θα σας δίνω το χορτάρι». Το αρνί είναι ο Χριστός, ήθελε να πει ο Γέροντας, όπως αναφέρει και το Ευαγγέλιο. Όταν λοιπόν θα είμαστε στον Χριστό, θα έχουμε την προστασία του Θεού με την ευχή τη δική του».
Αποφθέγματα του π. Σίμωνος Αρβανίτη (+1988),
επιλεγμένα από τα πέντε βιβλία που έγραψε γι’ αυτόν ο μαθητής του π. Ζωσιμάς

Πηγή: kivotoshelp.gr

Τα ''θαυματουργά'' φυστίκια

4:32:00 μ.μ.
•
π.Σίμων Αρβανίτης.
'Ενας φίλος μου που εργαζόταν για ένα διάστημα στον 'Αγιο Παντελεήμονα δεν πίστευε πολύ αλλά κάποτε σαν αστείο πήγε στο γέροντα και του είπε:
- Πάτερ Σίμωνα σε όλους δίνεις φυστικάκια , καραμελίτσες , σε μένα
δεν έδωσες καμιά φορά .

https://www.dimitrisotiropoulosbooks.com/
Τότε του είπε ο γέροντας:
- 'Ελα παιδί μου , άνοιξε τη χούφτα σου.
Πήρε μερικά φυστίκια και τα έβαλε στη χούφτα του.
Αυτά λοιπόν όπως του τα έδινε γέμισαν το χέρι του , πολλαπλασιάστηκαν , ξεχείλισαν και έπεφταν κάτω. 'Οπως μου είπαν από τότε έχει γίνει άλλος άνθρωπος .
Πίστεψε πραγματικά.

Ως εδώ ο θυμός Κύριε!

4:30:00 π.μ.
•

π.Σίμων Αρβανίτης
...Ως εδώ ο θυμός Κύριε .Δε θέλω να ξαναθυμώσω ποτέ μου πια και ούτε να σε ξαναπικράνω".
Δεν αποτελείωσα καλά -καλά την προσευχή μου και να σου ο δασοφύλακας.
- Τι κάνεις εδώ; μου λέει.
- ΄Ηρθα να κόψω ξύλα.
- Δωσ' μου τα λεφτά πρώτα κι έπειτα κόψε.
- Δεν έχω λεφτά επάνω μου , του απαντώ . Θα πουλήσω όμως τα
ξύλα και θα σου τα φέρω εξάπαντος .
- Δώσε μου για ενέχυρο την κλαδευτήρα σου. Που ξέρω αν δε με
γελάσεις όπως μου έκαναν και οι άλλοι;
Του είπα την αλήθεια ότι δεν ήταν δική μου και δε μπορούσα να του τη δώσω...

https://www.dimitrisotiropoulosbooks.com/collections/custom-collection/products/30-3
Ο δασοφύλακας φουρκίστηκε και αρπάζει ένα χοντρό ξύλο και αρχίζει να με χτυπάει άγρια με όλη του τη δύναμη στην πλάτη. Κι εγώ δε φορούσα τίποτε άλλο τότε παρά μόνο ένα λεπτό φανελλάκι . Με τα χέρια κρατούσα το κεφάλι μου και έλεγα συνεχώς μέσα μου: " Θεέ μου , Χριστέ μου , βοήθησέ με να μη θυμώσω.Σου έδωσα το λόγο μου πως μέχρι εδώ ο θυμός μου .Σε παρακαλώ , Κύριε μου , δυνάμωσέ με!"
.Το παράδοξο ήταν πως αισθανόμουν τα χτυπήματα σαν να μου γινόνταν με βαμβάκι!
- Παιδί μου έλεγε τι άνθρωπος είσαι εσύ;Να σε χτυπάω τόση ώρα και να μη βγάζεις μιλιά;.Σου ζητώ συγνώμη να με συγχωρέσεις για το σφάλμα μου.
Φτάνοντας στο σπίτι κοιτάχτηκα στο μεγάλο καθρέφτη να δω αν είχα αίματα και είδα πως δεν είχα αίματα , ούτε καν μελανιές!Από τότε ελευθερώθηκα για πάντα από το θυμό!

Ο Γέρων Σίμων Αρβανίτης, Κατοικητήριο της Χάριτος (1/1/1901 – 4/3/1988)

8:00:00 μ.μ.
•
Ο Γέροντας Σίμων Αρβανίτης καταγόταν από την Τριάδα Εύβοιας από όπου ο πατέρας του Αθανάσιος Αρβανίτης μετακινήθηκε και εγκαταστάθηκε στο χωριό Κουκουβάουνες Αττικής, την σημερινή Μεταμόρφωση και παντρεύτηκε την μητέρα του Κυριακή. Απέκτησαν τέσσερα αγόρια, τον Ιωάννη, τον Παναγιώτη -τόν αργότερα Γέροντα Σίμωνα- τον Δημήτριο και τον Κωνσταντίνο.

Ο Παναγιώτης γεννήθηκε ανήμερα την Πρωτοχρονιά του 1901 και μεγαλώνοντας βοηθούσε τον πατέρα του κάνοντας διάφορες δουλειές. Όταν έγινε δεκατριών ετών ήταν πλανόδιος μανάβης σηκώνοντας τσουβάλια 80-85 κιλών αδιαμαρτύρητα. Κατά καιρούς εργαζόταν σε περιβόλια, αμπέλια και κτήματα δουλεύοντας σκληρά χωρίς να δυσκολεύεται καθόλου, καθώς η μυική του δύναμη ήταν πολύ μεγάλη. Ο ίδιος έλεγε ότι το τσαπί το έπαιζε στο χέρι όπως μια κοπελίτσα το τοπάκι της. Μόλις σταματούσε να ξεκουραστεί άνοιγε «τό βιβλίο του Χριστού», όπως έλεγε το Ευαγγέλιο, και μελετούσε. Η αγάπη του για τον Θεό ήταν φωλιασμένη στην καρδιά του από πολύ μικρός.

Ο αδερφός του διηγεῑται ότι τον Παναγιώτη τον έχαναν το Σάββατο από το σπίτι. Μόλις τελείωνε την δουλειά έφευγε και πήγαινε στα εξωκκλήσια, όπου προσευχόταν και μελετούσε. Γύριζε στο σπίτι την Κυριακή το βράδυ, οπότε και έτρωγε. Έμενε όλο το εικοσιτετράωρο νηστικός. Όταν δεν πήγαινε σε εξωκκλήσι ξυπνούσε όλη την οικογένεια με την πρώτη καμπάνα για τον εκκλησιασμό. Φοβέριζε μάλιστα ότι, όποιον δεν ξυπνούσε αμέσως, θα τον κατάβρεχε με μια κανάτα πού είχε δίπλα του γεμάτη με νερό.

Μοναχική κλήση

Ο Παναγιώτης επισκέφθηκε πολλές φορές το Άγιον Όρος. Μια από αυτές, στα Καυσοκαλύβια, συνάντησε τον μητροπολίτη Νεκτάριο Κεφαλά, τον μετέπειτα άγιο Νεκτάριο, και όταν πήγε να πάρει την ευχή του ο άγιος τον κράτησε από το χέρι και του είπε ότι θα γίνει πνευματικός και θα σώσει πολλές ψυχές.

simon-arvanitis-2
Ο Παναγιώτης αποφάσισε μαζί με δύο καρδιακούς του φίλους να φύγουν κρυφά από τις οικογένειές τους και να ασκητέψουν. Έτσι το 1925 έφυγαν για την Εύβοια, όπου κλείστηκαν σε μια σπηλιά χωρίς κανένα εφόδιο, ρούχα ή τροφή. Οι φίλοι του δεν άντεξαν παρά δύο μέρες και πήραν την απόφαση να επιστρέψουν στα σπίτια τους. Ο Παναγιώτης όμως πού άκουσε τα σχέδιά τους έφυγε πριν ξυπνήσουν εκείνοι και πήγε στην Μονή Αγίου Χαραλάμπους στην Λεύκα Αυλωναρίου. Ασκήτευε στην σπηλιά του αγίου Γρηγορίου, όπου πηγάζει αγίασμα και προσευχόταν νύχτα-μέρα. Όταν ο μητροπολίτης πληροφορήθηκε γι’ αυτόν από ανθρώπους που πήγαιναν στην σπηλιά για αγίασμα και έμαθε για την αυστηρή του άσκηση, τον αναζήτησε και τον έκανε αμέσως μοναχό στο μοναστήρι του αγίου Χαραλάμπους με το όνομα Σίμων.

Ο π. Σίμων όμως και πάλι κλείστηκε σε μια σπηλιά και δεν έτρωγε τίποτα. Τον εύρισκαν πολλές φορές οι βοσκοί εξαντλημένο από την πείνα, πεσμένο στο έδαφος και τον πήγαιναν στο μοναστήρι, αλλά εκείνος πάλι έφευγε. Ο ίδιος αργότερα έλεγε: «Στην σπηλιά του αγίου Γρηγορίου έπινα ένα ποτήρι του κρασιού αγίασμα μετά την δύση του ηλίου επί τριάντα μέρες. Είχε φύγει όλο το σώμα μου. Ζύγιζα γύρω στα τριάντα κιλά». Τελικά επενέβη ο Μητροπολίτης πού τον υποχρέωσε να μείνει στο μοναστήρι. Διακόνημά του ήταν να καλλιεργεί τους κήπους και με την μεγάλη του σωματική δύναμη εντυπωσίαζε τους πάντες. Όταν εργαζόταν στους κήπους είχε βοηθό του ένα παιδί, το οποίο αρρώστησε βαριά. Όταν το είπαν στον π. Σίμωνα παράτησε το τσαπί και έφυγε για να προσευχηθεί στο βουνό. Δεν προχώρησε όμως πολύ και οι πατέρες του φώναξαν να γυρίσει πίσω, γιατί το παιδί είχε γίνει καλά. Ήταν ένα πρώτο δείγμα της αποτελεσματικότητας της προσευχής του Γέροντα.

Ο μητροπολίτης βλέποντας τις αρετές του τον χειροτόνησε ιερέα παρά τις αντιρρήσεις του το 1936 και τον έστελνε σε διάφορες εκκλησίες για την Θ. Λειτουργία. Ο κ. Δ. Κουλουρίδης διηγείται ότι στο χωριό του το Κληματάρι Ευβοίας έστελναν συχνά τον π.Σίμωνα για την Θ. Λειτουργία. Τον χειμώνα όμως, το χιόνι ήταν τόσο πυκνό πού τον απέκλειε καταμεσίς του δρόμου. Όταν οι χωρικοί έβλεπαν ότι δεν έχει φτάσει ο ιερέας, τον αναζητούσαν και τον έβρισκαν κάτω από το χιόνι, με τα χέρια ψηλά να προσεύχεται. Όσο και αν ξεπάγιαζε και αν δυσκολευόταν να συνέλθει από το κρύο δεν άφηνε τα χωριά χωρίς Θ. Λειτουργία και πήγαινε πάλι την άλλη Κυριακή παρά τους πάγους και τα χιόνια.

Το 1942 εστάλη στην Μονή Μεταμορφώσεως ως πνευματικός. Εκεί κοντά βρίσκεται το εκκλησάκι των Ταξιαρχών. Το 1943 συνέβη ένα συγκλονιστικό θαύμα την παραμονή των Ταξιαρχών. Είχε μαζευτεί πλήθος κόσμου για την εορτή σε μια εποχή πού όλους τους θέριζε η πείνα λόγω της Κατοχής. Ο Γέροντας, όταν είδε τόσο κόσμο μαζεμένο για την αγρυπνία, είπε να ετοιμάσουν φαγητό. Υπήρχε μόνο ένα τσουβάλι κρεμύδια και έδωσε εντολή να τα καθαρίσουν όλα, ενώ εκείνος άρχισε να προσεύχεται. Ξαφνικά ένας μεγάλος λαγός σαν αρνί κατέβηκε από το βουνό και μπήκε μέσα στο μαγειρείο μόνος του. Έτσι, θαυματουργικά εξασφαλίστηκε τροφή για όλο τον κόσμο και περίσσεψε και για το μοναστήρι.

Το 1946 ο Γέροντας αποφάσισε να φύγει από την Κύμη για την Αθήνα λόγω μεγάλων προβλημάτων με τα μάτια του. Μόλις ανέλαβε καθήκοντα στην ενορία της αγίας Βαρβάρας, αποφάσισε να χτίσει μεγαλύτερο ναό, γιατί ο παλιός δεν χωρούσε όλο τον κόσμο. Συνάντησε πολλές δυσκολίες και μεγάλο πόλεμο λόγω της έλλειψης χρημάτων και συκοφάντησης του έργου. Η ίδια η αγία παρουσιάστηκε στον Γέροντα και του υποσχέθηκε ότι θα τον βοηθήσει. Πράγματι, όταν τα χρήματα τελείωναν βρίσκονταν εντελώς ξαφνικά πρόσωπα πού πρόσφεραν το συγκεκριμένο ποσό πού χρειαζόταν για την συνέχιση των εργασιών. Όταν τελείωσε το έργο υπέβελε την παραίτησή του από εφημέριος, γιατί το πρόβλημα με τα μάτια του μεγάλωνε και επιθυμούσε να ιδρύσει δικό του μοναστήρι. Με μεγάλη θλίψη οι ενορίτες του τον αποχαιρέτησαν, γιατί τον είχαν αγαπήσει και τους είχε σταθεί σαν πατέρας όλα αυτά τα χρόνια.

Κτίτορας της Μονής του Αγίου Παντελεήμονος Πεντέλης

Ύστερα από επίμονη αναζήτηση χώρου για ίδρυση μοναστηριού ο Γέροντας κατέληξε στο εξωκκλήσι του αγίου Παντελεήμονα στην Πεντέλη, πού ανήκε στην Μονή Πετράκη. Αφού εξασφάλισε την συγκατάθεση του ηγουμένου της Μονής Πετράκη Χαράλαμπου Βασιλόπουλου, άρχισε το κτίσιμο ενός κελλιού, ενός αχυρώνα και ενός φούρνου δίπλα στο υπάρχον εκκλησάκι. Όμως ο διάβολος πολέμησε την ίδρυση του μοναστηριού. Φανερώθηκε στον Γέροντα και του είπε ότι θα τον πολεμήσει μέχρι τέλους και δεν θα τον αφήσει να στεριώσει το μοναστήρι. Πράγματι οι βοσκοί της περιοχής απείλησαν τον Γέροντα με τις γκλίτσες τους λέγοντας ότι ο τόπος ήταν δικός τους. Η υπόθεση πήγε στο δικαστήριο όπου ο Γέροντας δικαιώθηκε. Τα πνευματικά παιδιά του Γέροντα βοηθούσαν στο σκάψιμο κατά την θεμελίωση της Μονής. Τα υλικά τα κουβαλούσαν με το γαϊδουράκι από μακριά, αφού δρόμος δεν υπήρχε. Και σαν να μην έφτανε αυτό όταν έσκαβαν φυσούσε πάντα τόσο δυνατά πού έφερνε την σκόνη στα μάτια τους. Παρά τις αντιξοότητες το κελλί , ο φούρνος και ο αχυρώνας τελείωσαν και κτίστηκαν και κελλιά για τους μοναχούς πού θα έρθουν, όπως είπε ο Γέροντας, καθώς και ξενώνας.

simon-arvanitis-4
Ο εργολάβος της οικοδομικής δραστηριότητας και συγγενής του Γέροντα, Γιώργος Πανταζής, διηγείται: «Για να κτίσουμε το μοναστήρι είχαμε 50.000 δραχμές. Κάποια στιγμή ήθελα να αφήσω την εργολαβία, γιατί δεν έβρισκα εργάτες. Κανείς δεν ερχόταν να δουλέψει τόσο μακριά. Είδα στον ύπνο μου όμως την αγία Βαρβάρα και μου υποσχέθηκε ότι θα με βοηθήσει εκείνη. Πράγματι το άλλο πρωί μαζεύτηκαν δέκα εργάτες στο σπίτι μου για να δουλέψουν στο μοναστήρι, γιατί είχε πέσει ανεργία στις δουλειές τους». Συνεχίζει ο μαστρο-Γιώργος: « Όταν ρίχναμε την πλάκα και ετοιμάσαμε το μισό αστάρωμα διαπιστώσαμε ότι το νερό τελείωσε. Το παίρναμε από το πηγαδάκι, το οποίο άνοιξε ο Γέροντας σε γούρνα πού έβγαζε ελάχιστο νερό. Εκθέσαμε στον π. Σίμωνα το πρόβλημα και αυτός μάς διαβεβαίωσε ότι αφού φάμε το φαγητό πού είχε ετοιμαστεί θα έρθει νερό. Και ενώ ήταν καλοκαιρία, όσο τρώγαμε έπιασε δυνατή βροχή και χαλάζι και γέμισε με νερό ένας λάκος δυόμισι μέτρα βάθος. Όταν ολοκληρώθηκε και ο ξενώνας είδα πώς ξόδεψα μόνο 49.500 δραχμές. Τα υλικά τα πλήρωνε ο π. Σίμων και στοίχησαν και αυτά 49.500 δραχμές. Είναι θαύμα πώς τόσο μεγάλο έργο κόστισε τόσο λίγο».

Όταν άρχισε να πηγαίνει πολύς κόσμος άνοιξαν χωράφια γύρω από το μοναστήρι και καλλιεργούσαν διάφορα κηπουρικά για την αδελφότητα, αλλά και τους προσκυνητές. Ο Γέροντας ήταν πολύ φιλόξενος και επέμενε να παίρνουν όλοι κάτι για ευλογία. Και η ευλογία πού είχε το μοναστήρι ήταν θαυμαστή. Τα τρόφιμα δεν έλλειψαν ποτέ. Η μεγάλη διάθεση φιλοξενίας του Γέροντα έγινε αιτία να πλησιάσει πολύς κόσμος το μοναστήρι και να σωθούν πολλές ψυχές. Ο Γέροντας ήθελε να τον πλησιάζουν όλοι, να βοηθάει όλους στις δυσκολίες τους και να τους οδηγεί στον δρόμο της σωτηρίας. Ο Γέροντας Ιάκωβος Τσαλίκης από την Εύβοια εκτιμούσε πολύ τον π. Σίμωνα και επισκέφθηκε το μοναστήρι να πάρει την ευχή του.

Ο π. Ζωσιμάς, μαθητής του Γέροντα Σίμωνα, αναφέρει σε ένα από τα βιβλία του πού έχει γράψει για τον Γέροντα:

«Πολλές φορές ενώ κοιμόμουν κοντά του για να τον προσέχω, επειδή δεν έβλεπε πλέον, τον άκουγα να μιλάει. Όταν τον ρωτούσα με ποιόν μιλούσε μου έλεγε:

– Νομίζεις ότι κοιμάμαι; Πολύς κόσμος έρχεται όλη την νύχτα.

Και άλλη φορά μια κυρία μου είπε ότι το προηγούμενο βράδυ επικαλέστηκε τον Γέροντα για κάποιο πρόβλημά της και εκείνος μπήκε στο σπίτι της, της έδωσε την λύση και χάθηκε. Εγώ της είπα ότι δεν είναι δυνατόν να συνέβη αυτό, γιατί κλειδώνω το κελλί το βράδυ και κρατάω το κλειδί ώστε να αναγκάζεται ο Γέροντας να με ξυπνάει και να τον συνοδεύω έξω για να μην χτυπήσει, αφού δεν βλέπει. Τότε ο Γέροντας φωνάζει από το κελλί του:

– Ζωσιμά, εσύ πές ό,τι θέλεις. Εγώ το βράδυ φεύγω απ’ εδώ.

Ένα βράδυ, περασμένα μεσάνυχτα, μου φωνάζει να του φέρω το πετραχήλι. Του το πήγα, το φόρεσε όπως ήταν ξαπλωμένος και άρχισε να προσεύχεται πολλή ώρα. Κατά την μία παρά τέταρτο έφτασε αγριεμένος κάποιος γνωστός μας από την Πεντέλη. Ήταν κυριευμένος από θυμό και φώναζε:

– Θα σκοτώσω άνθρωπο απόψε. Θα κάνω έγκλημα.

Και ο Γέροντας τον έβαλε να σκύψει κάτω από το πετραχήλι για να του διαβάσει την ευχή. Μα ο άλλος διαμαρτυρόταν ότι ήθελε να εξομολογηθεί πρώτα. Και ο Γέροντας του αποκάλυψε ότι δεν χρειαζόταν να του πει τίποτα, γιατί τα έβλεπε όλα από την ώρα πού άρχισε να μαλώνει στο σπίτι του.

simon-arvanitis-3

Κατοικητήριο της Χάριτος


Πνευματικές νουθεσίες

Ο Γέροντας έλεγε πώς για να είναι ο Θεός μαζί μας, πρέπει να μην στενοχωρούμε κανέναν και να μην κάνουμε παρατηρήσεις σε κανέναν. Συμβούλευε επίσης να αγαπούμε την νηστεία, η οποία αδυνατίζει το σώμα, αλλά κάνει τον ανθρωπο όλο υγεία, δυνατό σαν ατσάλι. Προέτρεπε όλους να έχουν πίστη στον Θεό και να μην ταλαντεύονται καθόλου, γιατί και ο ίδιος ό,τι έχει το έχει με την δύναμη της πίστεως. Έβαζε πάνω από όλα την βοήθεια στους φτωχούς και την δικαιοσύνη. Θεωρούσε πολύ σημαντικό να μην χάνουμε την ελπίδα όταν δοκιμαζόμαστε και σε όλα να ρωτάμε τον Κύριο «τί θέλεις ποιήσαι με;». Ζητούσε από όλους να είμαστε συγκεντρωμένοι στην εκκλησία, στην καθημερινή μας ζωή να διαβάζουμε βίους αγίων και τον βίο του αγίου της ημέρας. Ιδιαίτερα σύστηνε να διαβάζουμε τον άγιο Ιωάννη τον Χρυσόστομο. Ήταν αντίθετος στον θυμό και την κατάκριση. Μάλιστα για το θέμα του θυμού είχε κάνει ιδιαίτερο αγώνα και προσευχή ο ίδιος να τον νικήσει. Όταν ήταν δεκαπέντε χρονών, πήγε να κόψει ξύλα παίρνοντας δανεικό τσεκούρι από τον θείο του. Το διάστημα εκείνο προσευχόταν να κόψει τον θυμό. Συνάντησε στο βουνό τον δασοφύλακα, ο οποίος ζήτησε χρήματα για τα ξύλα πού θα έκοβε, αλλά ο Παναγιώτης -αυτό ήταν το κοσμικό όνομα του Γέροντα- δεν είχε μαζί του. Ο δασοφύλακας ζήτησε ως ενέχυρο το τσεκούρι, αλλά ήταν αδύνατο να το αφήσει αφού ήταν του θείου του και μάλιστα το χρειαζόταν πάλι. Τότε ο δασοφύλακας άρχισε να χτυπάει με ένα χοντρό ξύλο τον Παναγιώτη στην πλάτη, ο οποίος προσευχόταν συνεχώς να μην ανταποδώσει τα χτυπήματα, γιατί με την σωματική δύναμη πού είχε θα μπορούσε, όπως ομολογούσε μετά ο Γέροντας, να του κάνει μεγάλο κακό και να καταλήξει στην φυλακή. Παραδόξως δεν ένιωθε πόνο από τα χτυπήματα παρά το γεγονός ότι φορούσε μόνο ένα λεπτό φανελάκι. Όταν ο δασοφύλακας είδε ότι δέχεται αδιαμαρτύρητα τα χτυπήματα συγκινήθηκε, του ζήτησε συγγνώμη και επιπλέον τον βοήθησε να κόψει όσα ξύλα ήθελε. Όταν ο Παναγιώτης επέστρεψε στο σπίτι και κοίταξε την πλάτη του στον καθρέφτη δεν είχε ούτε γρατσουνιά. Από τότε κανένας δεν τον είδε να θυμώνει ποτέ.

simon-arvanitis-5
«Τελείωσις εν ασθενεία»

Σιγά-σιγά η υγεία του καμπτόταν και η όρασή του χάθηκε, ενώ τα τρία τελευταία χρόνια της ζωής του το μέγεθος της οδύνης και του συνεχούς άλγους τον έκαιγε σαν καμίνι φοβερό. Παρουσιάστηκε πρόβλημα στον προστάτη και εισήχθη στο νοσοκομείο. Επί μια εβδομάδα έβγαζε αίμα και πονούσε φοβερά χωρίς όμως να το δείχνει καθόλου. Εξομολογούσε μάλιστα και διάφορα πνευματικά του παιδιά πού έρχονταν γι’ αυτόν τον λόγο. Στην συνέχεια χειρουργήθηκε από σκωληκοειδίτιδα και κήλη. Οι περιπέτειες της υγείας του δεν τελείωσαν.

Προέκυπταν ουρολοιμώξεις, το σώμα του πλήγιασε, είχε αιμορραγίες και όλα αυτά τα υπέμενε αδιαμαρτύρητα. Επειδή οι πόνοι του ήταν αβάστακτοι κρατούσε ένα λαστιχένιο μπαλάκι στην παλάμη του και το έσφιγγε για να μην δείχνει ότι πονάει. Από το σφίξιμο, τελικά, η παλάμη του σάπισε και χρειάστηκε ειδική περιποίηση για να κλείσει η πληγή. Όσο πλησίαζαν οι μέρες προς το τέλος του, μάς προειδοποιούσε για αυτό παίρνοντας την στάση του νεκρού με σταυρωμένα τα χέρια στο στήθος. Στις 4 Μαρτίου 1988 παρέδωσε την αγία του ψυχή στον Κύριο πού τόσο αγάπησε. Η σορός του μεταφέρθηκε στον Ι. Ν. Αγίας Βαρβάρας, την οποία έκτισε και η νεκρώσιμη ακολουθία εψάλη στην Μονή του Αγίου Παντελεήμονα χοροστατούντος του μητροπολίτου πρώην Κεφαλληνίας Προκοπίου. Τότε κατά το «δεύτε τελευταίον ασπασμόν…» πραγματοποιήθηκε ένα τελευταίο αξοθαύμαστο γεγονός . Όταν πήγε ο μητροπολίτης να τον ασπαστεί, ο Γέροντας του πρότεινε το χέρι και εκείνος το ασπάστηκε. Ο τάφος του βρίσκεται εκεί και αποτελεί πόλο έλξης πολλών ταλαιπωρημένων ψυχών. Πολλοί προσέρχονται με βαθιά πίστη και έχουμε μαρτυρίες πολλών θαυματουργικών επεμβάσεων του Γέροντα σε ποικίλα προβλήματα.

http://www.pemptousia.gr

«Μη φοβάσαι…Θα φτάσει να φάνε όλοι και θα περισσέψει» - Μακαριστός Γέρων Σίμων Αρβανίτης

8:30:00 μ.μ.
•
Μια μέρα έφτασε ένα πούλμαν στο μοναστήρι, με 50 άτομα. Ο Γέροντας είπε στον π. Ζωσιμά να τους δώσει να φάνε. Ο π. Ζωσιμάς ετοίμασε την Τράπεζα και είδε πως δεν υπήρχε ψωμί, παρά μόνο ένα καρβέλι. Τι να κάνει; Το πήρε και το πήγε στον Γέροντα και είπε: «Γέροντα, δεν έχουμε ψωμί, μόνο αυτό το καρβέλι υπάρχει». Και ο Γέροντας είπε: «Φέρ’ το εδώ». Το έδωσε, το ευλόγησε και είπε: «Μη φοβάσαι, και κόψε το στο καλάθι. Θα φτάσει να φάνε όλοι και θα περισσέψει».

Το πήρε και άρχισε να κόβει. Έκοβε, έκοβε ψωμί και δεν τελείωνε το καρβέλι! Έφαγε όλο το πούλμαν και περίσσευσαν πολλά κομμάτια ψωμί. Το είπε αυτό το θαύμα στον Γέροντα και εκείνος του είπε: «Εσύ να πιστεύεις και θα δεις και μεγαλύτερα θαύματα».

ΩΦΕΛΙΜΑ

ΓΕΡΟΝΤΕΣ

ΘΑΥΜΑΤΑ

 
Copyright © ΕΛΛΑΣ-ΟΡΘΟΔΟΞΙΑ. Designed by OddThemes | Distributed By Blogger Templates20